372/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated372/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 372 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 372/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μίχο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Μελισσηνό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω κατά τους ορισμούς του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν.2447/1996 "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (εδ.1)," οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνον: 1) αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία 2) αν η δικαιοπραξία καταρτίσθηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3) αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται (εδ.2).
Από τη διάταξη του εδ.1 του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον δύναται να την προσβάλλει. Περαιτέρω η εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου του ίδιου άρθρου με την οποία τίθενται περιορισμοί στο δικαίωμα των κληρονόμων, να επικαλεσθούν την ακυρότητα των δικαιοπραξιών που κατήρτισε ο κληρονομούμενος από αυτούς, ενώ βρισκόταν σε μια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις ανικανότητας προϋποθέτει δικαιοπραξίες επαχθείς (μη χαριστικές) δηλαδή δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση περιουσιακού οφέλους (επίδοση) έγινε έναντι ανταλλάγματος, Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου δηλαδή εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή, αλλά αρκεί για την προσβολή τους η συνδρομή των όρων του πρώτου εδαφίου του ίδιου άρθρου.
Η άκυρη για την παραπάνω αιτία δικαιοπραξία μπορεί να έχει καταρτισθεί και από αντιπρόσωπο του ανίκανου κληρονομούμενου, εφόσον αυτός χορήγησε τη σχετική πληρεξουσιότητα στον αντιπρόσωπό του, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας, οπότε ναι μεν η πληρεξουσιότητα δεν συνιστά καθ' εαυτήν χαριστική δικαιοπραξία, αλλά ούτε και επαχθή εφόσον όμως αφορά στην τέλεση από τον αντιπρόσωπο του ανίκανου χαριστικής δικαιοπραξίας, εμπίπτει τελικά στη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ και τόσον η ίδια όσον και η μετέπειτα δικαιοπραξία του αντιπροσώπου μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη από τους κληρονόμους σύμφωνα με τους ορισμούς του εδ.1 του άρθρου 131 ΑΚ, (ΑΠ1403/1982, 1089/1980, 8/2013).
Περαιτέρω χαριστική δικαιοπραξία είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 1509 ΑΚ σύμβαση γονικής παροχής, αφού η παροχή αυτή γίνεται χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς την ύπαρξη σχετικής προς τούτο νομικής υποχρεώσεως των γονέων. Ο χαρακτηρισμός της ως δωρεάς, μόνον κατά το ποσόν που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν μπορεί να στηρίξει αντίθετη εκδοχή, καθ' όσον η μη ένταξή της έως ένα βαθμό στην έννοια της δωρεάς αποσκοπεί στην απαλλαγή της από ορισμένες δυσμενείς συνέπειες των δωρεών, όπως είναι η υποβολή σε τύπο, η βαρύτερη φορολόγηση και ιδίως η δυνατότητα ανακλήσεως.
Δεν ήταν, αντιθέτως, σκοπός του άρθρου 1509 ΑΚ να υπαγάγει στις επαχθείς δικαιοπραξίες μέρος των γονικών παροχών, οι οποίες έτσι υπόκεινται, σε όλη τους την έκταση στη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ.
Συνεπώς για τη νομική βασιμότητα σχετικής αγωγής του κληρονόμου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας συμβάσεως γονικής παροχής, που καταρτίσθηκε από τον κληρονομούμενο, αρκεί η επίκληση των στοιχείων, που πληρούν το πραγματικό του άρθρου 131 εδ.1 ΑΚ. (ΑΠ 1687/2002, 638/2004, 48/2009, 880/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, ως διαδικαστικό έγγραφο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων εξέθετε κατά το μέρος που ενδιαφέρει ότι η μητέρα αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης διόρισε με συμβολαιογραφικό έγγραφο το σύζυγό της και πατέρα των διαδίκων, ειδικό πληρεξούσιο στον οποίο παρέσχε μεταξύ άλλων και την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει με αιτία τη γονική παροχή προς την τελευταία (αναιρεσίβλητη) κινητά και ακίνητα πράγματα που ανήκαν στην κυριότητά της.
Ότι με βάση το πληρεξούσιο αυτό ο εντολοδόχος μεταβίβασε με γονική παροχή στην εναγομένη, πριν από το θάνατό της εντολέως, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, την κυριότητα ενός αστικού ακινήτου. Ότι η μητέρα των διαδίκων, που απεβίωσε αργότερα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά το χρόνο που συντάχθηκε το παραπάνω πληρεξούσιο έπασχε από ανοϊκή συνδρομή εξαιτίας της οποίας δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και είχε περιέλθει σε ψυχική και νοητική διαταραχή που την εμπόδιζε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της, με συνέπεια η παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα να είναι άκυρη.
Ζήτησε δε, ως κληρονόμος, την αναγνώριση της ακυρότητας της πληρεξουσιότητας και της σύμβασης γονικής παροχής προς την εναγομένη, που διατυπώθηκαν στα αντίστοιχα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, επί της εφέσεως δε που άσκησε κατά της απόφασής του η αναιρεσίβλητη εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι επειδή η αγωγή αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της πληρεξουσιότητας, η οποία δεν είναι χαριστική δικαιοπραξία και επομένως για την ακύρωση αυτής από τον ενάγοντα κληρονόμο εφαρμοστέο ήταν το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, πλην όμως δεν ανέφερε ο ενάγων στην αγωγή καμμία από τις προϋποθέσεις που πληρούν το πραγματικό αυτού του εδαφίου, ήταν γιαυτό το λόγο αόριστη.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό η αγωγή είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 131 εδ.1, 216, 1509 ΑΚ, στο οποίο και θεμελιωνόταν το αίτημά της, ενόψει του ότι η χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα, προς ενέργεια χαριστικής δικαιοπραξίας, όπως η ένδικη γονική παροχή, θεωρείται και αυτή χαριστική δικαιοπραξία και συνεπώς για την αξιολόγησή της ως ορισμένης αρκούσε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η κληρονομούμενη κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας της πληρεξουσιότητας έπασχε από ανοϊκή συνδρομή, εξαιτίας της οποίας δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και είχε περιέλθει σε ψυχική και νοητική διαταραχή, που την εμπόδιζε να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τους αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης του παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή καθ' όσον για την νομική επάρκεια της αγωγής το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος, αλλά και ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθ' όσον παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 199/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ