372/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated372/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 372 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 372/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... "..."", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδων Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/3/2013 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6262/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4816/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/1/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-1-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 687/2020, ΕΑΚ 66/2020, Αριθ. Δικ. 243/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4816/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 25-9-2017 έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 6262/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, 727/2017).
Ειδικότερα, ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλόμενων, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας της σύμβασης, έλαβε υπόψη του και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα (ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1045/2015, ΑΠ 309/2014). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 97/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 766/2019 ΑΠ, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1225/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετ` εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στις 21/22 Αυγούστου 2009 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε δασική περιοχή κοντά στο ..., η οποία λόγω της πυκνής πυρόφιλης βλάστησης, της ξηρασίας, του ανάγλυφου του εδάφους της περιοχής, αλλά και των ισχυρών βορείων - βορειοανατολικών ανέμων που έπνεαν στην περιοχή, διήρκεσε επί διήμερο περίπου, πήρε μεγάλες διατάσεις επεκταθείσα σε περισσότερα από 200.000 στρέμματα δάσους και κατέλαβε και τμήμα της περιοχής του ..., όπου η κατοικία του ενάγοντος, η οποία δεν επλήγη ως οίκημα από τη φωτιά, που δεν την προσήγγισε, πλην όμως, η άνω πυρκαγιά, είχε ως συνέπεια την ολοσχερή σχεδόν καταστροφή των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών αντικειμένων που συνέχονταν με τον φέροντα οργανισμό της οικίας ή βρίσκονταν εντός αυτής, εξαιτίας των επανειλημμένων αυξομειώσεων στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος που προκλήθηκε από καταστροφή τμημάτων του δικτύου της ΔΕΗ της περιοχής λόγω της φωτιάς.
Ο ενάγων μόλις διαπίστωσε τις εν λόγω ζημίες, που αφορούσαν αντικείμενα που ενέπιπταν στην ένδικη ασφάλιση κατά παντός κινδύνου και εν προκειμένω πυρκαγιάς, συμμορφούμενος με τον με αριθμό 15.1 (α) όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, ειδοποίησε την εναγομένη, δίνοντας τις πρώτες σχετικά με τα περιστατικά επέλευσης του κινδύνου πληροφορίες και στοιχεία, προσδιόρισε δε το συνολικό ύψος των ζημιών του στο συνολικό ποσό των 22.415,27 ευρώ, υποβάλλοντας γραπτό κατάλογο των βλαβέντων - καταστραφέντων ειδών, τον αριθμό τους και την αξία τους κατά μονάδα και σύνολο και δη άμεσα, χωρίς καμία αναβολή ή βραδύτητα και εντός της οριζομένης προθεσμίας των οκτώ ημερών, δηλαδή στις 28-8-2009, με έγγραφη δήλωση, προκειμένου σύμφωνα με το υπό στοιχείο (δ) του όρου, να γεννηθεί η προϋπόθεση για την υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ακολούθως, η εναγομένη παρότι απέστειλε στις 2-9-2009 τεχνικούς της ανώνυμης εταιρείας πραγματογνωμόνων με την επωνυμία "...", οι οποίοι διενήργησαν αυτοψία στην ασφαλισμένη κατοικία του ενάγοντος και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής και εκτίμησαν τη συνολική ζημία των εν λόγω αντικειμένων στο ποσό των 19.068,54 ευρώ, αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλισμα για την επέλευση του υπόψη ασφαλιστικού κινδύνου, ισχυρισθείσα ότι οι εν λόγω ζημίες εξαιρούνται από την ασφαλιστική σύμβαση, καθόσον δεν ήταν άμεσο επακόλουθο της πυρκαγιάς στην περιοχή.
Τον ισχυρισμό περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη πρόβαλε κατ' ένσταση η εναγομένη, ενώπιον της πρωτοβαθμίου δίκης, παραδεκτώς δε, επαναπροβάλλει στα πλαίσια της παρούσας έκκλητης δίκης (άρθ. 240 ΚΠολΔ). Συναφώς προς τον κρίσιμο αυτό ισχυρισμό, λεκτέα τα εξής: Από το προσκομιζόμενο με επίκληση επικυρωμένο αντίγραφο του από 3-4-2009 ασφαλιστηρίου κλάδου πυρός αποδεικνύεται, ότι καλύπτεται κάθε αιφνίδια, τυχαία και απρόβλεπτη υλική ζημία ή απώλεια της περιουσίας ή τμήματος αυτής που ασφαλίζεται με αυτό (ασφαλιστήριο), με την προϋπόθεση ότι τα συμβάντα αυτά προέρχονται από την υλοποίηση ενός ή περισσοτέρων κινδύνων από αυτούς που προσδιορίζονται στο αντίστοιχο κεφάλαιο και δεν εξαιρούνται από τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Ειδικότερα, καλύπτεται ο κίνδυνος πυρκαγιάς από δάσος και δη, κάθε απώλεια ή υλική ζημία, που θα προκληθεί στα ασφαλιζόμενα αντικείμενα από πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε σε δασώδεις ή θαμνώδεις εκτάσεις, θάμνους, συστάδες δένδρων, ή είναι αποτέλεσμα εκχέρσωσης εδάφους με φυτά. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ασφαλιστηρίου με τίτλο "Ζημίες που δεν υπάγονται στην ασφαλιστική κάλυψη" και στην παράγραφο 3.1 (ιζ) αυτού, ορίζεται ότι δεν υπάγεται στην ασφαλιστική κάλυψη (και συνεπώς εξαιρείται) η μηχανική ή ηλεκτρική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος, όμως δεν εξαιρείται η ζημία εκείνη, η οποία έχει ως άμεσο επακόλουθο τα αμέσως παραπάνω, δηλαδή την ηλεκτρική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος, η δε βλάβη ή η απορρύθμιση οφείλονται στην επέλευση πυρκαγιάς, πτώσης κεραυνού, έκρηξης, πτώσης/πρόσκρουσης αεροσκαφών, πλημμύρας, θύελλας, καταιγίδας, χιονιού, χαλαζιού, παγετού, διάρρηξης ή υπερχείλισης δεξαμενών ή σωληνώσεων ύδατος, διαρροής προϊόντων, πολιτικών ταραχών, στάσεων, απεργιών, διαδηλώσεων, οχλαγωγιών, κακόβουλης βλάβης, πρόσκρουσης και κλοπής.
Από τους παραπάνω όρους του ενδίκου ασφαλιστικού συμβολαίου, ερμηνευομένους σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως το νοηματικό περιεχόμενό τους αναλύθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, συνάγεται σαφώς ότι με βάση την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ο επελθών ασφαλιστικός κίνδυνος καλύπτεται ασφαλιστικώς και δεν εξαιρείται.
Τούτο διότι η επίδικος ζημία, η οποία ας σημειωθεί, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την εναγομένη, ως προς το είδος και τον αριθμό των βλαβέντων αντικειμένων της κατοικίας του ενάγοντος, παρά μόνο ως προς την χρηματική αποτίμησή της, αφορά σε ηλεκτρική, ηλεκτρονική βλάβη και απορρύθμιση των ασφαλισμένων αντικειμένων της ασφαλισμένης κατοικίας, η οποία είχε ως άμεση αιτία της την επισυμβάσα πυρκαγιά κατά τα προεκτεθέντα.
Η πυρκαγιά αυτή που κατέστρεψε μέρος του δικτύου της ΔΕΗ της περιοχής επέφερε σοβαρές αυξομειώσεις στην τάση του ρεύματος κατά το χρονικό διάστημα που διήρκεσε, δηλαδή επί διήμερο περίπου, με άμεση συνέπεια τις ένδικες ζημίες των ασφαλισμένων αντικειμένων. Άλλωστε, κατά την προπαρατεθείσα παράγραφο 3.1 (ιζ) του άρθρου 3 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εξαιρείται μόνο η ζημία από την μηχανική ή ηλεκτρική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος, που προέρχεται από αιτία μη υπαγόμενη στις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής, δηλαδή δεν καλύπτονται όλες οι άλλες περιπτώσεις που η βλάβη ή η απορρύθμιση δεν οφείλονται στην επέλευση "πυρκαγιάς, πτώσης κεραυνού, έκρηξης, πτώσης/πρόσκρουσης αεροσκαφών, πλημμύρας, θύελλας, καταιγίδας, χιονιού, χαλαζιού, παγετού, διάρρηξης ή υπερχείλισης δεξαμενών ή σωληνώσεων ύδατος, διαρροής προϊόντων, πολιτικών ταραχών, στάσεων, απεργιών, διαδηλώσεων, οχλαγωγιών, κακόβουλης βλάβης, πρόσκρουσης και κλοπής".
Συνεπώς, δεν εξαιρείται η περίπτωση, όπως η επίδικη, που είχε ως άμεσο επακόλουθο την ηλεκτρική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος, όταν η βλάβη ή η απορρύθμιση οφείλονται στην επέλευση πυρκαγιάς. Η ζημία αυτή του ενάγοντος είναι άμεση και δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την υπόψη ασφαλιστική κάλυψη, παρόλο που η εν λόγω πυρκαγιά δεν προσήγγισε την κατοικία του ενάγοντος, καθόσον δεν είναι νοηματικώς δυνατόν να υπάρξει μηχανική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος λόγω πυρκαγιάς, καθόσον αυτή προϋποθέτει μηχανήματα και εξαρτήματα που δεν παραδόθηκαν στις φλόγες.
Με οποιαδήποτε άλλη ερμηνευτική εκδοχή καθίσταται περιττός και εμφανίζεται ως μη έχων κανένα ρυθμιστικό πεδίο, ο γενικός όρος του ασφαλιστηρίου εγγράφου, που προβλέπει ασφαλιστική κάλυψη για κάθε αιφνίδια, τυχαία και απρόβλεπτη υλική ζημία ή απώλεια της περιουσίας ή τμήματος αυτής που ασφαλίζεται με αυτό...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ερμηνεία της από 3-4-2009 σύμβασης ασφάλισης κλάδου πυρός και ειδικότερα του άρθρου 3 παράγραφος 3.1 (ιζ) αυτής, καθόσον προσέφυγε σ' αυτές επειδή κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του διαπίστωσε έμμεσα αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλόμενων διαδίκων στην ασφαλιστική σύμβαση ως προς το ζήτημα ότι ο επελθών ασφαλιστικός κίνδυνος στην ηλεκτρική, ηλεκτρονική βλάβη και απορρύθμιση των ασφαλισμένων αντικειμένων της ασφαλισμένης κατοικίας του αναιρεσίβλητου καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, καθόσον προήλθε άμεσα από την επισυμβάσα πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε μέρος του δικτύου της ΔΕΗ της περιοχής, επέφερε σοβαρές αυξομειώσεις στην τάση του ρεύματος, με άμεση συνέπεια τις ένδικες ζημίες των ασφαλισμένων αντικειμένων.
Το γεγονός δε αυτό (της έμμεσης διαπίστωσης αμφιβολίας) προκύπτει από το ότι για τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων διαδίκων στον προαναφερόμενο όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης το Εφετείο χρησιμοποίησε επιχειρήματα (...Η ζημία αυτή του ενάγοντος είναι άμεση και δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την υπόψη ασφαλιστική κάλυψη, παρόλο που η εν λόγω πυρκαγιά δεν προσήγγισε την κατοικία του ενάγοντος, καθόσον δεν είναι νοηματικώς δυνατόν να υπάρξει μηχανική ή ηλεκτρονική βλάβη ή απορρύθμιση μηχανήματος ή εξαρτήματος λόγω πυρκαγιάς, καθόσον αυτή προϋποθέτει μηχανήματα και εξαρτήματα που δεν παραδόθηκαν στις φλόγες.
Με οποιαδήποτε άλλη ερμηνευτική εκδοχή καθίσταται περιττός και εμφανίζεται ως μη έχων κανένα ρυθμιστικό πεδίο, ο γενικός όρος του ασφαλιστηρίου εγγράφου, που προβλέπει ασφαλιστική κάλυψη για κάθε αιφνίδια, τυχαία και απρόβλεπτη υλική ζημία ή απώλεια της περιουσίας ή τμήματος αυτής που ασφαλίζεται με αυτό...).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το εδαφ. α του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά την έλλειψη σχετικής ρητής διαπίστωσης ως προς την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ή ασάφειας στις δηλώσεις των συμβαλλόμενων διαδίκων, εντούτοις εσφαλμένα προέβη σε ερμηνεία του παραπάνω συμβατικού όρου, είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το επικουρικό μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του ανωτέρω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, του οποίου η αληθινή έννοια, κατ' αυτήν, είναι ότι καλύπτονται από αυτήν οι ζημίες από ηλεκτρικές βλάβες, που προκλήθηκαν άμεσα από πυρκαγιά και όχι από πυρκαγιά δάσους, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αφού διαπίστωσε έμμεσα αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων στον επίμαχο συμβατικό όρο, προχώρησε στην ερμηνεία αυτού και έκρινε πως η έννοια του εν λόγω συμβατικού όρου είναι ότι υπάγονται στην ασφαλιστική κάλυψη οι επίδικες ζημίες, καθόσον αυτές υπήρξαν άμεσο αποτέλεσμα της προαναφερόμενης πυρκαγιάς, που κατέστρεψε μέρος του δικτύου της ΔΕΗ της περιοχής, όπου βρίσκεται η κατοικία του αναιρεσίβλητου, προκάλεσε σοβαρές αυξομειώσεις στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος κατά το χρονικό διάστημα των δύο ημερών που διήρκεσε, με άμεση συνέπεια τις επίδικες ζημίες.
Αποδίδοντας, την ως άνω έννοια στον προαναφερόμενο συμβατικό όρο το Εφετείο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία αυτού, τον οποίο ερμήνευσε βασιζόμενο στους οριζόμενους στη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ κανόνες της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα ότι η ηλεκτρική και ηλεκτρονική βλάβη και απορρύθμιση των μηχανημάτων και εξαρτημάτων του αναιρεσίβλητου οφείλεται στην πυρκαγιά και είναι άμεσο επακόλουθο αυτής και συνεπώς η επίδικη ζημία υπάγεται στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα ότι η επίδικη ζημία υπάγεται στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Εξάλλου, η ρήτρα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με βάση την οποία ορίζεται χρονικό διάστημα (από την όχληση έως και την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης), κατά το οποίο η οφειλέτρια εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να παραλείπει αναιτιολόγητα την εκπλήρωση της υποχρέωσής της (καταβολής του ασφαλίσματος) χωρίς να υφίσταται τις νόμιμες συνέπειες, είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), ως συναπτόμενη στο πλαίσιο της ατομικής διαπραγμάτευσης για έναρξη της οφειλής τόκων υπερημερίας από χρονικό σημείο μεταγενέστερο της όχλησης, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 340 και 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 350/2016).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως και τον επανέφερε, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις από 7-3-2019 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ότι με τον 7.12 όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συμφώνησαν με τον ενάγοντα (ΑΚ 361), ότι το δικαίωμά του για λήψη τόκων επί της ασφαλιστικής αποζημίωσης θα γεννηθεί μετά από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου προς αυτήν και συνεπώς, μέχρι τότε δεν οφείλονται τόκοι.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 7-3-2019 προτάσεων της εφεσίβλητης - εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή, αναφορικά με την τοκοφορία της επίδικης απαίτησης, ισχυρίστηκε, επαναφέροντας, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, τον ισχυρισμό, που είχε προτείνει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις από 20-12-2013 προτάσεις της, τα εξής: "Σύμφωνα με τους Γενικούς Όρους του με αριθμό 60581089 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, άρθρο 7.12 "Το δικαίωμα του ασφαλισμένου / λήπτη της ασφάλισης, σε περίπτωση δικαστικής επίλυσης της διαφοράς, δεν γεννάται πριν από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου δικαστηρίου στον Ασφαλιστή".
Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη (άρθρο 361 ΑΚ και Γενικοί Όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων), καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερόμενων ως χρόνος έναρξης μεταγενέστερος από αυτόν που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση μέχρι την κοινοποίηση στην εταιρεία μας της τελεσίδικης απόφασης του αρμοδίου Δικαστηρίου δεν υφίσταται δικαίωμα αποζημιώσεως του ενάγοντα ούτε μπορούν να ζητηθούν τόκοι".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την τοκοφορία της ασφαλιστικής αποζημίωσης δέχθηκε, στο μεν αιτιολογικό της ότι "Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα ως ασφαλιστική αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 19.068,54 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της παρούσας" στο δε διατακτικό της ότι "Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.068,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση".
Από τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε εξέτασε τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις της ενώπιόν του (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), γι' αυτό είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αναγνώρισε εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει το ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης νομιμοτόκως από προγενέστερο του συμφωνηθέντος χρονικού σημείου, ήτοι από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, που έγινε στις 3-12-2012.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης (η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο κεφάλαιο αυτό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που διατυπώνονται με την αναίρεση κατά του κεφαλαίου αυτού), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4816/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση τόκων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου που ηττήθηκε κατά το σχετικό αίτημά της που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό Τέλος, το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις της αίτημα της αναιρεσείουσας να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της επιστρέψει το συνολικό ποσό των 32.950,78 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημερομηνία δημοσίευσης της εκδοθησόμενης απόφασης, το οποίο αναγκάστηκε να του καταβάλει για την εξόφληση της αγωγικής απαίτησης, την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε, με βάση την οποία εκδόθηκε σε βάρος της η 4047/2020 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την αναγκαστική εκτέλεση της οποίας κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προβλέπει την ανωτέρω επαναφορά, εφαρμόζεται στην περίπτωση της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, που αναιρέθηκε, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή του πιο πάνω χρηματικού ποσού, κατά τα εκτιθέμενα, έγινε λόγω της απειλούμενης εκτέλεσης όχι της απόφασης, που αναιρέθηκε, η οποία, ως αναγνωριστική, δεν υπόκειται σε εκτέλεση, αλλά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση αυτήν, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό διαφορετικό και ανεξάρτητο από την εν λόγω απόφαση (ΑΠ 387/2021, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 789/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ κατά ένα μέρος (μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση τόκων) την 4816/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το κεφάλαιο τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-11-2021 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ