Legislator Case Law & Legislation
372/2020 AI generated

372/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 372/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Legislator headnote

AI generated

372/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, νόμιμα επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 372 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 372/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Δ. Ν. Δ. και β) Ε. χας Ν. Δ., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοκία Δαδιώτου και η δεύτερη δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: α) M. M. του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., β) A. K. του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., γ) P. D. συζ. Ρ., του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., δ) I. A. H. συζ. Ά., του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., ε) G. H. T. του Χ. - Κ. Κ., κατοίκου ... και στ) A. C. συζ. Γ., του Χ. - Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα - Ελβίρα Στασσινού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Ευδοκία Δαδιώτου και δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. χα Ν. Δ., το γένος Δ. Κ., πέθανε στις 25-5-2018 και κληρονομήθηκε χωρίς διαθήκη από τα τέκνα της πρώτο αναιρεσείοντα και Ε. Ν. Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη που διακόπηκε βίαια και τους οποίους εκπροσωπεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2014 του παραπάνω Δικαστηρίου και 58/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 58/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 488/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του. Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. χα Ν. Δ., το γένος Δ. Κ., πέθανε στις 25-5-2018, μετά, δηλαδή, την άσκηση, στις 1-6-2018, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και άφησε, χωρίς διαθήκη, κληρονόμους της τα τέκνα της Δ. Ν. Δ. (πρώτο αναιρεσείοντα) και Ε. Ν. Δ., οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευδοκίας Δαδιώτου, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους το θάνατο της παραπάνω δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Τα ανωτέρω γεγονότα, που νομιμοποιούν τους παραπάνω να συνεχίσουν την προκείμενη δίκη, αποδεικνύονται από τα οικεία έγγραφα που προσκομίζουν, παράλληλα δε δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, νόμιμα επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, διότι, στις περιπτώσεις αυτές, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015).

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα αυτά και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015).

Επιπλέον, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και η ορθή, κατά τον αναιρεσείοντα, έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από αυτά (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραδοχή της ότι "αν ο πατέρας της δεύτερης εναγόμενης (δεύτερης αναιρεσείουσας) νεμόταν τον ελαιώνα (επίδικο) για δικό του λογαριασμό, θα είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς δεν θα είχε λόγο να μη τον περιλάβει στον μεταβιβαστικό τίτλο", με τον οποίο μεταβίβασε στη δεύτερη αναιρεσείουσα άλλο, συνεχόμενο του επιδίκου, ακίνητό του, καθόσον "ο τρόπος μεταβίβασης της κυριότητας ουδεμία σχέση έχει με την ύπαρξη ή όχι του δικαιώματος της κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος". Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, οι κανόνες δικαίου, για την ερμηνεία των οποίων χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα αυτά και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.

2. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση αυτή (ΑΠ 76/2013). Περαιτέρω, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν οι αιτιάσεις που προβάλλονται, ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 587/2013).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 599 αριθ. 10 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Εφετείο δέχτηκε, χωρίς απόδειξη, ότι ο πατέρας της δεύτερης αναιρεσείουσας Δ. Κ. δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον, μετά τη μετανάστευση το έτος 1910 στην Αμερική της αδελφής του Ε.

Κ.-Κ., νεμόταν το επίδικο "χωρίς να έχει εκδηλώσει πρόθεση να το αποκτήσει", ήτοι όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό της παραπάνω αδελφής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, όχι χωρίς απόδειξη, όπως ψέγεται, αλλά με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται με λεπτομέρεια στην απόφασή του αυτή και, συγκεκριμένα με βάση, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και τις .../2009, .../2010 και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις των Κ.

Κ., Σ. Γ.-Σ. και Α. Φ. στους συμβολαιογράφους Χανίων Ι. Μπαλάγκα, Χ. Γεωργιλά-Πιπεράκη και Α. Μπέζα-Τσουρουπάκη, αντίστοιχα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Επίσης, ως απαράδεκτοι πρέπει να απορριφθούν οι έτεροι, από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έκρινε αφενός μεν μη "πειστική" την πρώτη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αφετέρου δε γνήσια την από 28-2-1981 επιστολή της δεύτερης αναιρεσείουσας προς τη θυγατέρα της ανωτέρω Ε.

Κ. Κ. Θ.-Κ., καίτοι η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν γνωρίζει γραφή, αφού, κατά τις παραδοχές της, ανέθεσε σε τρίτο τη σύνταξη της επιστολής και, αφού ενέκρινε το περιεχόμενό της, την υπέγραψε. Είναι δε απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις δεν αφορούν "πράγματα" με την ανωτέρω έννοια, αλλά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο της ουσίας.

3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 -αντίστοιχο το άρθρο 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το νόμο 4335/2015), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την αποδεικτική δύναμη που προβλέπεται για το καθένα, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου.

Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη αδιακρίτως και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα σύμφωνα με τον αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά έγραφα ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το νόμο 4335/2015, αλλά και μετά την αντικατάστασή του αυτή), στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα, έστω και αν αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, αφού δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και αν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, δεν συμβιβάζεται με το πνεύμα και την οικονομία της διαδικασίας που προβλεπόταν από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ (ΑΠ 1311/2010).

Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο "έλαβε υπόψη του φερόμενο γράμμα του Θ. Κ., το οποίο δεν έχει ουδεμία αποδεικτική δύναμη ως ιδιωτικό έγγραφο, διότι δεν προκύπτουν η ημερομηνία αποστολής και ο παραλήπτης", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι, εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.

α' και β' ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αφετέρου δε διότι το Εφετείο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου, η κρίση του δε αυτή, ως σχετική με τα πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

4. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).

Εν προκειμένω, με έτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τους ενώπιόν του ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: α) ότι η υπογραφή που φέρει το από 14-5-1970 μισθωτήριο συμφωνητικό "δεν είναι του Θ. Κ., ο οποίος ουδέποτε ασχολήθηκε με την καλλιέργεια χωραφιών, καθώς υπέφερε από ψυχολογικά προβλήματα και τα τελευταία χρόνια της ζωής του νοσηλευόταν", β) ότι το ακίνητο, στο οποίο αναφέρεται η από 14-5-1970 δήλωση του Θ.

Κ., είναι "άσχετο με το επίδικο", γ) ότι "δεν προκύπτει αν το επίδικο είναι ένα από τα ακίνητα που αναφέρονται στην από 14-10-1983 διαμαρτυρία των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της μητέρας των πέμπτου και έκτης από αυτούς και ότι το εξώδικο αυτό προέρχεται από τους αντιδίκους κληρονόμους του Α. Κ., ούτε ότι κοινοποιήθηκε στη δικαιοπάροχο του πέμπτου και της έκτης από τους αντιδίκους, κληρονόμους της Α.

Θ." και δ) ότι "η .../2008 ένορκη βεβαίωση του Α. Φ. είναι αναληθής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς, πλην τους απέρριψε ως αβάσιμους ρητά τους δυο πρώτους και σιωπηρά τον τρίτο.

5. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του αυτή και ότι "το παρόν Δικαστήριο με την 46/2014 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον όμοιο ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλλει ο πρώτος εναγόμενος της παρούσας δίκης Δ. Δ. (πρώτος αναιρεσείων), σε αίτησή του με αντικείμενο τη διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής άλλου ακινήτου των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), το οποίο αρχικά, όπως και το επίδικο, ανήκε στην κυριότητα της Ε. Κ.". Επομένως, ο οικείος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου δεδικασμένο από την παραπάνω 46/2014 απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση, αλλά την αναφέρει διηγηματικά ως αποδεικτικό μέσο.

6. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι "η Ε. Κ., όταν το έτος 1910 μετανάστευσε μόνιμα στις ΗΠΑ, ανέθεσε την επιμέλεια, την καλλιέργεια και την επίβλεψη του (επιδίκου) ακινήτου της στον αδελφό της Δ.

Κ. (πατέρα της δεύτερης αναιρεσείουσας), ο οποίος πράγματι περιποιείτο τον ελαιώνα (επίδικο) μόνιμα και συστηματικά, τον προστάτευε από διεκδικήσεις τρίτων και εκμεταλλευόταν την παραγωγή του, επειδή με τον τρόπο αυτό εκπλήρωνε την υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι της αδελφής του να φροντίζει το ακίνητό της.

Ο Δ. Κ. δεν είχε πρόθεση να αποκτήσει ο ίδιος το ακίνητο, αλλά το κατείχε για να εκπληρώνει την υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι της αδελφής του να φροντίζει όλη την περιουσία της στην περιοχή .... Η Ε. Κ. ενδιαφερόταν ζωηρά για την περιουσία της στη ... Για τον ίδιο λόγο ο αδελφός της σεβόταν την επιθυμία της και δεν είχε ποτέ εκδηλώσει πρόθεση να αποκτήσει το ακίνητο της αδελφής του.

Εκμεταλλευόταν εξάλλου δωρεάν την παραγωγή του ελαιώνα για τις ανάγκες του ίδιου και της οικογενείας του. Ο Δ. Κ. μάλιστα δεν αμφισβήτησε ποτέ την κυριότητα της αδελφής του στο επίδικο". Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο Δ. Κ. νεμόταν το επίδικο για λογαριασμό, όχι δικό του, αλλά της αδελφής του.

Συνεπώς, η παραδοχή του Εφετείου για την κατά τα παραπάνω νομή του επιδίκου από το Δ. Κ., (για λογαριασμό της αδελφής του Ε. Κ.), δεν αντιφάσκει με την παραδοχή του, ότι νομέας του επιδίκου ήταν η Ε. Κ. και ότι αυτή το 1951 παρέδωσε τη νομή του επιδίκου στα τέκνα της Α. και Α.-Α. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους και ότι ο δεύτερος ασκούσε στο επίδικο από το 1951 έως το θάνατό του στις 30-10-1961 εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου κυρίως μέσω τρίτων προσώπων που έμεναν στη …. Επομένως, ο τελευταίος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντιφατικότητα των παραπάνω αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2018 αίτηση των Δ. Ν. Δ. και Ε. χας Ν. Δ., το γένος Δ. Κ., για αναίρεση της 58/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ