Legislator Case Law & Legislation
372/2018 AI generated

372/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 372/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 372 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

372/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 372 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 372 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 372/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Α., Κ. Κ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Μορφόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Ανδρικογιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3213/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1596/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2016 αίτησή της

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και έτσι να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, ως "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ.8 περ.

β' αναιρετικό λόγο, θεωρείται το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς, εφόσον με την προσθήκη και αυτού, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται ορισμένος και νόμιμος, δηλαδή συμπληρώνει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

2. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: H ενάγουσα, τώρα αναιρεσίβλητη, με την από 26-11-2012 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, τώρα αναιρεσείουσα, να της καταβάλει ποσό 20.859,25 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει ποσό 89.437,03 ευρώ από τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για διαφορές αποδοχών, αμοιβή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες και τα Σάββατα, καθώς και τις λοιπές σ' αυτήν αναφερόμενες αξιώσεις Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3213/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή για ποσό 7.867,52 ευρώ.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι με αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη 1596/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν αφ' ενός απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης, τώρα αναιρεσείουσας και αφ' ετέρου έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας, τώρα αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή για ποσό 13.091,14 ευρώ.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε ως μαγείρισσα στην επιχείρηση εστίασης της εναγομένης επί της οδού …, στις …, μέχρι τη 10-2-2011. Ότι η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία της οφείλει για το από 1-7-2008 έως 10-2-2011 χρονικό διάστημα για διαφορές μεταξύ καταβαλλομένων και νομίμων αποδοχών, καθώς και για αμοιβές από την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, συνολικά ποσό 13.091,14 ευρώ.

Ότι τη 10-2-2011 η σύμβαση εργασίας λύθηκε ατύπως με συμφωνία των διαδίκων. Ότι με το από 10-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα ανέλαβε τη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης για δικό της λογαριασμό, αλλά στο όνομα της εναγομένης, λόγω αδυναμίας της ίδιας να ασκεί εμπορική δραστηριότητα συνεπεία προηγηθείσας κήρυξής της σε κατάσταση πτώχευσης, με την 810/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι με βάση το συμφωνητικό αυτό η ενάγουσα λειτούργησε την ως άνω επιχείρηση (φερόμενη η ίδια ως εργαζόμενη, στην πραγματικότητα, όμως, ασκούσα επιχειρηματική δραστηριότητα για δικό της όφελος) μέχρι το μήνα Ιούνιο 2012, οπότε με νέο συμφωνητικό οι διάδικοι αποφάσισαν τη λήξη της συνεργασίας τους και την εκ μέρους της εναγομένης εικονική καταγγελία τής δήθεν σύμβασης εργασίας με την ενάγουσα, ώστε αυτή να εγγραφεί στο Ταμείο Ανεργίας και να λαμβάνει το σχετικό επίδομα.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται οποιεσδήποτε αποδοχές για το από 10-2-2011 έως 5-6-2012 χρονικό διάστημα ούτε αποζημίωση απολύσεως. Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, έκρινε ότι, ως προς τον επαναφερθέντα με την έφεση ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου και βασίμου κριθέντος δικαιώματος της ενάγουσας, υπό την επίκληση του ότι η τελευταία:

α) δεν τήρησε τη συμφωνία συνεργασίας κατά τη διάρκεια της εκ μέρους της λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά δημιούργησε υπέρογκα χρέη, τα οποία αποκαλύφθηκαν δέκα μήνες αργότερα, κατά το φορολογικό κλείσιμο του έτους 2011 και για τα οποία υπόλογη βρέθηκε η εναγομένη, εφόσον (κατά το συμφωνητικό) αυτή εμφανιζόταν ως φορέας της επιχείρησης, β) δεν πλήρωσε ΦΠΑ, εισφορές ΙΚΑ κλπ, γ) αν και της ζητήθηκε εκ των υστέρων να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά, αυτή συνέχισε να εμπαίζει την εναγομένη, δ) με το οικονομικό αδιέξοδο που προκάλεσε στην εναγόμενη, την ανάγκασε να κλείσει το κατάστημα και να παύσει τη συμφωνία της με την ενάγουσα και ε) οι ένδικες αξιώσεις από την εργασιακή σχέση συνιστούν πρόσχημά της ενάγουσας για να μην πληρώσει όσα είχε αναλάβει με το συμφωνητικό συνεργασίας, [έκρινε ότι] ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι τα ως άνω περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να στηρίξουν την ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ.

Γι' αυτό και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο.

3. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατά την αξιολόγηση τής ως άνω ένστασής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ, πέραν των ανωτέρω, δεν έλαβε υπόψη τους πιο κάτω πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους παραδεκτά είχε προτείνει στο πρωτόδικο δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της και με τους οποίους, συνεκτιμώμενους για τη στήριξη της εν λόγω ένστασης, αυτή θεμελιωνόταν επαρκώς στην επικληθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς ότι: Α) Η ενάγουσα, τόσο κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατά τη λύση αυτής, η οποία έλαβε χώρα με άτυπη συμφωνία την 10-2-2011, καθώς και κατά το χρονικό διάστημα που ανέλαβε και λειτουργούσε η ίδια προς όφελός της την επιχείρηση με βάση το μεταξύ τους από 10-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μέχρι την άσκηση της από 26-11-2012 ένδικης αγωγής, ουδεμία προέβαλε αξίωση για τυχόν απαιτήσεις της από την παροχή της εργασίας στην επιχείρηση της εναγομένης.

Β) Η ενάγουσα κατά την κατάρτιση του προαναφερόμενου συμφωνητικού περί λειτουργίας της επιχείρησης για δικό της λογαριασμό και όφελος (και μόνο τυπικά στο όνομα της εναγομένης, λόγω αδυναμίας της ενάγουσας να εμπορεύεται στο όνομά της, διότι είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης), με το οποίο ρυθμίσθηκαν οι μέχρι τότε οικονομικές υποχρεώσεις της εναγομένης από τη λειτουργία της επιχείρησης, δεν προέβαλε τυχόν προϋπάρχουσες αξιώσεις αυτής κατά της εναγομένης εταιρίας, αλλά, αντίθετα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην εναγομένη ετήσιο αντάλλαγμα ποσού 10.000 ευρώ για την προς αυτήν παραχώρηση της χρήσης της επιχείρησης.

Γ) Η επί μακρό χρόνο αδράνεια της ενάγουσας να διεκδικήσει τις ένδικες αξιώσεις σε συνδυασμό με α) την κατά τη λειτουργία της επιχείρησης προς όφελός της δημιουργία από υπαιτιότητά της υπέρογκων χρεών, τα οποία η εναγομένη αναγκάστηκε να καλύψει για να αποτρέψει τη δική της κήρυξη σε πτώχευση, β) τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η εναγομένη λόγω της ανωτέρω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, με περαιτέρω συνέπεια το κλείσιμο του επί της … καταστήματος και γ) την προς διευκόλυνση της ενάγουσας και κατά παράκληση εκείνης εικονική καταγγελία της δήθεν σύμβασης εργασίας (που είχε προηγηθεί με κοινή συμφωνία) προκειμένου η ενάγουσα να εγγραφεί στο Ταμείο Ανεργίας και να λαμβάνει το αναλογούν επίδομα από τον ΟΑΕΔ, [όλα τα παραπάνω] δημιούργησαν εύλογα στην εναγομένη την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε αξιώσεις από την προηγηθείσα σύμβαση εργασίας.

Η άσκηση δε αυτών με την ένδικη αγωγή συνιστά απρόβλεπτη ανατροπή, που έχει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις για την εναγομένης και δεν είναι ανεκτή. Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία που αναφέρθηκε (βλ.

παραπάνω, αρ.2). Πλην, όμως, δεν έλαβε υπόψη του και τα αμέσως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έχουν αυτοτέλεια και αναφέρονται στην παράλειψη της ενάγουσας να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η εκ μέρους της εκμετάλλευση του καταστήματος, στη μη προβολή τους σε διακανονισμό και στην εν γένει αντισυμβατική και αντιφατική της συμπεριφορά έναντι της εναγομένης.

Τα περιστατικά αυτά, μαζί με εκείνα που αξιολόγησε το Εφετείο, είχαν προταθεί από την εναγομένη παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς στήριξη της ενστάσεώς της από το άρθρο 281 ΑΚ και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής της. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα με τα ήδη αξιολογηθέντα από το Εφετείο, είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον αντιστοίχως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ' ουσία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 (και όχι αρ.1) ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, διότι η τυχόν ευδοκίμηση της ενστάσεως θα επηρεάσει την έκβαση της δίκης και ως προς την τύχη της εφέσεως της ενάγουσας. Γι' αυτό και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο σύνολό της, πλην βεβαίως του κεφαλαίου που αναφέρεται στον υπολογισμό των κονδυλίων της αγωγής, ως προς το οποίο η κρίση του Εφετείου δεν έχει προσβληθεί. Η παραπομπή θα γίνει ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 559 αρ.19) αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1596/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ