372/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated372/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Full text
Απόφαση 372 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 372/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Ν.Σ Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Χιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2008 αγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26822/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 848/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 08 -10 -2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 16-03-2016 έκθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Ωσαύτως, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν".
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 πλημμέλεια καθόσον παρεβίασε (με εσφαλμένη εφαρμογή) τις διατάξεις των άρθρ. 10 και 21 παρ. 10 ν.3208/2003, στις οποίες προβλέπεται, επί κατοχυρωθέντος του μη δασικού χαρακτήρος εκτάσεων, επί τη συνδρομή των εκεί εκτιθεμένων προϋποθέσεων, τούτος, (ήτοι ο μη δασικός χαρακτήρας), παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τις αρμόδιες Δασικές Αρχές, του Δημοσίου μη δικαιουμένου, εν τοιαύτη περιπτώσει, προβολής επ’ αυτών εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Επίδικο ακίνητο στην υπό κρίση υπόθεση είναι ένα διαιρετό και αυτοτελές τμήμα αγρού εμβαδού 4.000 τ.μ το οποίο αποτελεί τμήμα αγρού συνολικής εκτάσεως 10.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχή της κοινότητας και ήδη Δήμου ..., του νομού Θεσσαλονίκης και συνορεύει κατά τον αναφερόμενο τίτλο κτήσεως (...11-4-1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Θεσσαλονίκης, στο τόμο ...) με ακίνητα ιδιοκτησίας Π., με ακίνητα ιδιοκτησίας Β. Ζ. και με την επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης-...-... και το οποίο (ακίνητο) κατά νεώτερη και ακριβέστερη εμβαδομέτρηση έχει εμβαδά 4.086,96 τμ, όπως εμφαίνεται με στοιχεία ... στο από 20-6-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.
Α.. Το πιο πάνω ακίνητο, αποτελεί τμήμα του υπ’ αριθμ. 16 ευρύτερου ακινήτου, εμβαδού 10.000 τμ, που συνορεύει γύρω, σύμφωνα με το τίτλο κτήσης του ενάγοντος, με δρόμο διερχόμενο του αγροκτήματος προς την κατασκήνωση των προσκόπων, με ακίνητο Π. και με επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης-...-.... Το πιο πάνω ακίνητο, περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα-πωλητή Β.
Ζ., δυνάμει του υπ’ αριθμ .../24-1-1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του πιο πάνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο ... με αυξ αριθμό …, λόγω αγοράς. Αρχικός κύριος του όλου αγρού εμβαδού 39.500 τμ, τμήμα του οποίου αποτελεί ο αγρός εμβαδού 10.000 τ.μ.
ιδιοκτησίας του Β. Ζ. και που συνόρευε (το ευρύτερο ακίνητο) με αγρούς Γ., Δ. Κ., Κ. Λ., κήπο Α. Γ., αγρόκτημα Π., Κ. Λ. και κοινοτικό δάσος, ήταν ο Α. Γ.. Στη νομή και κατοχή του Α. Γ., περιήλθε ο πιο πάνω αγρός επειδή τον κατείχε και τον καλλιεργούσε και πριν από το έτος 1907 οπότε και εξεδόθησαν οι υπ’ αριθμ. .../1907 τίτλοι κυριότητας (ταπία) και ειδικότερα καλλιεργούσε το ευρύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών πριν από το 1917, μέχρι την 20-5-1917 ύστερα από παραχώρηση του Τουρκικού Δημοσίου, που είχε την κυριότητα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 8, 24 και 30 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, με σίκαλη, πατάτες και φασόλια απέκτησε κατά το έτος 1890 δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί του ιδίου καλλιεργήσιμου ακινήτου (αγρού).
Μετά την παραχώρηση, ο δικαιούχος του δικαιώματος, καλλιεργούσε αδιάκοπα τον αγρό μέχρι την 20 Μαΐου 1917, οπότε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του 2448/20-5-1917 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, όπως αναγνωρίσθηκε και με το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920 και το άρθρο 49 του Ν, 2052/1920, παραχωρήθηκε σ’ αυτόν, που είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σε δημόσιες καλλιεργήσιμες γαίες, δικαίωμα συγκυριότητας κατά το ποσοστό 4/5, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό της συγκυριότητας (1/5) περιήλθε αυτοδικαίως στον ίδιο δικαιούχο δυνάμει των άρθρων 101 έως 104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν 4166/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν 1540/1938.
Έτσι, ο Α. Γ. κατέστη αποκλειστικός κύριος του ευρύτερου αγρού, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε ανήκε στην κατηγορία των καλλιεργήσιμων γαιών της περιόδου της τουρκοκρατίας, χωρίς να προσκρούει η κτηθείσα κυριότητα αυτού στο απαράγραπτο του άρθρου 21 του νδ. της 22-4/16-5-1926, διότι αυτό αφορά τα κτήματα του Δημοσίου, ενώ ο επίδικος αγρός ξέφυγε της κυριότητος του Δημοσίου, κατά την εκτεθείσα Ελληνική νομοθεσία, εξαιτίας της απόκτησης επ’ αυτού δικαιώματος εξουσίασης από τον Α.
Γ.. Εν συνεχεία, ο Α. Γ., με το υπ’ αριθμ .../18-1-1940 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στο τόμο ..., πώλησε τον πιο πάνω αγρό στον Ε. Γ., μετά δε το θάνατο του τελευταίου, ο αγρός περιήλθε στην κυριότητα της συζύγου και εν συνεχεία του υιού τους Γ.
Γ., μετά δε το θάνατο και αυτού στις 28-7-1952, το ακίνητο περιήλθε στους 10 κληρονόμους του τελευταίου και συγκεκριμένα τους Ε. Γ. του Γ., Ε. χήρα Ν. Κ., Μ. χήρα Δ. Δ., Α. Γ. του Γ., Α. συζ. Π. Κ., Μ. συζ. Μ. Φ., Ν. Κ., Ε. συζ. Ζ. Χ., Α. Γ. και Θ. Χ., οι οποίοι (κληρονόμοι) αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία με το υπ’ αριθμ .../8-10-1953 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο ...
Μετά το θάνατο του Α. Γ., στις 28-8-1965, στην κληρονομία του υπεισήλθε η θυγατέρα του Ι. Γ., που αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομία, με το υπ’ αριθμ .../1966 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο ..., και στη θέση του αποβιώσαντος την 1.12.1956 Θ.
Χ., υπεισήλθαν οι γιοί του Φ. και Ο., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με το υπ’ αριθμ .../25-9-1972 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω υποθηκοφυλακείου στο τόμο .... Εν συνεχεία όλοι οι πιο πάνω κληρονόμοι του Α.
Γ., με το υπ’ αριθμ .../24-1-1973 πωλητήριο συμβόλαιο, μεταβίβασαν τμήμα του όλου αγρού των 39.500 τμ, ο οποίος εντωμεταξύ λόγω της συντελεσθείσας δυνάμει της υπ’ αριθμ .../1971 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης απαλλοτρίωσης έκτασης εμβαδού 3.703 τμ για την εγκατάσταση υποσταθμού τηλεοράσεως, κατέστη εμβαδού 37.797 τμ, με το υπ’ αριθμ. .../24-1-1973, όπως προαναφέρθηκε, τμήμα του πιο πάνω ακινήτου, εμβαδού 10.000 τμ, στον Β.
Ζ. και αυτός με τη σειρά του, μεταβίβασε τμήμα εμβαδού 4.000 τμ στον ενάγοντα. Το ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντα, από το χρόνο απόκτησης του από τον τελευταίο, καλλιεργείτο από το μάρτυρα απόδειξης, Ά. Τ., ο οποίος κατέθεσε ότι από το 1973 που ο ενάγων αγόρασε το επίδικο, ο ίδιος το νοίκιαζε απ’ αυτόν (ενάγοντα) και το έσπερνε με σίκαλη, βρώμη, σιτάρι και σανό .
Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι τόσο το επίδικο όσο και όμορα με αυτό ακίνητα είναι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, εκτός από τις βοσκήσιμες που ανήκουν στην κυριότητα του δήμου .... Όπως δε προκύπτει από την με ημερομηνία 20-6-2008 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Α., το επίδικο έχει περίφραξη παλιά, τουλάχιστον εικοσαετίας στις πλευρές ΑΗ και Ζ Η, ενώ στις πλευρές ΔΕ και ΕΖ διακρίνεται το όριο με το όμορο ακίνητο λόγω παλαιότερης καλλιέργειας, δεδομένου ότι από τις άλλες πλευρές του το επίδικο συνορεύει με την επαρχιακή οδό ...-....
Εξάλλου αναφορικά με το χαρακτήρα της ευρύτερης έκτασης των 39.000 τμ και για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, σαφής είναι η κατάθεση των μαρτύρων Σ. Λ. και Σ. Π., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 3-12-1984, κατά τη συζήτηση αντιρρήσεων του Β. Ζ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με το χαρακτηρισμό της έκτασης ιδιοκτησίας του, ως δασικής, οι οποίοι κατέθεσαν ότι "ο Γ.
από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μέχρι το 1962, καλλιεργούσε την έκταση των 39 στρεμμάτων με σίκαλη, πατάτες και φασόλια. Στο κομμάτι αυτό δεν υπάρχει καθόλου δασική έκταση. Είναι καθαρό το μέρος, δεν έχει δασική έκταση, έχει λίγα αραία κέδρα". Αλλά και ο μάρτυρας του δημοσίου, Α. Σ.-δασολόγος, στην ίδια συνεδρίαση κατέθεσε ότι "σήμερα ολόκληρος η έκτασις των 39 στρεμμάτων είναι αγροτική, αλλά έχει μέσα αραιά κέδρα.
Υπάρχουν δρόμοι μέσα". Εν συνεχεία το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την υπ’ αριθμ 71/1984 απόφαση απεφάνθη ότι η έκταση των 10.000 τμ που ανήκε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Β. Ζ., όπως και η ευρύτερη έκταση των 39.000 τμ είναι αγροτική και όχι δασική, το δε γεγονός της ύπαρξης εντός της εκτάσεως ελαχίστων δένδρων -κέδρα και αυτά όχι κατά συστάδες αλλά εν είδει θύλακος, δεν μπορεί να μεταβάλλει τον χαρακτήρα της έκτασης από αγροτική σε δασική.
Εξάλλου στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή και η επίδικη έκταση των 4.000 τμ, που αποτελεί τμήμα της προαναφερθείσας έκτασης των 10.000 τμ είναι αγροτική και όχι δασική, κατέληξε με την υπ’ αριθμ 87/1985 ήδη αμετάκλητη απόφαση του το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, η οποία (απόφαση) εκδόθηκε επί των αντιρρήσεων που είχε προβάλλει ο ενάγων Β.
Τ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επειδή τμήμα του επίδικου αγρού, εμβαδού 714,52 τμ στον κτηματολογικό χάρτη και πίνακα είχε καταγραφεί ως δημόσια δασική έκταση. Με την πιο πάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε η διόρθωση τόσο του κτηματολογικού πίνακα όσο και του χάρτη και ο χαρακτηρισμός πλέον του πιο πάνω τμήματος του επιδίκου, ως ιδιωτικής αγροτικής έκτασης και ο αποχαρακτηρισμός του ως δασικής έκτασης.
Και είναι μεν γεγονός ότι ο πιο πάνω αποχαρακτηρισμός αφορά το τμήμα του επιδίκου των 714,52 τμ, όπως ισχυρίζεται με τις προτάσεις του το εκκαλούν, όμως στο σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης γίνεται μνεία τόσο για το χαρακτήρα της ευρύτερης έκτασης των 39.000 τμ ως αγροτικής όσο και ειδικότερα του τμήματος των 4.000 τμ που μεταβιβάσθηκε στον εκεί αντιλέγοντα και εδώ ενάγοντα Β.
Τ., τη φύση δε της πιο πάνω έκτασης ως αγροτικής, επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου μάρτυς του Ελληνικού Δημοσίου ( βλ απόφαση), ο οποίος προσέθεσε ότι στις αεροφωτογραφίες του 1945 το επίδικο εμφανίζεται ως αγροτική έκταση. Για το χαρακτήρα δε του ευρύτερου ακινήτου των 39 στρεμμάτων, έκρινε το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με τις υπ’ αριθμ 61-71/1985 αποφάσεις του, δεχόμενο ότι αυτό αποτελούσε αγροτική έκταση.
Εξάλλου στον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα του Υπουργείου Γεωργίας του Α’ Μισού Κοινότητας ..., στη ... με αύξοντα αριθμό ..., εμφανίζεται το επίδικο με αριθμό κτήματος ..., στη επόμενη σελίδα με αύξοντα αριθμό ... και με αριθμό κτήματος ... εμφανίζεται το απομείναν τμήμα αγροτεμαχίου στο Β. Ζ., καθώς επίσης και το όμορο του επιδίκου ακίνητο από τη δυτική πλευρά, ιδιοκτησίας Αθ.
Π. με αύξοντα αριθμό ... και κωδικό κτήματος .... Και τα τρία αυτά τεμάχια ...,... και ... στο χάρτη της κοινότητας ... της Διεύθυνσης Δασών, φέρονται με χρώμα μπλε, δηλαδή κατά το Υπόμνημα χρήσεως χρωμάτων "Δασική έκταση σήμερα. ‘ Αλλης μορφής έκταση στις Α/Φ του 1945", αγροτική όπως προαναφέρθηκε και κατατέθηκε και από τους εξετασθέντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου μάρτυρες και του Ελληνικού Δημοσίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, η περιοχή του Δήμου ... του νομού Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται το επίδικο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης και το επίδικο ακίνητο, καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ ...
με εμβαδόν 4.087τμ, συνορεύει δε γύρω με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ .... Ο ενάγων δήλωσε το δικαίωμα κυριότητας του επί του πιο πάνω ακινήτου στα αρμόδια γραφεία του Εθνικού Κτηματολογίου κατά την κτηματογράφηση της περιοχής και κατά την Α’ ανάρτηση αναγράφηκε ο ίδιος ως κύριος του επιδίκου. Όμως το Ελληνικό Δημόσιο δια του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δασών, υπέβαλε ένσταση κατά των αναρτηθέντων στοιχείων της Β ανάρτησης, ζητώντας τη διόρθωση του επιδίκου ακινήτου, με την αιτιολογία ότι αυτό ανήκει στην κυριότητα του ως δασική έκταση, επειδή αυτό φέρει δασική βλάστηση.
Η ανωτέρω ένσταση έγινε δεκτή από το Κτηματολόγιο με την υπ’ αριθμ .../24-9-2003 απόφαση του, με την αιτιολογία ότι "πιθανολογήθηκε ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου και τα επ’ αυτού δικαιώματα του δημοσίου", χωρίς όμως κατά τη συνεδρίαση να κληθεί ο ενάγων για να εκθέσει τις απόψεις του. Βάσει των πιο πάνω, στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ ...
των κτηματολογικών βιβλίων του κτηματολογικού γραφείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης, καταχωρήθηκε ως δικαιούχος κυριότητας αυτού κατά ποσοστό 100% το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο εφεσίβλητος, καταχώριση εσφαλμένη, με συνέπεια να προσβάλλεται το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας του εφεσιβλήτου -ενάγοντος επί του επιδίκου.
Εξάλλου, ακίνητα που εμπίπτουν στο μείζον αγροτεμάχιο των 39 στρεμμάτων, όπως τα όμορα του επιδίκου με ΚΑΕΚ ... καταχωρήθηκαν από το κτηματολόγιο στο όνομα ιδιώτη το πρώτο και του Δήμου ... το δεύτερο, άλλα δε τμήματα του ευρύτερου ακινήτου, καταχωρήθηκαν ως εκτάσεις μη ανήκουσες στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά σε ιδιώτες πχ Θ.
Θ., διότι αποδείχθηκε ότι ανέκαθεν αποτελούσαν αγροτικές ή βοσκήσιμες εκτάσεις και όχι δασικές (βλ υπ’ αριθμ 41222/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης).
Συνεπώς η ανωτέρω εγγραφή είναι ανακριβής και εσφαλμένη".
IV. Κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα, καταδεικνύεται η αβασιμότης του πρώτου λόγου αναιρέσεως, καθόσον το Εφετείο επί τη βάσει της εξουσιαστικής του δικαιοδοσίας, (των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων), ανέδραμε στα ιστορικά δεδομένα της υποθέσεως και διατύπωσε το καταληκτικό του πόρισμα, χωρίς την τροχοπέδη επί της δικανικής κρίσεώς του των ανωτέρω φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων, τις οποίες εν προκειμένω δεν εφήρμοσε, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και παρά τα όσα αντίθετα αιτιάται, αβασίμως όμως, το αναιρεσείον.
V. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, δοθέντος ότι δεν έλαβε υπόψιν τα έγγραφα, τα οποία κατ’ άρθρ. 529 ΚΠολΔ επικαλέσθηκε και προσκόμισε (και δη αεροφωτογραφίες, έκθεση φωτοερμηνείας και το .../1973 συμβόλαιο του Συμ/φου Θεσ/κης Χ.
Σ.) προς απόδειξη του δασικού χαρακτήρος της επίδικης εκτάσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού στην απόφαση, η οποία προσβάλλεται, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα. VI. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 22 ν. 3693/1977), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 848/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ