Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly evaluated evidence regarding contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a labor contract termination dispute. The appellant argued that the lower court ignored evidence of vindictive behavior and miscalculated the return-to-work date, but the court found these claims to be matters of evidence evaluation rather than procedural errors. Consequently, the court ruled that the lower court's finding of no vindictive motive was legally sound and rejected the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of evidence or failure to consider relevant facts is inadmissible if the lower court's assessment of evidence was reasonable and the contested facts do not affect the core legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 372 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 372/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Κ., κατοίκου Ε. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ..Ν.. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε. Η. Μ. Κ. Ο. Κ." και το δ.τ. "Σ..Ν..Σ. Α.Β.Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ε. Α. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, που συνυπέγραψε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αντώνης Μεταξάς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-9-2013 και 15-12-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1091/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 887/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 15-3-2018 αίτησή της και τους από 17-10-2018 πρόσθετους λόγους της.
Εκδόθηκε η 1393/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3964/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31.1.2022 και αριθ. εκ. κατάθ. 843/74/3-2-2022 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων υπ'αριθ. 3964/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως [άρθρ 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ] και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 600/2017, ΑΠ 1440/2002). Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 20/2021, 1627/2010).
Ως έγγραφα, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους, που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2018, ΑΠ 587/2009, ΑΠ 7/2007).Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται:
α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 78/2020).
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 377/2019, 121/2014).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ], συνάγεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε εναντίον της εναγομένης - αναιρεσίβλητης 1] την από 25.9.2013 αγωγή της με την οποία ζητούσε διαφορές αποδοχών εκ 12.241,10 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 17.9.2013, κατά το οποίο επέβαλε σε βάρος της το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, παρότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις και 2] την από 15.12.2013 αγωγή, με την οποία ζητούσε μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της επακολουθήσασας καταγγελίας της συμβάσεώς της στις 31.10.2013, αφενός γιατί κατά το χρόνο αυτό τελούσε υπό καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης και αφετέρου λόγω καταχρηστικότητας της καταγγελίας, εκ λόγων εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό της εκ μέρους της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης.
Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν με την, από 1.10.2014, αντίθετη αγωγή της εναγομένης - εργοδότριάς [με την οποία η τελευταία ζητούσε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από αντισυμβατική συμπεριφορά της] και εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1091/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές της αναιρεσείουσας και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της τελευταίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 887/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διαφοροποιούμενη μόνο ως προς τους λόγους καταχρηστικότητας της καταγγελίας, δεχόμενη ότι η μη νόμιμη κατά την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ περιτροπής απασχόληση της ενάγουσας, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο ακυρότητας της καταγγελίας , η οποία είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη γιατί έγινε εκ λόγω εμπάθειας και εκδίκησης της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την εκκαλούσα εναγομένη και με την, υπ'αριθ. 1393/2019, απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού κριθηκε ότι με τις παραδοχές της διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της επιδείξεως ή μη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης κατά τη γενόμενη την 31.10.2013 καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας.
Και τούτο διότι δεν διαλαμβάνει σαφή περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης της διευθύνουσας συμβούλου της, ενώ παράλληλα διέλαβε περιστατικά που δείχνουν σαφώς δικαιολογημένη δυσαρέσκεια, κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης και πρόβλημα συνεργασίας με την ενάγουσα. 'Ηδη, μετά την παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Κατά τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης <<η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία ...στις 16.3.1999...ως υπάλληλος με την ειδικότητα της γραμματέως...Στα καθήκοντά της περιλαμβάνονταν η γραμματειακή υποστήριξη της εναγομένης, οι συνεννοήσεις με τους οδηγούς των φορτηγών, η καταχώρηση των παραστατικών, ενώ οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της είχαν καθορισθεί για το έτος 2009 στο ποσό των 1.717,56 ευρώ.
Περαιτέρω όμως λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εναγομένη, η ενάγουσα όπως και το λοιπό προσωπικό της εναγομένης τέθηκε κατά διαστήματα από 1.1.2010 έως 31.8.2011 σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας άτυπα, εργαζόμενο 4 ώρες ημερησίως, ενώ από 1.9.2012 η εναγομένη μείωσε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας στο ποσό των 1155,65 ευρώ, χωρίς συνεννόηση και σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας και ενώ ευρίσκετο σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Ακολούθως η ενάγουσα στις 15.11.2012 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ελευσίνας, ....η εναγομένη δεν επανέφερε το μισθό της ενάγουσας στο ποσό που αρχικά είχε ορισθεί, ενώ της όφειλε και δεδουλευμένες αποδοχές ποσού 5.175 ευρώ, η ενάγουσα με την από 10.12.2012 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας έως την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών της και την επαναφορά του συμφωνηθέντος μισθού της στο αρχικό επίπεδο, γεγονός που επετεύχθη και στις 8.1.2013 η εναγομένη επανέφερε τις αποδοχές της ενάγουσας στο αρχικό επίπεδο και της κατέβαλε το υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών της...κατά το χρόνο που η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας η εναγομένη προσέλαβε στις 14.12.2012 ως υπάλληλο γραφείου με τα ίδια καθήκοντα της ενάγουσας την Ε.
Λ., με πενθήμερη εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή και με πλήρες ωράριο εργασίας, αντί μηνιαίων αποδοχών, ποσού 510,95 ευρώ, την οποία απασχόλησε έως την 14.2.2013. Ακολούθως, στις 28.1.2013 μετά από πρόσκληση της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης συνήλθε το προσωπικό πλήρους απασχόλησης της εναγομένης ....όπου η ανωτέρω Διευθύνουσα Σύμβουλος, αφού ενημέρωσε για τα οικονομικά στοιχεία της εναγομένης εταιρείας τις ζημίες της εταιρείας των προηγουμένων ετών και τη μείωση του κύκλου εργασιών, αναφέρθηκε και στη συρρίκνωση του αντικειμένου της ενάγουσας, που οφείλεται στο γεγονός ότι συμπεριφέρεται αγενώς στους πελάτες της εταιρείας, ενώ αρνείται να αναλάβει την έκδοση παραστατικών, θέτοντας την εναγουσα από 1.2.2013, ενόψει των ανωτέρω, σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας μια ήμερα την εβδομάδα, ενώ οι άλλοι δύο εργαζόμενοι τέθηκαν σε καθεστώς τετράωρης απασχόλησης....την ημέρα που η ενάγουσα τέθηκε σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης [1.2.2013 ] η εναγομένη συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την ατομική επιχείρηση του Π.
Δ. «S. L." με αντικείμενο μεταξύ άλλων και μέρους της εργασίας της ενάγουσας ήτοι έκδοση παραστατικών. Ακολούθως, .....η εναγομένη στις 1.7. 2013 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ενώ της κατέβαλε την πρώτη δόση της αποζημίωσης αντιστοιχούσα στις αποδοχές 2 μηνών. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, γεγονός που συνιστά καταχρηστική εκ μέρους της συμπεριφορά ...λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα διεκδίκησε μεν τα νόμιμα δικαιώματά της, πλην όμως με τη συμπεριφορά της και την άρνησή της να παρέχει προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην εναγομένη επέφερε δυσλειτουργία στην επιχείρηση της εναγομένης και πρόβλημα συνεργασίας, ενώ κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως ...>>.
Στη συνέχεια το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την από 15.12.2013 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Mε τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 20 του άρθρο. 559 ΚΠολΔ.
παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθ. 15/1.2.2013 εγγράφου της Επιθεώρησης Εργασίας Ελευσίνας, με το οποίο η εργοδότρια εταιρεία δήλωνε στην εν λόγω Υπηρεσία ότι την έθετε σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας [μια ημέρα την εβδομάδα από 1.2.2013 έως 31.10.2013] και το προσαγόμενο σχετικό με αριθ. 13 έγγραφο, με το οποίο της εγένετο γνωστοποίηση.
Ότι το Μονομελές Εφετείο παρερμήνευσε τα έγγραφα, γιατί κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της εταιρείας οφείλεται στο γεγονός ότι συμπεριφέρεται αγενώς προς τους πελάτες και αρνείται να αναλάβει την έκδοση παραστατικών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι αυτή έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας δεν οφείλοταν σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης της διευθύνουσας συμβούλου της αντιδίκου της.
Επί πλέον τα έγγραφα που επικαλείται η αιτούσα αναφέρονται στην απόφαση της εκ περιτροπής εργασίας, η οποία κρίθηκε τελικά μη νόμιμη, ενώ κρίθηκε έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, αφού δεν έγινε εντός του χρόνου της εκ περιτροπής απασχόλησης κατά τη μη αναιρεθείσα ως προς αυτό υπ'αριθ. 887/2018 [πρώτη] απόφαση του Μονομελούς Εφετείου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο η αιτούσα αποδίδει στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559, γιατί, όπως υποστηρίζει, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη ότι η εναγομένη δια της διευθύνουσας συμβούλου της επέδειξε εκδικητική συμπεριφορά και ότι καταχρηστικά την έθεσε σε εκ περιτροπής εργασία, ως και ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη ότι επανήλθε στην εργασία της στις 28.1.2013 αλλά δέχθηκε ημέρα επανόδου της την 8.1.2013, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την ανάρμοστη συμπεριφορά που της απέδωσε και κατά συνέπεια την καταγγελία της συμβάσεώς της.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί όσα επικαλείται η αιτούσα αφορούν με την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, κατά την έννοια του αριθ. 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ ήτοι δεν εμπίπτουν στην έννοια της ως άνω διατάξεως του λόγου εκ του αριθ. 8, ενώ το γεγονός ότι κρίθηκε μη νόμιμη η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας σε βάρος της, είναι ανεξάρτητο της επικαλούμενης καταχρηστικότητας της καταγγελίας της συμβάσεώς της.
Εξ άλλου, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας τα υποστηριζόμενα ότι εσφαλμένα εξέλαβε τη συμπεριφορά της ως ανάρμοστη, δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφού αρκεί η κρίση για το γεγονός ότι η καταγγελία της συμβάσεώς της δεν ήταν προϊόν εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό της, για να απορριφθεί ο ισχυρισμός της περί καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος της εργοδότριάς της.
Με τον τρίτο λόγο υποστηρίζεται ακόμη ότι η προσβαλλομένη απόφαση εμπεριέχει αιτιολογίες ασαφείς και ανεπαρκείς, διότι δεν περιέχει συγκεκριμένα περιστατικά της προβληματικής συμπεριφοράς που της αποδίδεται [αγένεια προς τους πελάτες], ώστε να δικαιολογείται καταγγελία της συμβάσεώς της. Ο λόγος αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί δεν σχετίζεται με την κριθείσα ως μη καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και κατά συνέπεια απαράδεκτος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεσή στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις στην αναιρεσείουσα [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ] κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.1.2022 αίτηση αναιρέσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.