Legislator Case Law & Legislation
373/2006 AI generated

373/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 373/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3739/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2003 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

373/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Ο ενάγων, και τώρα αναιρεσίβλητος, μετά από επιτυχία του σε δημόσιο διαγωνισμό, προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ανέλαβε υπηρεσία στις 12.8.1972 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο.

Keywords

AI generated
bank resolution central bank financial crisis banking policy resignation of the government euro short term rate
AI generated
1492/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2028/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9922/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/3/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
24/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
181/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2165/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6074/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2006 αίτησή της.
307/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 741/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7767/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 670/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4678/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2005 αίτησή του.
1292/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 373/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3739/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανάγνωσε την από 4/4/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.

Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 ΑΚ, ότι πληρώθηκε από τότε, που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", που έχει συμβατική ισχύ (Ολ.ΑΠ 27/1995), η προαγωγή στο 2ο βαθμό (υποδιευθυντή) αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό ένα τουλάχιστον χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά για την προαγωγή προσόντα και έχει επιδείξει κατά την άσκηση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Ο ενάγων, και τώρα αναιρεσίβλητος, μετά από επιτυχία του σε δημόσιο διαγωνισμό, προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ανέλαβε υπηρεσία στις 12.8.1972 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο.

Η εργασιακή αυτή σχέση ήταν ορισμένου χρόνου από το λόγο ότι ο Οργανισμός της εναγομένης, που διέπει τις σχέσεις των υπαλλήλων της και έχει συμβατική ισχύ, προβλέπει όριο ηλικίας με τη συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία. Ούτος, αφού εξελίχθηκε διαδοχικά και απρόσκοπτα στην υπαλληλική ιεραρχία της εναγομένης, έφθασε να κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1.4.1988.

Στη συνέχεια, στις 1.7.1994 προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου. Περαιτέρω, ο ενάγων είναι κάτοχος πτυχίου της ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει έξι σεμινάρια πάνω σε θέματα του αντικειμένου της εργασίας του. Από 31.3.1983 τοποθετήθηκε προϊστάμενος της υπηρεσίας θεμάτων δευτεροβάθμιας κρίσης παραβάσεων της εναγομένης, από 23.9.1986 του ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος γραμματείας επιτροπών ενώ από 22.12.1993 καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος πιστωτικών παραβάσεων και λοιπών χρηματοδοτήσεων.

Κατά τα έτη 1986-1999 του είχαν ανατεθεί παράλληλα και καθήκοντα αναπλήρωσης προϊσταμένου του τμήματος εφαρμογής νομισματικής πολιτικής. Πέραν των ανωτέρω ορίσθηκε εκπρόσωπος της εναγομένης σε επιτροπές για την αναμόρφωση του πιστωτικού συστήματος, στην υπηρεσία προστασίας εθνικού νομίσματος, στο γραφείο πολιτικής σχεδίασης έκτακτης ανάγκης, συμμετέσχε σε ομάδα εργασίας για την κατάπτωση ποινικών ρητρών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όπως και σε άλλες ομάδες εργασίας και επιτροπές.

Η βαθμολογία του στα οκτώ επί μέρους προσόντα για τα έτη 1987, 1988 και 1989, για τα οποία συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της εναγομένης, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 και με άριστα το 1, ήταν επτά (1) (άριστα) και ένα (2). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Υποδιευθυντή της 1.11.1999, συστήθηκε με την 236/20.5.1999 πράξη του Διοικητή της εναγομένης Γνωμοδοτική Επιτροπή, η οποία, αφού έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στην πράξη αυτή κριτήρια, συμπεριέλαβε στους συνταχθέντες καταλόγους της, μεταξύ άλλων, τον ενάγοντα και τους Κ.

Β., Γ. Κ., Μ. Ι., Κ. Β.. Στη συνέχεια, με την 13/17.11.1999 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης προήχθησαν στον προαναφερθέντα βαθμό όλοι οι παραπάνω, ενώ παραλείφθηκε ο ενάγων. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι, εκ των ως άνω προαχθέντων, ο προτεινόμενος προς σύγκριση Γ. Κ. προσλήφθηκε στις 19.7.1976. Προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1.7.1994.

Είναι πτυχιούχος Νομικής, Τμήματος Νομικής και Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών. Γνωρίζει την αγγλική και γαλλική. Έχει παρακολουθήσει σεμινάριο Διεθνών Συναλλαγών. Η βαθμολογία του για το έτος 1987 σε έξι επιμέρους προσόντα ήταν 5 ένα και 1 δύο, ενώ τα επόμενα έτη δεν κρίθηκε λόγω της αμέσως παρακάτω ιδιότητάς του.

Από το 1987 είναι πρόεδρος του ΣΥΤΕ και σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. γ' της από 4.8.1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών και το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983, είναι αποσπασμένος από την υπηρεσία της Τράπεζας, ο δε χρόνος της απόσπασής του από το 1987 μέχρι σήμερα λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. δ' της ίδιας ΣΣΕ, η οποία έχει ισχύ νόμου.

Πριν από την απόσπασή του υπηρετούσε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης στο Τμήμα Διαχειρίσεως Συναλλάγματος. Από τη Γνωμοδοτική Επιτροπή κατετάγη 5ος". Από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του ενάγοντα με εκείνα του προτεινόμενου προς σύγκριση συναδέλφου του Γ.

Κ., προκύπτουν τα εξής: α) Ο ενάγων υπερτερεί ως προς τη ΓΥΑ, τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων και τη βαθμολογία, β) ο συγκρινόμενος Γ. Κ., υπερέχει στους τίτλους σπουδών (κάτοχος δύο πτυχίων έναντι ενός του ενάγοντα) και στις ξένες γλώσσες, αφού είναι γνώστης της Αγγλικής και Γαλλικής έναντι μιας (Αγγλικής) του ενάγοντα, γ) αμφότεροι είναι ισότιμοι ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και δ) Ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ενώ ο ενάγων άσκησε τα αναφερόμενα καθήκοντα σε θέσεις ευθύνης, ο συγκρινόμενος συνάδελφός του Γ.

Κ.ς, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας (Πρόεδρος του Συλλόγου Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας Ελλάδος), ήταν αποσπασμένος από το 1986 μέχρι τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις στο επίσημο συνδικαλιστικό σωματείο των Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος, σύμφωνα δε με το άρθρο 20 εδ. γ' και δ' της από 4.8.1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, η οποία έχει ισχύ νόμου (άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983), ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία.

Επομένως, η νόμιμη απασχόληση του προτεινόμενου προς σύγκριση με τα συνδικαλιστικά του καθήκοντα και κατ' επέκταση με τα προβλήματα των συναδέλφων του, δεν συνιστά υπηρεσιακό μειονέκτημα για την προαγωγή του στον ένδικο βαθμό, λόγω μη ασκήσεως τραπεζικών εργασιών κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Μετά ταύτα και από τη σύγκριση των παραπάνω κρίσιμων υπηρεσιακών στοιχείων του ενάγοντος και του συγκρινομένου συναδέλφου του, δεν υπάρχει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, με συνέπεια η παράλειψη του κατά τις προαγωγικές κρίσεις και η προαγωγή του Γ.

Κ. να μην υπερβαίνει τα όρια και τις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά συνέπειαν, το Εφετείο που έκρινε ότι ο ενάγων υπερέχει καταφανώς του εν λόγω συναδέλφου του και κατά παραδοχή της έφεσής του, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε ότι η παράλειψη του ενάγοντα και η προαγωγή του εν λόγω συναδέλφου του είναι καταχρηστική, παραβίασε ευθέως τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3739/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ