Legislator Case Law & Legislation
373/2007 AI generated

373/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 373/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1434/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6167/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

373/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ΄ του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου.

Keywords

AI generated
withdrawal of debt enforcement withdrawal of social benefits bank resolution objection to debt enforcement opt-out clause resignation of the government
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 373/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1434/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6167/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/12/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι: "τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο "...δ.

τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία". Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ.618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ΄ του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου.

Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Δ.Σ., Διοικητού ή Διευθύνοντος Συμβούλου των αναφερομένων στην παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών κ.λ.π., μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά η αναιρεσίβλητη Ε.Τ.Ε., ενώ και από το άρθρο 29 του ν. 2937/2001 , που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοίκησης της Ε.Τ.Ε., δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι της ισχύος του νόμου αυτού.

Και τούτο, διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής, οι ρυθμίσεις του οποίου εξυπηρετούν άλλους σκοπούς (εσωτερική λειτουργία της Βουλής, αποτελεσματική άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου) και δεν μπορούν να καταργήσουν ή τροποποιήσουν διατάξεις ισχυόντων τυπικών νόμων.

Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που γεννήθηκε στις 2-7-1956, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 11-8-1980 και εργάστηκε σ' αυτή μέχρι τις 2-4-2001,όταν υπέβαλε δήλωση παραίτησης από την εργασία της και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α΄ του ν. 3198/1955, μειωμένη, όμως, στο οριζόμενο κατά το νόμο ανώτατο ποσό των 1500000 δραχμών, επειδή η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανήκε, κατά το χρόνο αποχώρησης της αναιρεσείουσας, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθόσον κατά το χρόνο αυτό ο διοικητής της αναιρεσίβλητης εκλεγόταν μέσω της διαδικασίας του άρθρου 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, ως επίσης η αναιρεσίβλητη υπήγετο σε διατάξεις νόμων που αφορούν το δημόσιο όπως για τις προσλήψεις προσωπικού με βάση τον Ν. 2190/1994, τις μετατάξεις και αποσπάσεις προσωπικού σε κρατικές υπηρεσίες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 51 του ν. 1892/1990, 2 παρ.2 του ν. 173/1967, 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 και 33 του ν. 1876/1990, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, χωρίς να αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι συνέτρεχαν, κατά τον παραπάνω χρόνο, οι απαιτούμενες κατά το άρθρο 51 του Ν. 1892/2990 προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αντιθέτως οι παραπάνω διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογίες δεν δικαιολογούν κατά νόμο το χαρακτηρισμό της αναιρεσίβλητης ως ανήκουσας στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναπροσδιορίστηκε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από την ίδια διάταξη, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα την πιο πάνω μειωμένη αποζημίωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6167/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ