Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, upholding court's finding of contributory negligence and successor status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the insurance company against a final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The court held that the previous judgment between different parties did not constitute res judicata regarding the current claim against the insurance entity. Consequently, the appellate court's assessment of contributory negligence and the allocation of liability to the social security fund was deemed legally sound and free from error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 324 and 325 of the Code of Civil Procedure; Res judicata requires identity of parties, subject matter, and cause of action, and does not extend to successors unless the right was transferred before the lawsuit commenced.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 371 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ» (ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ» (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.10.2012 αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4795/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2901/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03.06.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 03.06.2019 (αρ. κατ. 1763/214/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 2901/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Aπό τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας (ΑΠ 469/2020), δεν παράγεται δε δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων. Το δεδικασμένο ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 325 ΚΠολΔ υπέρ και κατά των διαδίκων, εκείνων που έγιναν διάδοχοι τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της και εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου από τους διαδίκους ή διαδόχου του αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές. Εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, ο διάδοχος του διαδίκου δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, ΑΠ 714/2013). Αντιθέτως δε το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 470/2016, ΑΠ 2009/2013).
Κατά το άρθρο 312 ΚΠολΔ το περιεχόμενο της απόφασης αποτελεί πλήρη απόδειξη για ότι αφορά την εμφάνιση και την εκπροσώπηση των διαδίκων, για την προβολή προφορικά στο ακροατήριο ισχυρισμών και την υποβολή αιτήσεων καθώς και για την γνώμη που έχει εκφέρει το δικαστήριο. Η γνώμη αυτή δεν δεσμεύει, μη συντρεχόντων των όρων των αρθ. 321 επ. ΚΠολΔ επόμενο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αυτής διαφοράς μεταξύ διαφορετικών διαδίκων.
Κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965, ορίζεται ότι «επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του δύνανται ν’ αξιώσουν κατ’ άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι’ ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικάς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ’ α ειδικότερον θέλει ρυθμισθεί δια Β.Δ., εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού, μετά γνώμην του Δ.Σ.
του ΙΚΑ». Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του κατά την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθέντος Β.Δ. 226 της 22-2/21.3.1973, «περί τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ οφειλομένων προς ασφαλισμένον ή τα μέλη της οικογενείας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωσιν υποχρέου», ορίσθηκε ότι «το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, συμφώνως προς την παράγραφο 5 του άρθρου 10 του ν.
δ. 4104/1960, ως αντικατεστάθη τούτο υπό του άρθρου 18 του ν. 4476/1965, καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Διοικητού του ΙΚΑ». Τέλος με το αρθ.18 Α.Ν. 1645/1986 προστέθηκε στο τέλος της παρ. 5 του πιο πάνω άρθρου διάταξη κατά την οποία «Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές».
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μετά την ισχύ του Α.Ν. 1645/1986 το Ι.Κ.Α. για τις καταβαλλόμενες παροχές προς τους ασφαλισμένους του, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση για ζημιά που προξενήθηκε σε αυτούς από τρίτο υποκαθίσταται αυτοδικαίως από τον νόμο κατά το ποσό των καταβληθέντων ή οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην ποσοτικά και ποιοτικά αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του τελευταίου κατά του υποχρέου.
Η υποκατάσταση αυτή ανατρέχει στον χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση αποζημίωσης στον αρχικό δικαιούχο, δηλαδή στον χρόνο του ατυχήματος. Με βάση επομένως το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης της απαίτησης από αδικοπραξία του παθόντος ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α. από τον ως άνω χρόνο τέλεσης του αδικήματος δεν μπορεί να βρεί πεδίο εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 325 περ.2 ΚΠολΔ για την επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου στους διαδόχους των διαδίκων κατά την διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της αφού η μεταβίβαση του δικαιώματος έχει επέλθει πριν από την έναρξη της δίκης στην οποία θα προχωρήσει με αγωγή ο παθών ασφαλισμένος απαιτώντας αποζημίωση η οποία ανήκει πλέον στο Ι.Κ.Α.
[III] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 03.10.2012 με αρ. κατάθεσης 29264/4-10-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ενάγον ήδη αναιρεσίβλητο, στρεφόμενο κατά της οδηγού του με αρ.... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ε. Σ., των συγκυρίων αυτού Μ. Σ. και Μ. Π., από τους οποίους η πρώτη είχε προστηθεί στην οδήγηση του και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ. στην οποία ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές το παραπάνω αυτοκίνητο ως και κατά του οδηγού του με αρ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου Χ. Γ., της κυρίας αυτού, ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε, από την οποία ο παραπάνω οδηγός είχε προστηθεί στην οδήγηση του και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ στην οποία ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές το παραπάνω αυτοκίνητο ισχυρίστηκε, ότι την 24.10.2007 οι δύο παραπάνω οδηγοί προκάλεσαν τροχαίο ατύχημα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή οφειλόμενο σε συγκλίνουσα αμέλεια τους με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ασφαλισμένου του H. C..
Ότι αυτό κατέβαλε στον τελευταίο εξ αιτίας του ατυχήματος το συνολικό ποσό των 21.860,55 ευρώ ως επιδότηση ασθενείας και σύνταξη αναπηρίας, την οποία υπέστη εξ αιτίας του παραπάνω ατυχήματος, η σχετική δε αξίωση του παθόντος ασφαλισμένου του μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως σε αυτό σύμφωνα με την διάταξη αρθ.10 παρ.5 Ν.Δ. 4104/1960 όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το αρθ. 18 ν. 4476/1965 και αρθ. 18 ν. 1654/1986. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο ο κάθε ένας να του καταβάλουν το ποσό των 21.860,55 ευρώ για την παραπάνω αιτία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 4795/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της ως προς τους τέσσερεις πρώτους των εναγομένων, διότι κρίθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη δεν βαρύνεται με πταίσμα για την πρόκληση του ατυχήματος και κατά συνέπεια για τον τραυματισμό του παθόντος και έγινε μερικά δεκτή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, αφού κρίθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του δευτέρου αυτοκινήτου, στην πρόκληση όμως αυτού και του τραυματισμού του συνέβαλε και ο ίδιος ο παθών κατά ποσοστό 50% δεχόμενο και την σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας προβληθείσα, όπως έκρινε, από όλους τους εναγόμενους.
Κατά της απόφασης αυτής η έβδομη εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 09.06.2015 και με αρ. κατάθεσης 2060/2015 έφεση, το δε ενάγον την από 08.12.2015 και με αρ. κατάθεσης 4167/2015 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο πέμπτος εναγόμενος και ότι στην πρόκληση του ατυχήματος και στον τραυματισμό του συνέβαλε και ο ίδιος ο παθών κατά 50%, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την πρώτη έφεση για τους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση, ως και την δεύτερη ως προς τους τέσσερεις πρώτους εφεσίβλητους ενώ δέχτηκε αυτήν στην ουσία της, ως προς τους πέμπτο και έκτο των εφεσιβλήτων δεχόμενο ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι αυτοί είχαν προτείνει ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος, την οποία και έκανε δεκτή, ενώ η συγκεκριμένη αυτή ένσταση είχε προταθεί μόνον από την έβδομη εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα.
Για τον λόγο αυτό εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους παραπάνω εφεσίβλητους και για την ενότητα της εκτέλεσης και ως προς την έβδομη και αφού δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή υποχρέωσε τους τρεις τελευταίους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρο στο ενάγον το συνολικό ποσό των 10.930,27 και επιπλέον τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων να καταβάλουν στο ενάγον εις ολόκληρο μεταξύ τους το ποσό των 10.930,28 ευρώ.
Περαιτέρω προκύπτει ότι επί της με αρ. κατάθεσης 34368/2009 προηγούμενης αγωγής που άσκησε ο παθών H. C. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της Ε. Σ., του Μ. Σ., της Μ. Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ως και της ασκηθείσης από την τελευταία προσεπίκλησης–παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης στην παραπάνω δίκη κατά του Χ.
Γ., της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ εκδόθηκε η με αρ. 4260/2011 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον παθόντα ενάγοντα και την προσεπικαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αρ. 1810/2014 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία, αφού ερευνήθηκε και η παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή–ανταγωγή έγινε δεκτό, όσον αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών και μάλιστα σε υπαιτιότητα της Ε.
Σ. κατά ποσοστό 40% και του Χ. Γ. κατά ποσοστό 20%,ενώ συνυπαίτιος του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του τυγχάνει και ο παθών κατά ποσοστό 40%. Στην συνέχεια το δικαστήριο ανάβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, ανέστειλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι την προσκόμιση βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής του Ι.Κ.Α.
για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης.
[IV] Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (OλΑΠ, 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
(α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας,
(β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και
(γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του αρθ. 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της την με αρ. 1810/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας έγινε δεκτό τελεσίδικα όσον αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών και μάλιστα σε υπαιτιότητα της Ε. Σ. κατά ποσοστό 40% και του Χ. Γ. κατά ποσοστό 20%, ενώ συνυπαίτιος του ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του τυγχάνει και ο παθών κατά ποσοστό 40%, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, όσον αφορά την υπαιτιότητα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τις παραδοχές της παραπάνω με αρ. 1810/2014 απόφασης, δεδομένου ότι εξ αυτής δεν προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία έγιναν δεκτά από την με αρ.1810/2014 απόφαση:
(α) ότι ο παθών βρισκόταν πεζός στο πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς του φορτηγού,
(β) ότι η οδηγός του με αρ. ... αυτοκινήτου κινήθηκε χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος της λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία του πεζού, ο οποίος βρισκόταν στο άμεσο ορατό από αυτήν μπροστινό τμήμα της οδού δεξιά της πορείας της με αποτέλεσμα να κατευθύνει άστοχα το όχημα της και χωρίς αποφευκτική ενέργεια και να παρασύρει τον πεζό,
(γ) ότι θα μπορούσε αυτή να διέλθει με ασφάλεια, αφού η απόσταση του αυτοκινήτου της από τον παθόντα μπορούσε να υπερβεί το μέτρο και σε κάθε περίπτωση μπορούσε αυτή να ακινητοποιήσει το όχημα της και τέλος ότι το αναιρεσίβλητο έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ασφαλισμένου του μόνο κατά ποσοστό 20%.
Από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα κατ’ είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, την ρητή μνεία της με αρ. 1810/2014 απόφασης για την οποία τα δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα:
«| Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο, ως εκ του γεγονότος ότι με την με αρ. 1810/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί αγωγής που άσκησε ο ίδιος ο παθών και στην οποία δεν ήταν διάδικος το εδώ ενάγον Ι.Κ.Α. κρίθηκε ότι συνυπαίτια για τον τραυματισμό του ενάγοντος ήταν και η πρώτη των εναγομένων|» και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις πιο πάνω αποδείξεις μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, και επομένως και την παραπάνω απόφαση.To ότι δεν αναφέρει τις παραδοχές της, όπως παραπάνω, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού δεν υποχρεούτο προς τούτο, μη δεσμευόμενο από όσα εκεί κρίθηκαν, ούτε από τυχόν δεδικασμένο, το οποίο δεν παρήχθη στην δίκη αυτή από την παραπάνω μη οριστική μεταξύ διαφορετικών διαδίκων απόφαση και το οποίο άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται και επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
[V] O από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Mε τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενη ότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τις διατάξεις του αρθρ.10 παρ.5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 18 του ν. 4476/1965, τις οποίες εφάρμοσε, διότι παρέλειψε να διαλάβει στην αιτιολογία της, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της έφεσης είχε τελεσιδίκως κριθεί ότι η αξίωση του παθόντος από το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατά του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτή (αναιρεσείουσα) αυτοκινήτου είχε καθοριστεί σε ποσοστό 20% της όλης αξίωσής του και κατά συνέπεια είχε μεταβιβαστεί στο αναιρεσίβλητο σύμφωνα με τις παραδοχές της με αρ. 1810/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνο κατά το ποσοστό αυτό η αξίωση του παθόντος ασφαλισμένου του κατά της αναιρεσείουσας και όχι κατά ποσοστό 50%.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2901/2018 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης:
«| Στις 24 Οκτωβρίου 2007 και περί ώρα 12.35 περίπου, ο πέμπτος εναγόμενος Χ. Γ. οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της έκτης εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, από την οποία και είχε προστηθεί στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην έβδομη εναγόμενη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, στο ...
Θεσσαλονίκης. Στη θέση του συνοδηγού επέβαινε στο ίδιο αυτοκίνητο ο ασφαλισμένος στο ενάγον, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, H. C., ο οποίος, μαζί με τον οδηγό, εργάζονταν στην έκτη εναγόμενη εταιρεία, που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας και διανομής ποτών. Ο οδηγός του άνω φορτηγού αυτοκινήτου έβαινε επί κεντρικής οδού του Μελισσοχωρίου, με κατεύθυνση από τη Λητή προς την κεντρική πλατεία του Μελισσοχωρίου, αναζητώντας χώρο προκειμένου να ακινητοποιήσει προσωρινά το εν λόγω φορτηγό, ώστε να μεταφέρουν από αυτό, με τον συνοδηγό, εμπορεύματα σε ευρισκόμενο σε παρακείμενη πάροδο κατάστημα, με τον εκμεταλλευτή του οποίου η ιδιοκτήτρια του φορτηγού εταιρεία διατηρούσε εμπορικές συναλλαγές.
Στα πλαίσια αυτά, ο πέμπτος εναγόμενος επέλεξε να σταθμεύσει το άνω ογκώδες όχημα, που εκτιμάται (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες) ότι έχει διαστάσεις 2,5-3 μ. ύψος, 7-7,5 περίπου μέτρα μήκος και πλάτος 2- 2,5 μέτρων, εντός και στο μέσον περίπου του κόμβου που σχηματίζεται από τη συμβολή των οδών 19ης Ιουνίου (δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος), ανώνυμης δημοτικής οδού (αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος) και Κανάρη, που καταλήγει καθέτως στην άνω ανώνυμη δημοτική οδό και στο ύψος του 23ου Οικοδομικού Τετραγώνου (που έχει πρόσοψη επί της οδού 19ης Ιουνίου).
Ειδικότερα, η άνω οδός προς την πλατεία του Μελισσοχωρίου είναι αρχικώς ευρύτερη και ενιαία και στο ύψος του άνω Ο.Τ. διαχωρίζεται στην ουσία σε δύο οδούς, ήτοι, εκ δεξιών, την οδό 19ης Ιουνίου και εξ αριστερών την άνω ανώνυμη δημοτική οδό. Τούτο διότι πλησίον του σημείου αυτού του διαχωρισμού των δύο οδών (και ενδιάμεσα αυτών) βρίσκεται οικία, η περιοχή όπισθεν της οποίας είναι ομοίως δομημένη.
Η οδός 19ης Ιουνίου είναι οριζόντια και σχεδόν ευθεία (με ελαφρά προς τα δεξιά κλίση στο σημείο του διαχωρισμού της), έχει πλάτος από το σημείο του διαχωρισμού και εντεύθεν επτά (7) μέτρων και είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Ο πέμπτος εναγόμενος ακινητοποίησε το άνω φορτηγό εν μέρει επί της εν λόγω οδού (19ης Ιουνίου) και εν μέρει στο άνοιγμα που δημιουργείται μεταξύ των δύο διαχωριζόμενων (λόγω της, κατά τα ανωτέρω, ύπαρξης δομημένης επιφάνειας) οδών (19ης Ιουνίου και ανώνυμης δημοτικής οδού).
Τούτο διότι στάθμευσε αυτό με ελαφρά κλίση προς τα αριστερά (διαγωνίως προς τα αριστερά) σε σχέση με τον νοητό διαμήκη άξονά του, με αποτέλεσμα μεταξύ της οπίσθιας δεξιάς γωνίας του εν λόγω φορτηγού και του εκ δεξιών του Ο.Τ. με αριθμ. 23 να μεσολαβεί απόσταση, μόλις 4,90 μέτρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι το οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου βρισκόταν στο ύψος της γωνίας του άνω 23 Ο.Τ., που σχηματίζεται από την άνω οδό 19ης Ιουνίου και από πάροδο, κάθετη προς αυτήν (19ης Ιουνίου).
Στη γωνία αυτή του άνω Ο.Τ. υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-23, κατά την οποία απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα συνολικού βάρους υπερβαίνοντος τους 4 τόνους, καθώς και κολόνα της Δ.Ε.Η. Σημειώνεται ότι το ελεύθερο για κυκλοφορία πεζών και οχημάτων τμήμα της οδού 19ης Ιουνίου, που απέμενε, μετά τη στάθμευση του φορτηγού, περιοριζόταν έτι περαιτέρω λόγω της υπάρξεως στο δεξιό άκρο της άνω οδού (19ης Ιουνίου) σταθμευμένων οχημάτων σε μικρή απόσταση (υπολογιζομένη περί τα 4-5 μ.) από την άνω γωνία που σχηματιζόταν από την ίδια οδό και την προαναφερθείσα πάροδο.
Επισημαίνεται ότι σταθμευμένα οχήματα υπήρχαν και από την άλλη πλευρά της ευρύτερης (πριν τον διαχωρισμό) οδού, λίγο προ της εξόδου στον κόμβο της προαναφερθείσας οδού Κανάρη. Κατά τον άνω χρόνο επικρατούσε φυσικός φωτισμός ημέρας λόγω και της καλοκαιρίας, με αποτέλεσμα να μην περιορίζεται η ορατότητα, ενώ η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν υγρή.
Μετά την ακινητοποίηση του φορτηγού, κατά τον προπαρατεθέντα τρόπο και στο προαναφερόμενο σημείο, τόσο ο οδηγός αυτού όσο και ο συνοδηγός κατέβηκαν από το όχημα προκειμένου να προβούν στην εκφόρτωση αυτού και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο άνω κατάστημα. Ο συνοδηγός μετέβη στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς (σε σχέση με την αρχική του πορεία) του φορτηγού και άνοιξε στο σημείο εκείνο τον μουσαμά που κάλυπτε τη δεξιά πλευρά, προκειμένου να αρχίσει η εκφόρτωση των εμπορευμάτων.
Σημειώνεται ότι η εκφόρτωση των εμπορευμάτων από το συγκεκριμένο φορτηγό γίνεται από τις πλευρές του και όχι από το οπίσθιο τμήμα του. Έτσι, ο ασφαλισμένος του ενάγοντος βρισκόταν κατά τον άνω χρόνο στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του φορτηγού, καλυπτόμενος από τον ανοιγμένο από τον ίδιο στο σημείο εκείνο μουσαμά του φορτηγού, που προεξείχε μισό περίπου μέτρο από την άνω (δεξιά) πλευρά του φορτηγού.
Κατά τον ίδιο χρόνο η πρώτη εναγομένη, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής «MITSUBISHI», εννέα θέσεων, κυλινδρισμού 1997 κ.μ., ιδιοκτησίας των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε επί της άνω οδού 19ης Ιουνίου, με αντίθετη κατεύθυνση, από πλατεία Μελισσοχωρίου προς τη Λητή, πλησιάζοντας τον άνω κόμβο και δη το τμήμα αυτού όπου ήταν σταθμευμένο το πιο πάνω φορτηγό αυτοκίνητο.
Παράλληλα, με αντίθετη κατεύθυνση, από Λητή προς πλατεία Μελισσοχωρίου, εκινείτο επί της ίδιας οδού (19ης Ιουνίου) και έτερο αυτοκίνητο, που οδηγούσε αγνώστων στοιχείων οδηγός. Τόσο η τελευταία (οδηγός) όσο και η πρώτη των εναγομένων, ενόψει του ότι υπό τις προπεριγραφείσες επικρατούσες συνθήκες (στάθμευση φορτηγού, ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων στο δεξιό, σε σχέση με την κατεύθυνση του φορτηγού, άκρο της οδού) δεν ήταν δυνατή η διέλευση από τον ελεύθερο χώρο της οδού 19ης Ιουνίου, που καταλείπονταν λόγω της στάθμευσης του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, ταυτοχρόνως δύο αντιθέτως κινουμένων οχημάτων, μείωσαν σταδιακά την ταχύτητά τους και εν τέλει ακινητοποίησαν τα οχήματα που οδηγούσαν, αμέσως προ του άνω φορτηγού, προκειμένου να συνεννοηθούν για τον τρόπο της διέλευσης των οχημάτων τους από το σημείο.
Η άγνωστη οδηγός του έτερου αγνώστων στοιχείων οχήματος παραχώρησε προτεραιότητα στην πρώτη των εναγομένων, η οποία, έτσι, αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε στο ορατό έμπροσθεν αυτής τμήμα της οδού κάποιο εμπόδιο ή πεζός, ξεκίνησε με πολύ μικρή ταχύτητα να κινείται προς τα εμπρός, διερχόμενη δίπλα από το φορτηγό.
Μάλιστα στην πορεία της αυτή προσπέρασε τον εκ δεξιών του οχήματός της ευρισκόμενο, έμπροσθεν του φορτηγού, πεζό, οδηγό του τελευταίου (πέμπτο εναγόμενο). Και ενώ η πρώτη των εναγομένων είχε διέλθει, κινούμενη, κατά τα ανωτέρω, με σύννομη μικρή ταχύτητα (πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο τα 50 χιλιόμετρα την ώρα), με το όχημα που οδηγούσε δίπλα από το ακινητοποιημένο φορτηγό και μάλιστα το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε είχε ήδη προσπεράσει την οπίσθια δεξιά γωνία του άνω σταθμευμένου φορτηγού, ο προαναφερθείς Η.
C. κινήθηκε αιφνιδίως από το πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς του φορτηγού όπου βρισκόταν επί του οδοστρώματος και εν επαφή με το φορτηγό, με μέτωπο (πρόσωπο) προς το εσωτερικό αυτού, προς το οδόστρωμα, αφού πραγματοποίησε προς τα δεξιά στροφή του σώματός του, με αποτέλεσμα, να εξέλθει όλως αιφνιδίως από το τμήμα του οδοστρώματος που καλυπτόταν από τον ανοιγμένο μουσαμά (μισό μέτρο περίπου), να κινηθεί επί του λοιπού οδοστρώματος και να επιπέσει επί του οπίσθιου δεξιού τμήματος του κινούμενου οχήματος που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και δη στην επιφάνεια αυτού που βρίσκεται ακριβώς έμπροσθεν του οπίσθιου δεξιού τροχού και στη συνέχεια να πέσει και επί του οδοστρώματος και να τραυματιστεί στο δεξιό του κάτω άκρο, υποστάς ανοικτό υπερκονδύλιο κάταγμα του δεξιού μηριαίου οστού.
Σημειώνεται ότι η πρώτη των εναγομένων πριν να διέλθει από το σημείο όπου βρισκόταν ο παθών δεν μπορούσε να δει αυτόν, αφού ο τελευταίος βρισκόταν όπισθεν του μουσαμά που προεξείχε σχεδόν καθέτως από το οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του φορτηγού, που είχε ήδη, κατά τα ανωτέρω, ανοιχθεί από τον παθόντα, καλύπτοντας τον παθόντα, ενώ ουδόλως προειδοποιήθηκε (η πρώτη των εναγομένων) από οιονδήποτε για την ύπαρξη στο σημείο εκείνο του τελευταίου.
Ομοίως δεν μπορούσε να διακρίνει την κίνηση αυτού κατά τον χρόνο της επαφής του με το όχημα που η ίδια οδηγούσε, διότι το εμπρόσθιο τμήμα του τελευταίου, είχε ήδη, κατά τα ανωτέρω, προσπεράσει κατά τον εν λόγω χρόνο την οπίσθια δεξιά γωνία του φορτηγού. Θα μπορούσε η πρώτη των εναγομένων να δει τον παθόντα, μόνον αν κοιτούσε δεξιά του οχήματός της ακριβώς κατά τον χρόνο που προσπερνούσε με το εμπρόσθιο τμήμα του τελευταίου από το σημείο όπου βρισκόταν ο παθών.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν υποχρεωμένη, αλλά ούτε και είχε κάποιο λόγο, να πράξει. Άλλωστε μια τέτοια ενέργεια, δηλαδή η κίνηση προς τα δεξιά το κεφαλιού της πρώτης εναγομένης κατά τον χρόνο που το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε διερχόταν παραπλεύρως του παθόντος, δεν ήταν ενδεδειγμένη οδηγητικά, αφού θα αποσπούσε την προσοχή της από την οδήγηση του οχήματος και την επόπτευση του έμπροσθεν αυτού τμήματος του οδοστρώματος.
Ακόμη, όμως, και εάν είχε συμβεί τούτο, δηλαδή ακόμη εάν η πρώτη των εναγομένων είχε γυρίσει το κεφάλι της προς τα δεξιά κατά τον χρόνο ακριβώς που το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε διερχόταν παραπλεύρως του παθόντος, και πάλι αυτή δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει και να αναμένει ότι ο παθών, ενώ βρισκόταν απασχολημένος με τα εντός του φορτηγού εμπορεύματα, με πλάτη προς το οδόστρωμα, θα πραγματοποιούσε αιφνιδίως στροφή προς τα δεξιά και εν γένει την προπεριγραφείσα κίνηση εντός του οδοστρώματος, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων επ' αυτού.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η πρώτη των εναγομένων δεν αντελήφθη, δικαιολογημένα, κατά τα ανωτέρω, την κίνηση του παθόντος προς το οδόστρωμα, ακινητοποίησε δε αμέσως, λόγω και της μικρής ταχύτητας με την οποία έβαινε, που υπολογίζεται περί τα δέκα έως δεκαπέντε χιλιόμετρα την ώρα, το όχημά της μόλις άκουσε φωνές, οπότε και αντελήφθη το ατύχημα.
Πρέπει, ακόμη να σημειωθεί ότι από την επαφή του παθόντος με το όχημα που οδηγούσε η πρώτη των εναγομένων στο προαναφερόμενο σημείο αυτού (έμπροσθεν του δεξιού οπίσθιου τροχού) το τελευταίο δεν υπέστη υλικές ζημίες, παρά μόνον παρατηρήθηκε στο άνω σημείο του (έμπροσθεν του οπίσθιου δεξιού τροχού) «σάρωμα της σκόνης» (βλ.
την έκθεση αυτοψίας).
Τα άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του συνόλου του εισφερόμενου από τους διαδίκους αποδεικτικού υλικού. Υπό τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια), αφενός μεν του οδηγού του φορτηγού, πέμπτου εναγομένου, αφετέρου δε του ιδίου του παθόντος.
Ειδικότερα η αμέλεια του πέμπτου εναγομένου εντοπίζεται στο γεγονός ότι, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 34 παρ. 1, 3 περ. δ', παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., αυτός, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις άνω περιστάσεις να καταβάλει, στάθμευσε το άνω ογκώδες όχημα σε σημείο όπου απαγορευόταν η στάθμευση, καθόσον, πέραν του ότι δεν υπήρχε ειδικά σημειούμενη θέση για στάση ή στάθμευση (βλ.
άρθρο 34 παρ. 6 εδάφιο τελευταίο του Κ.O.K.), εξ αυτής δημιουργείτο κίνδυνος και παρακώληση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων. Τούτο διότι με την κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο στάθμευση του άνω ογκώδους φορτηγού παρακωλυόταν η ομαλή κυκλοφορία των λοιπών χρηστών της οδού, αφού, κατά τα ανωτέρω αναπτυχθέντα, αποκλειόταν η ταυτόχρονη διέλευση δύο αντιθέτως κινούμενων οχημάτων από την οδό 19ης Ιουνίου και εν γένει καθίστατο ιδιαίτερα δυσχερής η κυκλοφορία όχι μόνον οχημάτων, αλλά και η διέλευση πεζών από την οδό αυτή.
Πολύ δε περισσότερο, καθόσον αυτός (5ος εναγόμενος) έπρεπε να λάβει υπόψη του, ότι η εκφόρτωση των εμπορευμάτων από την δεξιά πλευρά του εν λόγω φορτηγού, αφενός μεν περιόριζε έτι περαιτέρω, κατά τον χρόνο της πραγματοποίησης της διαδικασίας εκφόρτωσης, τον ελεύθερο χώρο της οδού (με το άνοιγμα του μουσαμά), αφετέρου δε εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους όχι μόνον για την κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά και για την ασφάλεια και προστασία εκείνων που θα προέβαιναν στη διαδικασία εκφόρτωσης, αφού θα έπρεπε να σταθούν και στη συνέχεια κινηθούν εντός του οδοστρώματος, ο ελεύθερος χώρος του οποίου είχε ήδη, κατά τα ανωτέρω, σημαντικά περιοριστεί με τη στάθμευση του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου.
Για την προστασία δε των ανωτέρω ουδέν μέτρο ασφαλείας έλαβε. Μάλιστα ο ίδιος ο πέμπτος εναγόμενος, όπως και η έκτη αυτών, προς απόκρουση των ευθυνών τους, επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του Κ.Ο.Κ. κατά την οποία: « […] Αυτοί που επιθυμούν για εύλογη αιτία να καταλάβουν για λίγο μέρος του πεζοδρομίου ή του οδοστρώματος (μεταφορές, επιβίβαση, αποβίβαση κ.λπ.), οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την απρόσκοπτη και ασφαλή κυκλοφορία πεζών και οχημάτων».
Ακόμη, όμως, και εάν θεωρείτο ότι επρόκειτο για μικρή κατάληψη του οδοστρώματος για μικρό χρονικό διάστημα, και πάλι η διάταξη αυτή, που, άλλωστε, ασφαλώς ισχύει πολύ περισσότερο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για μεγαλύτερες (χωρικά) καταλήψεις τμημάτων οδοστρωμάτων και επί μακρότερο χρονικό διάστημα, όπως εν προκειμένω, κατάφωρα παραβιάστηκε από τον πέμπτο των εναγομένων, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, ουδέν μέτρο έλαβε για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη και ασφαλή κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, εκθέτοντας έτσι σε σοβαρό κίνδυνο τον παθόντα.
Η εν λόγω δε αμελής συμπεριφορά του πέμπτου των εναγομένων, ασφαλώς και συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος και τις εξ αυτού συνέπειες και δη τον τραυματισμό του παθόντος, δοθέντος ότι, εάν δεν είχε σταθμεύσει το ογκώδες όχημα που οδηγούσε κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο επί του άνω κόμβου και μάλιστα για να πραγματοποιηθεί από τη δεξιά πλευρά αυτού η εκφόρτωση και μεταφορά διά του οδοστρώματος της οδού 19ης Ιουνίου, στο άνω κατάστημα των εμπορευμάτων (ποτών), δεν θα είχε επισυμβεί το υπόψιν ατύχημα.
Επομένως, ο ισχυρισμός των τριών τελευταίων των εναγομένων ότι το επίδικο ατύχημα και ο τραυματισμός του παθόντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη στάθμευση του άνω φορτηγού αυτοκινήτου στο προαναφερθέν σημείο και την εν γένει συμπεριφορά του οδηγού αυτού, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Περαιτέρω, όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος και τον συναφή τραυματισμό του παθόντος συνετέλεσε και πταίσμα (αμέλεια) του τελευταίου. Τούτο διότι αυτός, κατά παράβαση των επιταγών του άρθρου 38 του Κ.Ο.Κ., πραγματοποίησε την άνω κίνηση από το οπίσθιο τμήμα της δεξιάς επιφάνειας του φορτηγού (επί του οδοστρώματος), σε επαφή με την οποία βρισκόταν, έχοντας μάλιστα γυρισμένη την πλάτη του προς το οδόστρωμα, προς το τελευταίο (δηλαδή το υπόλοιπο τμήμα του οδοστρώματος, πέραν εκείνου στο οποίο αρχικά βρισκόταν, κινούμενος με δεξιά φορά ως προς τον άξονα του σώματός του), εντελώς αιφνιδιαστικά και ανέλεγκτα, χωρίς δηλαδή προηγουμένως να ελέγξει ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και δίχως να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις.
Αποτέλεσμα δε της άνω αμελούς συμπεριφοράς του ήταν να κινηθεί επί του λοιπού οδοστρώματος πέραν εκείνου που καλυπτόταν από τον ανοιγμένο μουσαμά και να επιπέσει ο ίδιος στο άνω όχημα που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη και δη στο τμήμα αυτού ακριβώς έμπροσθεν του δεξιού οπίσθιου τροχού του, και να τραυματιστεί, την ώρα, μάλιστα, που το εμπρόσθιο τμήμα του εν λόγω οχήματος είχε υπερβεί τη δεξιά οπίσθια γωνία του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου.
Η εν λόγω δε αμελής συμπεριφορά του παθόντος συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του, αφού, εάν αυτός, ενόψει και του ότι γνώριζε τις συνθήκες της άνω στάθμευσης του ογκώδους φορτηγού, καθώς και το γεγονός ότι ως εξ αυτής είχε περιοριστεί σοβαρά το ελεύθερο τμήμα της οδού 19ης Ιουνίου, που είναι μάλιστα διπλής κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται σοβαρά η κυκλοφορία των οχημάτων, έλεγχε, ως όφειλε, πριν πραγματοποιήσει την άνω κίνηση προς το οδόστρωμα την επ' αυτού κίνηση των οχημάτων, θα είχε αντιληφθεί την κίνηση του άνω αυτοκινήτου, που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, και δεν θα ερχόταν σε επαφή με αυτό και μάλιστα στο τμήμα του που βρίσκεται έμπροσθεν του δεξιού οπίσθιου τροχού του και συναφώς δεν θα τραυματιζόταν.
Αντίθετα, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, για την πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του παθόντος δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια) η πρώτη των εναγομένων. Η τελευταία ενεργώντας με σύνεση και προσοχή, όταν είδε την παράνομη ακινητοποίηση του ως άνω ογκώδους φορτηγού εντός του κόμβου, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε και στη συνέχεια ακινητοποίησε αυτό προ του φορτηγού, προκειμένου να συνεννοηθεί με την οδηγό του αντιθέτως κινουμένου οχήματος για τον ασφαλή τρόπο διέλευσης αμφοτέρων των οχημάτων από το άνω σημείο.
Στη συνέχεια, αφού της παραχωρήθηκε προτεραιότητα από την έτερη οδηγό, έθεσε εκ νέου σε κίνηση το άνω όχημα που οδηγούσε, κινούμενη με αυτό με μικρή ταχύτητα και προσεκτικά. Όπως προαναφέρθηκε, αυτή δεν μπορούσε να δει τον παθόντα, που καλυπτόταν από τον ανοιγμένο μουσαμά στο οπίσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του ακινητοποιημένου φορτηγού, ούτε προειδοποιήθηκε για την ύπαρξή του στο άνω σημείο, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει.
Ομοίως κατά τον χρόνο της επαφής του πεζού με το όχημα που οδηγούσε έμπροσθεν του οπίσθιου δεξιού τροχού αυτού δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό ούτε εν γένει την άνω αιφνίδια και ανέλεγκτη κίνηση αυτού, αφού το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός της είχε ήδη υπερβεί όχι μόνο το σημείο όπου βρισκόταν ο πεζός, αλλά και την δεξιά οπίσθια γωνία του σταθμευμένου φορτηγού.
Ακόμη δε και εάν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη του πεζού με μέτωπο προς το φορτηγό αυτοκίνητο και πλάτη προς το οδόστρωμα, κατά τον χρόνο ακριβώς που το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε διερχόταν από το σημείο που βρισκόταν ο παθών (με κίνηση προς τα δεξιά του κεφαλιού της), ενέργεια πάντως που ούτε είχε κάποιο λόγο να κάνει ούτε ήταν ενδεδειγμένη και συνετή οδηγητικά, δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει και αναμένει την αιφνίδια και ανέλεγκτη κίνηση αυτού προς το οδόστρωμα κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ούτε, άλλωστε, και σε κάθε περίπτωση, υπό τις άνω συνθήκες, υπήρχαν τα τοπικά και χρονικά περιθώρια για τη διενέργεια οποιουδήποτε επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού.
Οι αιτιάσεις των τριών τελευταίων των εναγομένων ότι αποκλειστικά υπαίτια (άλλως, επικουρικώς, κατά τους πέμπτο και έκτη των εναγομένων, συνυπαίτια κατά ποσοστό 95%) για την πρόκληση του ατυχήματος είναι η πρώτη των εναγομένων, γιατί αυτή πραγματοποίησε αιφνιδίως απότομο προς τα δεξιά ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση με το έτερο αντιθέτως κινούμενο αγνώστων στοιχείων αυτοκίνητο, η οδηγός του οποίου είχε ήδη εκκινήσει, πρέπει, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Τούτο, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι δύο οδηγοί των αντιθέτως κινουμένων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων σταμάτησαν πριν να περάσουν από το σημείο της σταθμεύσεως του φορτηγού, για να συνεννοηθούν, όπως και έπραξαν, για τον τρόπο διελεύσεώς τους από το συγκεκριμένο σημείο. Αυτοί συμφώνησαν να δοθεί προτεραιότητα στην πρώτη των εναγομένων και η έτερη αγνώστων στοιχείων οδηγός να αναμείνει τη διέλευση της πρώτης εναγομένης, όπως και έπραξε, και στη συνέχεια να περάσει και η ίδια.
Ουδόλως αποδεικνύεται ότι η εν λόγω άγνωστη οδηγός εκκίνησε το όχημά της και κινήθηκε με αυτό πριν από τη διέλευση της πρώτης εναγομένης, η οποία, επομένως, ουδένα λόγο είχε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού, εάν η πρώτη των εναγομένων είχε πραγματοποιήσει ελιγμό και μάλιστα αιφνίδιο προς τα δεξιά, ο παθών δεν θα ερχόταν σε επαφή με το αυτοκίνητο που αυτή οδηγούσε στην προαναφερθείσα επιφάνεια αυτού, ήτοι στο τμήμα ακριβώς έμπροσθεν του οπίσθιου δεξιού τροχού του.
Επιπλέον, σε μία τέτοια περίπτωση απότομου ελιγμού προς τα δεξιά του οχήματος που οδηγούσε η πρώτη των εναγομένων ασφαλώς θα είχε υπάρξει πρόσκρουση του τελευταίου και επί του φορτηγού αυτοκινήτου, κάτι που, όμως, ουδόλως συνέβη (ούτε και οι ίδιοι οι διάδικοι, άλλωστε, επικαλούνται ότι συνέβη). Ομοίως, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι, για τους ανωτέρω λόγους, και ο αντίστοιχος ισχυρισμός του εκκαλούντος της υπό β' εφέσεως, ότι η πρώτη των εναγομένων βαρύνεται με αμέλεια για την πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος, διότι κινήθηκε με αμείωτη ταχύτητα και, αφού το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της πέρασε με ασφάλεια μπροστά από το σώμα του ασφαλισμένου του παθόντος «αυτή εξαιτίας βαρύτατης και εγκληματικής αμέλειάς της, εντελώς αιφνίδια και απροειδοποίητα, συνεχίζοντας πάντα με αμείωτη ταχύτητα την επικίνδυνη πορεία της, πραγματοποίησε ξαφνικό, παράνομο και περιττό δεξιό ελιγμό αποφυγής (απομάκρυνσης) από το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να έρθει ακριβώς επάνω στον (παθόντα)» [...] «(με αμείωτη ταχύτητα), να τον στριμώξει επάνω στο οπίσθιο πλαϊνό μέρος του σταθμευμένου φορτηγού, να τον χτυπήσει με το δεξιό πλαϊνό μέρος του οχήματος της και να τον τραυματίσει έτσι βαρύτατα [...]».
Επισημαίνεται δε και πάλι στο σημείο τούτο, ότι η πρώτη των εναγομένων ακινητοποίησε το όχημά της πλήρως προ του φορτηγού (όπως άλλωστε γίνεται δεκτό από όλους τους διαδίκους) και επομένως δεν ήταν δυνατόν μέσα σε ελάχιστα μέτρα από την επανεκκίνησή της να αναπτύξει ικανή ταχύτητα. Αντίθετα η τελευταία κινήθηκε με μικρή ταχύτητα που εκτιμάται περί τα δέκα έως δεκαπέντε χιλιόμετρα την ώρα.
Το γεγονός ότι η πρώτη των εναγομένων, έχοντας γεννηθεί στις 04.06.1988, διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης για το χρονικό διάστημα από 19.07.2007 και εφεξής, καθώς και ότι η εν λόγω άδεια φέρει ημερομηνία έκδοσης την 02.10.2007, δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ίδια δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του παθόντος. Στην ίδια, άλλωστε, κρίση κατέληξε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 966/2015 απόφασή του, κήρυξε την πρώτη των εναγομένων αθώα για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του άνω παθόντος. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο, ως εκ του γεγονότος ότι με την 1810/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής που άσκησε ο ίδιος ο παθών και στην οποία δεν ήταν διάδικος το εδώ ενάγον Ι.Κ.Α., κρίθηκε ότι συνυπαίτια για τον τραυματισμό του ενάγοντος ήταν και η πρώτη των εναγομένων. Με βάση δε τα προαναφερθέντα στοιχεία, η ευθύνη των ως άνω δύο υπαιτίων στην πρόκληση του ατυχήματος επιμερίζεται σε ποσοστό 50% για καθένα από αυτούς. Στην συνέχεια το δικαστήριο δέχτηκε ότι το ενάγον κατέβαλε στον παθόντα ως επιδότηση ασθενείας και ως κύρια και επικουρική σύνταξη όπως αναλυτικά εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το συνολικό ποσό των 21.860,55 ευρώ.
Περαιτέρω δε δέχτηκε ότι για το ποσό αυτό το ενάγον υποκαταστάθηκε στις αξιώσεις του παθόντος έναντι των υπαιτίων του τραυματισμού του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 του Ν. Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 4476/1965 και 18 του Ν. 1654/1986 ότι «η υποκατάσταση αυτή ανατρέχει στον χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση αποζημίωσης στον αρχικό δικαιούχο - παθόντα, δηλαδή στον χρόνο του ατυχήματος».
Επισημαίνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση η ζημία του παθόντος, η έκταση και οι συνέπειες του τραυματισμού του ήταν εξαρχής (από τον χρόνο του ατυχήματος) απολύτως προβλεπτές. Σε κάθε δε περίπτωση, όλες οι συνέπειες του τραυματισμού του παθόντος ήταν σε όλη τους την έκταση γνωστές προ του χρόνου της άσκησης της αγωγής του τελευταίου.
Ειδικότερα, η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 34368/2009 αγωγή του παθόντος κατατέθηκε στη Γραμματεία του άνω Δικαστηρίου την 31.08.2009. Σ’ αυτήν είναι χαρακτηριστικό ότι αναφέρονται όλες οι προαναφερθείσες συνέπειες του τραυματισμού του παθόντος, που μνημονεύονται και στην ένδικη αγωγή, η αναπηρία του, και η από 17.06.2009 απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής αναπηριών του Ι.Κ.Α.
Επομένως, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να βρει πεδίο εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 325 περ. 2 ΚΠολΔ για την επέκταση των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου στους διαδόχους των διαδίκων κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, αφού η μεταβίβαση του δικαιώματος στο Ι.Κ.Α.
είχε επέλθει πριν από την έναρξη της δίκης η οποία άνοιξε με την άνω αγωγή του ασφαλισμένου - παθόντος. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων περί δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ’ αριθμ. 1810/2014 απόφαση του (Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) σε συνδυασμό με την 345/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αναφορικά με τα κριθέντα στη δίκη εκείνη (που ανοίχθηκε με την άνω αγωγή του ίδιου του παθόντος και στην οποία δεν συμμετείχε το ενάγον, ενώ ερευνήθηκε και παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της πέμπτης εναγομένης σε βάρος των τριών τελευταίων των εναγομένων) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος|».
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και της συνεπεία αυτής διαμόρφωσης του ύψους της αξίωσης του παθόντος κατά της αναιρεσείουσας και της συνακόλουθα μεταβίβασης της αξίωσης αυτής κατά το ίδιο ποσοστό στο Ι.Κ.Α μειωμένο σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού, το οποίο καθόρισε το δικαστήριο μη δεσμευόμενο από την διαφορετική κρίση της με αρ. 1810/2014 παραπάνω μη οριστικής και τελεσίδικης απόφασης μεταξύ διαφορετικών διαδίκων από την οποία δεν παρήχθη δεδικασμένο στην δίκη αυτή.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
[VI] Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2019 με αρ. καταθ.1763/214/2019 αίτηση για αναίρεση της 2901/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ