Legislator Case Law & Legislation
372/2010 AI generated

372/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 372/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

372/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ν.1876/1990) το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της §2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος, με το άρθ. 20 §2 ν.1849/1989 ορίσθηκε, ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 372 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 372/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 έως και 92) Ψ92, κατοίκων όλων ... . Οι 2ος, 3ος, 8ος, 11ος, 12ος, 25ος, 28ος, 32ος, 37ος, 38ος, 40ος, 41ος, 46ος, 51ος, 53ος, 55ος, 56ος, 58ος, 62ος, 71ος, 77ος και 85ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη. Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 859/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2908/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2007 αίτησή του και τον από 5-11-2008 πρόσθετο λόγο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 12-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών κύριων και του μοναδικού προσθέτου λόγου αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις αναφερόμενες στην συνέχεια εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ... από τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους (Α) οι 6ος, 14ος, 15ος, 21ος, 23ος, 24ος, 27ος, 42ος, 43ος, 52ος, 54ος, 59ος, 66ος, 67ος, 70ος, 73ος, 76ος, 82ος, 86ος και 88ος, είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-1-2009, με την επίδοση σε κάθε έναν απ' αυτούς ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης καθώς και κλήσης για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη (με αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και .../27-11-2008 εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα), κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, μη απαιτουμένης ιδιαίτερης κλήτευσής τους και γι' αυτήν (άρθ. 226 §4, 573 §1 ΚΠολΔ) (Β) οι 1ος, 4ος, 5ος, 7ος, 9ος, 10ος, 13ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 20ος, 22ος, 26ος, 29ος, 30ος, 31ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 39ος, 44ος, 45ος, 47ος, 48ος, 49ος, 50ος, 57ος, 60ος, 610ς, 63ος, 64ος, 65ος, 680ς, 69ος, 72ος, 74ος, 75ος, 78ος, 79ος, 80ος, 81ος, 830ς, 84ος, 87ος, 89ος, 90ος, 91ος και 920ς κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επίδοση σε κάθε έναν απ' αυτούς ακριβούς αντιγράφου της ένδικης αίτησης με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής μετ' αναβολή δικάσιμο (με αριθ. 9942-9991/11-11-2009 εκθέσεις επίδοσης), ενώ εξάλλου νομότυπα επιδόθηκε σε όλους τους αναιρεσίβλητους και το δικόγραφο του από 5-11-2008 προσθέτου λόγου αναίρεσης (με αριθ. .../27-11-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...), παραδεκτώς επομένως ασκηθέντος.

Κατά συνέπεια, εφόσον οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία τους (άρθ. 576 ΚΠολΔ).

II. Κατά την διάταξη του άρθ. 90 §3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.

α' , και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 §3 ν.2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται (1) στην κατά το άρθ. 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερουμένη με το άρθ. 22 §1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

κατ' αυτών) (2) στην διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 §1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και στο άρθ. 20 §1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων (3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση (4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συν προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ,με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 §2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) ΣυνθΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ.

της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεων τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο, και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που προβάλλονται με τις προτάσεις τους.

Εξάλλου, η επίσης προβαλλόμενη με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απορρεούσης, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, από τις διατάξεις των άρθ. 5 §1 και 25 §1 του Συντάγματος και των άρθρων της ΕΣΔΑ 6 §1, 8 §2, 9 §2 (αναφέρεται στην ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων) και 10 §2 (αναφέρεται στην ελευθερία της έκφρασης και δη στην ελευθερία της γνώμης και της λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών) δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην προβαλλόμενη μεταβολή της νομολογίας, ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ως άνω διετούς παραγραφής, με την 29/2006 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, αφού με αυτήν έγινε ερμηνεία της ως άνω διάταξης, ενώ η επίσης προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της εμπιστοσύνης του διοικούμενου αφορά την διοικητική λειτουργία του Κράτους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 2908/2006 απόφαση του. ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, που έχουν προσληφθεί από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Δήμο και υπηρετούν σε διάφορες υπηρεσίες αυτού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ήδη αορίστου χρόνου, οι οποίες αφορούν σε μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1/1-31/12/2001 από την μη καταβολή σ' αυτούς του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου τους, δεν έχουν υποκύψει στην διετή ως άνω παραγραφή, καθόσον η παραγραφή αυτή άρχισε ως υπέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την 1-1-2002 κατ' εφαρμογή του άρθ. 91 εδ.

α' ν.2362/1995 και συμπληρωνόταν την 1-1-2004, ενώ η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο την 30-12-2004 με αποτέλεσμα την διακοπή της. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλ.

ως προς τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που είχαν γεννηθεί μέχρι και την 29-12-2001. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η προσκομιζόμενη από 25-6-2009 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ως προς την αντίθεση της διάταξης του άρθ. 90 §3 ν.2362/1995 προς το άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ μόνον σε σχέση προς την καθιερουμένη διετή παραγραφή καθεαυτήν, ως προς την συνδρομή της οποίας στην προκειμένη περίπτωση δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης η προσβαλλομένη απόφαση, καταστάσα επομένως αμετάκλητη κατά τούτο, και όχι και ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής , και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα παραπομπής του σχετικού ζητήματος, ούτε άλλωστε του γενικότερου ζητήματος του χρόνου της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων, στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

III. Με το άρθ. 16 §1 ν.435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ την 13-2-1976 η §2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία (α) στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται (β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται, όμως, σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου (γ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν την χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον (αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και (ββ) το με βάση αυτές οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του με βάση την παρούσα διαμορφουμένου.

Με την §2 του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου ορίσθηκε, ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά την διαδικασία του προϊσχύσαντος ν.3239/1955. Ήδη σύμφωνα με το άρθ. 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989, ΦΕΚ Β' 213/1989, και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ, άρθ, 8 §1 εδ.

β' ν.1876/1990) το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της §2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος, με το άρθ. 20 §2 ν.1849/1989 ορίσθηκε, ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις της ΔΑ 10/1976, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του ν.1849/1989 προκύπτει, ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται επίδομα γάμου ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις.

Εξάλλου, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, που καθιερώνει το άρθ. 7 ν.1876/1990, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στην σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.

Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 8 §1, 10 και 19 §2 ν.1876/1990 προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και) στους ΟΤΑ, και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.

Έτσι και οι μισθωτοί αυτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών των ΟΤΑ, ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα.

Στην προκειμένη περίπτωση: (Α) Με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο (και τώρα αναιρεσείοντα) Δήμο Αθηναίων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 μέχρι το 1980 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου, και εργάζονται σ' αυτόν ως εργάτες καθαριότητας, πλην των 9ου και 68ου που εργάζονται ως οδηγοί απορριμματοφόρων ή τεχνίτες, αμειβόμενοι σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ΟΤΑ", ειδικότερα δε για το έτος 2001 σύμφωνα με την από 24-12-2001 ΣΣΕ, στις ρυθμίσεις της οποίας υπάγονται ως μέλη του Συνδικάτου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Αττικής που ανήκει στην δύναμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ-ΟΤΑ) που συμβλήθηκε στην ως άνω ΣΣΕ, ότι είναι όλοι έγγαμοι και γι' αυτό ο εναγόμενος τους καταβάλλει το προβλεπόμενο από την ως άνω ΣΣΕ επίδομα γάμου που ανέρχεται στο σταθερό ποσό των 480δρχ.

ημερησίως, το οποίο όμως είναι κατώτερο του καθοριζομένου σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου τους που έπρεπε να τους καταβάλλει ο εναγόμενος σύμφωνα με το νόμο (και δη τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις των άρθ. 20 §2 ν.1849/1989, της §2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθ. 16 ν.435/1976, άρθ. 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ), με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτούς τις προκύπτουσες για το χρονικό διάστημα 1/1-31/12/2001 διαφορές μεταξύ καταβλητέου (ποσοστού 10% επί των βασικών ημερομισθίων) και καταβαλλομένου (σταθερού ποσού 480δρχ.

ή 1,41€) επιδόματος γάμου, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αγωγή αυτή με το ως άνω περιεχόμενο ήταν νόμω βάσιμη και δεν έπασχε από νομική αοριστία, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο κατά το α' σκέλος του και τρίτο κύριους λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, οι οποίοι, επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, ειδικότερα δε για το ορισμένο της ένδικης αγωγής αρκούσε, πλην των άλλων περιεχομένων σ' αυτήν ως άνω στοιχείων, η διαλαμβανομένη εκεί αναφορά της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος γάμου που προκύπτει κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων νόμου (και της ΕΓΣΣΕ) και αυτού που προβλέπει η εφαρμοζόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο για τους ενάγοντες ΣΣΕ και δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση του συνόλου των αποδοχών τους από την ως άνω ΣΣΕ και αυτών που προβλέπονται ειδικότερα από την ΕΓΣΣΕ, ώστε να κριθεί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος,^ν η δυσμενέστερη ρύθμιση της (ειδικής) ΣΣΕ σε σχέση με το επίδομα γάμου αντισταθμίζεται από άλλους όρους της που τους προσφέρουν πλεονεκτήματα και άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις σε άλλα θέματα και δη σχετικά με τις αποδοχές τους, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται σε διατάξεις νόμων που περιέχουν ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση ως προς την επίδικη μισθολογική παροχή (κατισχύοντας της οικείας ΣΣΕ) και απαγορεύουν ευθέως τον συμψηφισμό ειδικά του επιδόματος αυτού (γάμου) που προκύπτει από τον ποσοστιαίο προσδιορισμό του προς καταβαλλόμενες άλλες, τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων αποδοχές (τον οποίο, συμψηφισμό, υπονοεί ο αναιρεσείων), επιτρέποντας μόνο τον γενόμενο ήδη με την αγωγή συμψηφισμό (αφαίρεση) του καταβαλλομένου με βάση την οικεία ΣΣΕ επιδόματος γάμου. (Β) Επί της αγωγής αυτής το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 2908/2006 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο μεταξύ των ετών 1970-1990 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αρχικά ορισμένου χρόνου, μετατραπείσες στην συνέχεια σε αορίστου χρόνου, και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους ως εργάτες καθαριότητας, πλην του 9ου και 68ου που εργάζονται ως οδηγός απορριμματοφόρου και τεχνίτης αντίστοιχα, ότι είναι έγγαμοι και μέλη του Συνδικάτου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Αττικής που υπάγεται στην δύναμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ-ΟΤΑ) και οι όροι αμοιβής και εργασίας τους ρυθμίζονται από τις συναπτόμενες με βάση το ν. 1876/1990 μεταξύ των εκπροσώπων των Υπουργείων Οικονομικών και Εσωτερικών και της ΠΟΠ-ΟΤΑ ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση ιδιωτικού δικαίου Προσωπικού ΟΤΑ", ότι σύμφωνα με την ισχύουσα για τους ενάγοντες κατά την επίδικη περίοδο από 24-12-2001 ΣΣΕ το επίδομα γάμου που καταβάλλεται στους έγγαμους μισθωτούς κλπ.

και κατά το οποίο προσαυξάνονται τα οριζόμενα στο άρθ. 3 εδ. Α', Β' και Γ' αυτής ημερομίσθια ανέρχεται σε 480δρχ. (ήδη 1,41€) ημερησίως που είναι, όμως, κατώτερο του 10% των βασικών ημερομισθίων, δεδομένου ότι αυτά κυμαίνονται από 8.080-13.210 δρχ. για τους εργάτες και το βοηθητικό προσωπικό και από 9.450-15.230δρχ. για το τεχνικό προσωπικό, και ότι, επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται επίδομα γάμου ποσοστού 10% επί των βασικών ημερομισθίων τους που καθορίζονται από την ως άνω από 24-12-2001 ΣΣΕ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ του καταβλητέου επιδόματος γάμου που έπρεπε να υπολογισθεί στο ως άνω ποσοστό και του καταβαλλομένου δραχμικού.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν ότι το επίδομα γάμου των εναγόντων ισούται με ποσοστό 10% επί των βασικών ημερομισθίων τους και όχι με το σταθερό ποσό των 480δρχ. ή 1,41€, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 16 ν.435/1976 και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν είναι καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα τα ως άνω ακραία αξιολογικά όρια, καθεαυτήν η άσκηση αξίωσης για την καταβολή αποδοχών και παροχών που προβλέπονται από το νόμο υπέρτερων από τις καταβαλλόμενες με βάση ΣΣΕ.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε ενώπιον αυτού την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, ισχυριζόμενος ότι αυτοί δεσμεύοντα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπέγραψαν, μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των οποίων οι ενάγοντες είναι μέλη, με την αιτιολογία ότι το γεγονός της υπογραφής ΣΣΕ που περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς σε σχέση με το νόμο ρύθμιση ορισμένου θέματος δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης για την λήψη των νομίμων παροχών.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης με το ως άνω περιεχόμενο, καθόσον καθεαυτό το γεγονός της υπογραφής ΣΣΕ με δυσμενέστερη για τους μισθωτούς, σε σχέση με το νόμο, ρύθμιση ορισμένης παροχής ή επιδόματος δεν αρκεί, άνευ άλλου, για να καταστήσει καταχρηστική την αξίωση για την καταβολή των νομίμων παροχών.

V. Με τους δεύτερο κατά το β' σκέλος του και πέμπτο (και τελευταίο) κύριους λόγους αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι η χορήγηση με την προσβαλλομένη απόφαση στους ενάγοντες επιδόματος γάμου υπολογιζόμενου σε ποσοστό 10% επί του ημερομισθίου που καθορίζεται με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ θίγει την κατ' άρθ. 22 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι το ποσό που προκύπτει με τον υπολογισμό αυτόν είναι πολύ μεγαλύτερο εκείνου που χορηγείται στους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου υπαλλήλους του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2470/1997, οι οποίοι ασκούν τα ίδια με τους ενάγοντες καθήκοντα, απασχολούμενοι στους ίδιους χώρους και με τις αυτές συνθήκες.

Ο λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι η απορρέουσα από το άρθ. 4 §1 του συντάγματος αρχή της ισότητας, ειδικότερη μορφή και εκδήλωση της οποίας αποτελεί η σύμφωνα με το άρθ. 22 §1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας, δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται περί διαφορετικών κατηγοριών υπαλλήλων (υπάλληλοι με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) και όταν είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγων που καθορίζει την μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ν.2470/1997 για τους μονίμους (με σχέση δημοσίου δικαίου) υπαλλήλους του αναιρεσείοντος και ΣΣΕ για τους ενάγοντες (ΟλΑΠ 3/1997).

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2908/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ