Supreme Court allows appeal against final judgment for interest capitalization and charges transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment regarding interest capitalization and fee transfer. The appellant argued that the lower court failed to apply specific laws on interest calculation and consumer protection. The court ruled that the contractual transfer of fees constitutes interest and is legally valid, thus upholding the lower court's substantive decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 3 of Law 128/1975; Articles 174, 293 para. 1b, 345, 363 of the Civil Code; Article 12 of Law 2601/1998: The contractual transfer of a statutory fee to the borrower constitutes interest and is legally permissible for capitalization and compounding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 371 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "....." και το διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ".....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...../2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...../2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 2172Β'/3-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Ζ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (1-4-2024) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1189/2021), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 154/2017).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016). Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (με έναρξη ισχύος από 2.4.2012), τροποποιήθηκε το άρθρο 632 ΚΠολΔ και ορίστηκε στην παρ. 2 αυτού, ότι στην εκδίκαση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής εφαρμόζεται το άρθρο 643 ΚΠολΔ, στην παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι εφαρμόζεται το άρθρο 649 ΚΠολΔ. Εξάλλου, στη δεύτερη παράγραφο του ένατου άρθρου του Ν. 4335/2015, που τροποποίησε τον ΚΠολΔ, ρητά ορίζεται ότι οι διατάξεις του "Νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 591-645), εφαρμόζονται επί δικογράφων που κατατίθενται από 1.1.2016 κι εφεξής, κατά την οποία ημεροχρονολογία αρχίζει, όπως ορίζει η τέταρτη παράγραφος της μεταβατικής αυτής διάταξης, η ισχύς του ως άνω νόμου κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις.
Συνεπώς, κατά την εκδίκαση των ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής, οι οποίες (ανακοπές) ασκήθηκαν πριν τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του Ν.4335/2015, εφαρμόζονται οι προΐσχύσασες διατάξεις των ειδικών διαδικασιών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 644 παρ.1 ΚΠολΔ, υπό την ισχύ του Ν.4055/2012, "η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα, εκτός από ανακοπή ερημοδικίας".
3. Με την κρινόμενη από 31-5-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ...../2020 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου-ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ..../2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 7-3-2013 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αριθμ.95/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας κατ' άρθρο 644 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την τροποποίησή του με το Ν.4335/2015. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 6.6.2022, ήτοι εντός της, κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας από τότε που κατέστη τελεσίδικη η, απορριπτική της έφεσης, απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, που άρχισε από την επίδοση της τελευταίας στις 6.5.2022, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.6493Ζ'/6-5-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π.
Ρ. και, κατά τη μείζονα σκέψη, έπρεπε να παρέλθει, προκειμένου να υπόκειται σε αναίρεση. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).Σημειώνεται ότι την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης άσκησε και παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ....
Ανώνυμη Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο ".....", ως καθολική διάδοχος της εκκαλούσας-καθ'ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα .... .... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο ".... ....", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας.
4. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ'άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 95/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ...
Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσίβλητος, να της καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθών αυτή, το ποσό των 16.614, 05 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί ληξιπρόθεσμη οφειλή του από την υπ' αριθ. 650000105732/10-6-2002 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, στην οποία συνεβλήθη ως εγγυητής υπέρ των δανειοληπτών, λοιπών καθών η διαταγή πληρωμής.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 7/3/2013 ανακοπή του, ζητώντας την ακύρωσή της, εκδόθηκε δε επ'αυτής η υπ'αριθμ. ...../2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τον τρίτο λόγο της ανακοπής αναφορικά με την μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/75 στο ετήσιο επιτόκιο και τον ανατοκισμό αυτής ως ουσιαστικά βάσιμο και ακολούθως και την ανακοπή και ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Κατά της απόφασης αυτής η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3/3/2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. ...../2020 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία.
5. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ , δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.
Από τη γραμματική διατύπωση, όμως, της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξεως αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.
Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακυλίσεως της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακυλίσεως της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν.128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ , ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν.128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την έναρξη της ισχύος του Ν.128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια - πιστώσεις).
Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 Ν.2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα, που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικά, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 Ν.2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δίκαιου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β Ν.3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπίζονταν τέτοιες εξαιρέσεις, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων - χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.
Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1993 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο Β2 επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και στην επιβολή "Ειδικών εισφορών" και η εισφορά του Ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον Ν.128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ , ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν.128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 332/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 (αντίστοιχο 559 αριθ.1) KΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 123/2023).
6. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.3 Ν.129/1975, 174, 293 παρ.1β, 345, 363 του ΑΚ, ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (Α'παράγραφος) και 12 ν.2601/1998, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα την μετακύλιση της εισφοράς αυτής στο δανειοδοτούμενο, όπως και η κεφαλαιοποίηση των τόκων και ο ανατοκισμός αυτών, είναι παράνομος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Επιπρόσθετα, επειδή, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, η ενσωμάτωση της εισφοράς του ν. 128/75 είναι παράνομη, όταν το βάρος μετακυλύεται στον καταναλωτή, είναι δε άκυρη η οφειλή στην οποία ενσωματώνεται, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή για το λόγο αυτό και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί σε βάρος του εφεσίβλητου.
Επομένως και ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί και η έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία...". Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο Εφετείο εσφαλμένα, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, σε συνδυασμό με 174, 293 παρ.1β, 345, 363 του ΑΚ, ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (Α'παράγραφος) και 12 ν.2601/1998, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς του νόμου αυτού, αλλά και την κεφαλαιοποίηση των τόκων και τον ανατοκισμό.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται απ` αυτήν ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους, εφόσον δε η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α`ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ο σχετικός δε όρος (ΓΟΣ) της επίδικης δανειακής σύμβασης, ελεγχόμενος μόνο από άποψη διαφάνειας, είναι έγκυρος και διαφανής, ενόψει του ότι στη σύμβαση, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση των δανειοληπτών και με την εισφορά του Ν.128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του πρώτου λόγου της αναιρέσεως από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. ..../2020 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ