372/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.09.1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 2411/1992 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 19.09.1995 ανακοπή ερημοδικίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5229/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3619/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.03.2000 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated372/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τους τελευταίους τούτους τόκους, από την παράδοση των έργων, ως μη πιστωθείσης της αμοιβής, είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν παραπονεθεί με την έφεσή τους κατά της σχετικής σύμφωνης πρωτόδικης κρίσεως. Το Εφετείο συνεπώς έκρινε εσφαλμένως την αφετηρία της τοκογονίας, παραβιάσαν με την ανωτέρω επιδίκαση ελασσόνων των νομίμων τόκων την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 694 § 1 ΑΚ.
Full text
Απόφαση 372 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 372/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων :1) ...... και 2) ........, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Πασπαλά.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) ...... και 2) ......., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Καραμήτσας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.09.1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 2411/1992 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 19.09.1995 ανακοπή ερημοδικίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5229/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3619/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.03.2000 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 25.09.2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 3619/1997 αποφάσεως κατά το μέρος των επιδικασθέντων τόκων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί παραδεκτό ένδικο μέσο κατ' αποφάσεως μη υποκειμένης σ' αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 24 ΕΝΚΠολΔ προκύπτει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και η προθεσμία ασκήσεώς τους κρίνονται σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως νόμο. Βάσει της εν λόγω ανεξαιρέτου αρχής του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό και οι λόγοι ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται εκ των ισχυουσών κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της ανακοπτομένης αποφάσεως διατάξεων.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι, ως ερημοδικασθέντες, ήσκησαν την 20.9.1995 εμπροθέσμως αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ' αρ. 2411/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εδημοσιεύθη την 23.4.1992, όταν δηλαδή το ένδικο τούτο μέσο ήταν επιτρεπτό, αφού κατηργήθη από την 28.5.1993 διά του άρθρου 9 § 1 του ν. 2145/1993 και τους επεδόθη στις 8.9.1995. Η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή από την υπ' αρ. 5229/1996 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που προσέβαλαν δι' εφέσεως οι αναιρεσείοντες, προσάπτοντες σ' αυτήν εκτός των άλλων και παρά το νόμο παραδοχή της ανακοπής, ως στρεφομένης κατά μη προσβαλλομένης διά του ενδίκου τούτου μέσου αποφάσεως, μετά την προδιαληφθείσα νομοθετική κατάργησή της. Ο σχετικός λόγος της εφέσεως απερρίφθη υπό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεχθείσης τα προεκτεθέντα και ότι δεν είχε καταστεί η ανακοπείσα απόφαση τελεσίδικη, ελλείψει επιδόσεώς της, όπως αβασίμως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τη διάταξη του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η πληττομένη απόφαση, απορρίψασα τον ως άνω λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν εκήρυξε παρά το νόμο παραδεκτή την ανακοπή ερημοδικίας. Κατ' ακολουθίαν, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 694 § 1 ΑΚ, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, αν δε συνίσταται σε χρήματα και δεν επιστώθη, είναι τοκοφόρος από την παράδοση του έργου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: Μεταξύ των αναιρεσειόντων αφενός ως εργολάβων και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου ως εργοδοτών, κατηρτίσθη το ....... σύμβαση έργου με αντικείμενο την εκτέλεση των μωσαϊκών, μαρμαρικών και άλλων συναφών οικοδομικών εργασιών στο ανεγειρόμενο Δημόσιο Νηπιαγωγείο ......
Οι τιμές μονάδας εκάστης εργασίας καθορίσθησαν συμβατικώς στα ποσά που αναφέρονται. Το έργο εξετελέσθη και παρεδόθη στους αναιρεσιβλήτους περί τα τέλη Νοεμβρίου 1989. Περαιτέρω, επί τη βάσει των τιμών αυτών και των εκτελεσθεισών εργασιών, έκρινε η πληττομένη απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες εδικαιούντο συνολικό μισθό εξ 187090 δραχμών.
Ακόμη, εδέχθη το δικαστήριο τούτο με την εν λόγω απόφασή του ότι δυνάμει παρομοίας συμβάσεως έργου είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων τον Αύγουστο του 1987 η εκτέλεση ορισμένων μαρμαρικών και μωσαϊκών εργασιών στο γραφείο των αναιρεσιβλήτων στην ενταύθα λεωφόρο ......, αντί κατ' αποκοπήν αμοιβής εξ 100000 δραχμών.
Οι αναιρεσείοντες εξετέλεσαν και τους παρέδωσαν το έργο τούτο περί το τέλος Αυγούστου του 1989. Έναντι της συνολικής εκ δραχμών 287090 απαιτήσεως των αναιρεσειόντων οι αναιρεσίβλητοι τους κατέβαλαν συνολικώς 140000 δραχμές, όπως απεδεικνύετο εκ των επικληθεισών και προσαχθεισών δύο αποδείξεων πληρωμής και απέμενε υπόλοιπο εκ δραχμών 147090.
Το ποσό τούτο, μετά των νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής, επεδίκασε στους αναιρεσείοντες η πληττομένη απόφαση, αφού εδέχθη την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξηφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει μείζον ποσό, μετά των νομίμων τόκων από προγενέστερο χρόνο, ήτοι τη 16η Νοεμβρίου 1989, επομένη της παραδόσεως των έργων, που είχε κρίνει ότι συνετελέσθη τη 15η Νοεμβρίου 1989.
Τους τελευταίους τούτους τόκους, από την παράδοση των έργων, ως μη πιστωθείσης της αμοιβής, είχαν ζητήσει οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν παραπονεθεί με την έφεσή τους κατά της σχετικής σύμφωνης πρωτόδικης κρίσεως. Το Εφετείο συνεπώς έκρινε εσφαλμένως την αφετηρία της τοκογονίας, παραβιάσαν με την ανωτέρω επιδίκαση ελασσόνων των νομίμων τόκων την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 694 § 1 ΑΚ.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα τα ανωτέρω, δεν στερείται νομίμου βάσεως, διότι έχει την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής ως προς τις σχετικές με τη μερική εξόφληση της όλης απαιτήσεως των αναιρεσειόντων, διά των καταβολών των 140000 δραχμών, παραδοχές της. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος κατά το οικείο τμήμα του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα υπ' αυτών πράγματα. Ως πράγματα όμως χαρακτηρίζουν τη μακροσκελή επιχειρηματολογία τους κατά των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης και του καταλογισμού στην απαίτησή τους των γενομένων καταβολών. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως. Ωσαύτως αβάσιμοι είναι και οι τέταρτος και πέμπτος κατά τα οικεία μέρη τους, εκ του αυτού άρθρου και αριθμού, λόγοι της αιτήσεως ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μη προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως, αφού η ένσταση αυτή όντως προεβλήθη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν. Ως μη υποβληθείσα, αλλά γενομένη δεκτή, αίτηση νοείται η αποτελούσα κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής. Δεν εμπίπτει όμως στην έννοια του αναιρετικού λόγου τούτου η παραδοχή μη υποβληθείσης ενστάσεως.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι επεδίκασε μη αιτηθέν διά της παραδοχής της μη αληθώς προταθείσης από τους αναιρεσιβλήτους ενστάσεως εξοφλήσεως. Επομένως, αφού η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν ελέγχεται μέσω του ανωτέρω λόγου αναιρετικώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, πέμπτος κατά το οικείο σκέλος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν ή έλαβε υπόψη υπόψη μη επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι με την πληττομένη απόφασή του εδέχθη ως αληθή πράγματα χωρίς να λάβει υπόψη μέσα αποδείξεως και ειδικότερα ομολογίες των αναιρεσιβλήτων και την επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο όμως, όπως βεβαιώνει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδείξεων, οι δε φερόμενες στο αναιρετήριο ως μη ληφθείσες υπόψη "ομολογίες" των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστούν το ομώνυμο αποδεικτικό μέσο, αλλά αναφέρονται σε διάφορες λεπτομέρειες της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των μερών.
Εξάλλου, οι φράσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι "οι επί μέρους τιμές μονάδος, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων για την εκτέλεση του έργου του Νηπιαγωγείου, ήταν εκείνες που ίσχυσαν και σε προηγούμενη μεταξύ τους αναλόγου περιεχομένου σύμβαση έργου (του Ιανουαρίου 1987) που αφορούσε στην ανέγερση του Πνευματικού Κέντρου ......
Το γεγονός αυτό συνομολογείται ρητά με τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων, της 15.1.1992, στις οποίες αναφέρεται ότι οι τιμές του επίμαχου έργου "θα είναι οι ίδιες με αυτές του έργου του Πνευματικού Κέντρου" και όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται στην από 20.9.1991 αγωγή τους και την από 30.1.1987 προσφορά τους, στην οποία παραπέμπει η τελευταία", δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη λήψη υπόψη ομολογίας των αναιρεσειόντων, ενώ άλλωστε η τελευταία φράση αντιστοιχεί πλήρως προς το περιεχόμενο των πρωτοδίκων προτάσεων αυτών.
Επομένως, οι αντίθετοι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 και 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν η ιδία απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υφίσταται στο διατακτικό της αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να προκύπτει αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάγνωση ή διάπλαση.
Δεν ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός εκ της αντιφάσεως μεταξύ διαφόρων μερών του αιτιολογικού ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Εν προκειμένω, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποδίδεται ως πλημμέλεια αντιφατικών διατάξεων η παραδοχή της προαναφερθείσης ενστάσεως εξοφλήσεως. Επομένως, η επικαλουμένη (ανύπαρκτη πάντως και κατά την εντός της αιτιολογίας θεώρησή της) αντίφαση δεν εμπίπτει στον παρόντα λόγον αναιρέσεως, τυγχάνοντος αβασίμου του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, πέμπτου κατά το οικείο μέρος του λόγου της αιτήσεως. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι κατά το μέρος των επιδικασθέντων τόκων, την υπ' αρ. 3619/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων εκ χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ