371/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Legislator headnote
AI generated371/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", όπου διαλαμβάνεται, ότι "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Full text
Απόφαση 371 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και έδρα την ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττάκο.
Της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία" και έδρα το ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Τσιρώνη και Δημήτριο Συκαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Φ. Α. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2012 και 101/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 170/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικες παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης, καθεμιά τους δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 170/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 101/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Φ. Α. κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά, με τη δήμευση που έγινε, διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα οποία ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", όπου διαλαμβάνεται, ότι "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε αφενός μεν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί στα, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τα εξουσίαζε και ο οποίος μπορούσε να τα διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης και αφετέρου τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί στις δημόσιες, κατά το παραπάνω δίκαιο, γαίες (μιριγιέ), όπως καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και στα οποία οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο το παραπάνω δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ).
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και, μάλιστα, κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, αφού δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει μόνο εφόσον πρόκειται για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η ...ς, σύμφωνα με τα παραπάνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου για δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κάποιον και, γενικά, ακίνητα, που δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, ενώ ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη που προαναφέρθηκαν, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς αποζημίωση.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα των Κυκλάδων, τα οποία, επειδή δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, περιήλθαν, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχετ.
διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "Περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ.
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και στα δημόσια κτήματα, όπως είναι και εκείνα των Κυκλάδων, τα οποία, επειδή δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκιών, είχαν περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου", εφόσον, όμως, η τριακονταετής νομή σε αυτά, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.
παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων, ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), ότι: "το επίδικο βρίσκεται στη θέση Π.
της νήσου ... του νομού ..., είναι μια έκταση 44.096,90 τμ, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ά. Κ. με την ένδειξη "Επίδικο Τμήμα 2" και τα περιμετρικά κεφαλαία γράμματα Ο, Π, Ρ, Γ, Δ, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Η, Ο, άγονη και ακαλλιέργητη, που κατά τις αρχικές εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...125, συνολικού εμβαδού 113.100 τμ, το οποίο έχει καταχωριστεί ότι ανήκει κατά κυριότητα στην εναγόμενη εταιρεία με βάση τα, νόμιμα μεταγραμμένα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου ...
Π. Π. α) 24507/8.10.1996, τόμ. 64, αριθ. 14, β) 24582/12.12.1996, τόμ. 64, αριθ. 55 και γ) 24607/30.12.1996, τόμ. 64, αριθ. 62, συνορεύει δε προς ανατολάς, μεταξύ άλλων, με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...012, εμβαδού 9.972,67 τμ, που έχει καταχωριστεί ότι ανήκει κατά κυριότητα στον αρχικώς ενάγοντα Φ. Δ. Α. με βάση το, νόμιμα μεταγραμμένο στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 33, αριθ. 192), πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Ν. Κ. Τ.. Το δεύτερο αυτό γεωτεμάχιο συνορεύει νότια και νοτιοδυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...112, εμβαδού 940 τμ κατά τις κτηματολογικές εγγραφές και δυτικά με τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...085 και ...171, εμβαδού κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 14.589 τμ και 3.839 τμ αντίστοιχα, τα οποία έχουν καταχωριστεί ότι ανήκουν στον αδελφό του αρχικού ενάγοντος Χ.
Α. Α., ενώ με την εκκαλουμένη που δεν έχει προσβληθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό αναγνωρίστηκε ότι ο τελευταίος είναι κύριος ενός ενιαίου γεωτεμαχίου, που περιλαμβάνει εκτός από τα δύο ως άνω γεωτεμάχια, τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...125 (ιδιοκτησίας κατά τις κτηματολογικές εγγραφές της εναγομένης), εμβαδού 3.714,807 τμ και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...012 (ιδιοκτησίας του αρχικώς ενάγοντος αδελφού του), εμβαδού 624,71 τμ, ήτοι συνολικού εμβαδού 22.765,51 τμ.
Σύμφωνα με το όπως παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο, ο Φ. Δ. Α. αγόρασε από τον πατέρα του Δ. Α. Α., ένα ακίνητο κείμενο στη νήσο ... νομού ..., το οποίο περιγράφεται ως "το ήμισυ αγρού κεχωρισμένου δια μανδροτοίχου διήκοντος από βορρά προς νότον μέχρι το ''πηγαδάκι'', το προς δυσμάς ευρισκόμενον μέρος, εκτάσεως του όλου αγρού τριών ζευγαριών, κειμένου εις θέσιν ''Π.'' ή “...” περιφερείας Κοινότητος ..., συνορευομένου γύρωθεν προς δυσμάς με ιδιοκτησίαν Ζ.
αγνώστου ονόματος και νοτίως με θάλασσαν, συμπεριλαμβανομένου εις το ήμισυ τούτο τμήμα του αγρού και ενός κελλίου (το μεσαίον) εκ των τριών υπαρχόντων αυτόθι κελλίων μικρού ναού, περιελθόντος αυτώ εξ αγοράς παρά του Π. Χ. Π. και δυνάμει του 1331 της 24ης Ιανουαρίου 1937 έτους αγοραπωλησίας συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου ...
Ε. Κ. Α., μεταγεγραμμένου εν τόμω 29 υπ' αύξ. αριθ. 199 των Βιβλίων Μεταγραφών ...". Σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου του αρχικώς ενάγοντος, ο Π. Χ. Π. μεταβίβασε στον Δ. Α. Α. "έναν αγρό κείμενον ενταύθα εν θέσει ''Π.'' ή ... τριών ζευγαριών ημεροάγριον, περιέχοντα εντός ναΐσκον Αγίου ... μετά δύο κελλίων και συνορεύοντα με θάλασσαν Κ.
Μ. και δρόμον". Στον Π. Χ. Π. είχε παραχωρήσει η μητέρα του Μ. χήρα Χ. Π., δυνάμει του 202/17.12.1908 παραχωρητηρίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Ζ. Γ. Ζ. ("προκειμένου μετά τινά χρόνον ν' αποκατασταθεί"), "...έτερον αγρόν εις θέσιν Π. εκτάσεως τριών ζευγαριών μετά του εν αυτώ ναΐσκου εν ονόματι του Αγίου ... μεθ' ενός κελλίου και των πέριξ χερσαίων, συνορευόμενον γύρωθεν με ομοίους κληρονόμων Γ.
συζύγου Ι. Σ., Ά. Κ. και θάλασσσαν". Στη συνέχεια, δύο έτη μετά την αγορά του προπεριγραφέντος ημεροάγριου αγρού, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντος Δ. Α. Α. πώλησε στον Α. Ν. Ζ., δυνάμει του 1675/19.4.1939 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Ε. Κ. Α., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών της Κοινότητας ... (τόμ. 29, αριθ. 382), ένα τμήμα του, το οποίο περιγράφεται ως "εν τμήμα χέρσον (βουνόν) όσης εκτάσεως και αν είναι, οροθετούμενον δε προς ΒΔ με Ε.
Π. κατά γραμμήν οροθετήσεως από θαλάσσης των Π. μέχρι του προς Β. κολπίσκου υπό το όνομα Κ. ή Κ., κτήμα ..., παραλίαν όρμου Π., εκ του κτήματος ... μέχρι της φίδας και εκείθεν έως το καλυβάκι και από το καλυβάκι έως τον κέδρο και εκείθεν προς το κάτωθεν λιμανάκι εκ της παραλίας του οποίου το βάθος προς το ανατολικόν μέρος είναι μέτρα εκατόν άτινα και συμμεταβιβάζονται δια του παρόντος τω αγοραστή και παραλίαν από το λιμανάκι μέχρι του κτήματος του Ε.
Π.". Αργότερα, το 1961, ήτοι πριν πωλήσει με το 46/20.10.1964 συμβόλαιο το μισό του υπόλοιπου αγρού του στον αρχικώς ενάγοντα γιο του, προέβη στην κατάρτιση της 4538/2.7.1961 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ε. Κ. Α. -που δημοσιεύθηκε νόμιμα μετά τον θάνατό του στις 16.4.1966 με το 144/28.9.1966 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και την οποία αποδέχθηκε ο αρχικώς ενάγων με την 772/20.7.1999 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ...
Α. Δ. Κ.- με την οποία (δημόσια διαθήκη) εγκατέστησε τον αρχικώς ενάγοντα Φ. και τον έτερο γιο του Χ. κληρονόμους στο υπόλοιπο (μετά την πώληση του 1939) ακίνητο, κατά το μισό κατά προσέγγιση στον καθένα, προσδιόρισε δε το ακίνητο που άφησε στον Φ. και το οποίο του πώλησε στη συνέχεια ως "1) το ήμισυ αγρού μου εν θέσει '...
Π., το πρώτον μερίδιον προς δυσμάς, από την γωνίαν της μάνδρας μέχρι της κορυφογραμμής, έως το πηγαδάκι, μιας ζευγαριάς ημέρου και μιας αγρίου μετά της επάνω μάνδρας, συνορεύοντα με Χ. Α., Γ. Ζ., θάλασσαν και δρόμον δημόσιον. 2) Το εν Κελλίον της εκκλησίας Αγίου ... το βορεινόν. 3) Το δικαίωμα όπερ έχω λαμβάνειν από την Εταιρείαν Κ.
και Σία παραχωρώ εις τον υιόν μου Φ.ν", ενώ το υπόλοιπο μισό που άφησε στον Χ. το προσδιόρισε ως "το ήμισυ του αγρού μου εν θέσει '... Π. από την μάνδραν που περιέρχεται εις αυτόν έως το πηγαδάκι, το ανατολικόν μέρος, μιας ζευγαριάς ημέρου και μιας αγρίου, συνορεύοντα με Φ. Α., δια μέσου του αγρού του οποίου είναι και ο δρόμος του".
Ακολούθως, ο αρχικώς ενάγων πώλησε στον Γ. Ρ. του Σ. με το 279/2.11.1965 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ν. Κ. Τ., νόμιμα μεταγραμμένο στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. 33, αριθ. 36), από το ακίνητο αυτό (που αγόρασε από τον πατέρα του), που περιγράφει ως "έναν αγρό εκτάσεως τριών περίπου ζευγαριών, κείμενον εις θέσιν ''Π.'' ή '...
περιφερείας Κοινότητος ..., συνορευόμενον γύρωθεν προς δυσμάς με ιδιοκτησίαν Ζ. αγνώστου ονόματος και νοτίως με θάλασσαν", ένα τμήμα "διαχωριζόμενον από του υπολοίπου κτήματος δια δρόμου αμαξιτού διήκοντος εκ δυσμών προς ανατολάς και όστις δρόμος συμπεριλαμβάνεται εις το πωλούμενον δια του παρόντος τμήμα αγρού, συνορευομένου του τμήματος τούτου βορείως με υπόλοιπον αγρόν ιδιοκτησίας του ιδίου πωλητού, δυτικώς με δρόμον δημόσιον, ανατολικώς με μάνδραν (σταύλον) του παρακειμένου κτήματος ιδιοκτησίας Δ.
Α. και νοτίως με θάλασσαν". Το ως άνω πωληθέν ακίνητο έχει λάβει τον ΚΑΕΚ ...112, με εμβαδόν 940 τμ και κατά τις πρώτες εγγραφές καταχωρίστηκαν ως συγκύριοι οι κληρονόμοι του αγοραστή, μεταξύ των οποίων οι γιοι του Ι. Ρ., άλλοτε μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας και Σ. Ρ., μέτοχος της ειδικής διαδόχου (ανώνυμης εταιρείας) του αρχικώς ενάγοντος.
Από το άλλο μέρος, η εναγόμενη εταιρεία αγόρασε από τους κληρονόμους εξ αδιαθέτου του Α. Ν.. Ζ., που αποδέχθηκαν προηγουμένως την κληρονομία του, με τα προαναφερθέντα, νόμιμα μεταγραμμένα, πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Π. Π., ήτοι α) 24507/8.10.1996, από τους Ε. χήρα Ν. Ζ. και Α. Ν. Ζ. (σύζυγο του γιου του Ν.
και εγγονό του αντίστοιχα), που είχαν αποδεχθεί την κληρονομία του (6/32 και 13/32 ποσοστά εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, που περιήλθαν από τις εξ αδιαθέτου κληρονομίες του Ν. Α. Ζ. και της Χ. χήρας Α. Ζ., οι οποίοι είχαν μεν αποδεχθεί την εξ αδιαθέτου κληρονομία του Α. Ζ. επί ενός αγροκτήματος στη ... με την 1050/1970, μη έχουσα μεταγραφεί ωστόσο στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ...
Γ. Μ. και είχαν επιφυλαχθεί με την πράξη αυτή να αποδεχθούν εν καιρώ κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο περιέλθει σε αυτούς από την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα) με τις 24447 και 2446/1996, νόμιμα μεταγραμμένες στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, πράξεις αποδοχής κληρονομίας της ίδιας συμβολαιογράφου, αντίστοιχα, β) 24582/12.12.1996, από την Χ.
Ν. Ζ. (εγγονή του), που είχε αποδεχθεί την κληρονομία του (ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου, που περιήλθε από τις εξ αδιαθέτου κληρονομίες των ανωτέρω Ν. Α.. Ζ. και Χ. χήρας Α. Ζ.) με τις 24565 και 24566/1996, νόμιμα μεταγραμμένες στα αυτά βιβλία μεταγραφών, πράξεις αποδοχής κληρονομίας της ίδιας συμβολαιογράφου και γ) 24607/30.12.1996 (που συνιστά πράξη διόρθωσης του 24582/12.12.1996 συμβολαίου), το ακίνητο που είχε αγοράσει ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Α.
Νικ. Ζ. από τον δικαιοπάροχο του αρχικώς ενάγοντος Δ. Α. Α. το έτος 1939, το οποίο προσδιορίστηκε στα πωλητήρια συμβόλαια ως αγρός χέρσος (βουνό) σαράντα (40) περίπου στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν είναι (στις δε πράξεις αποδοχής κληρονομίας των δικαιοπαρόχων της ως λοφώδης έκταση 40 στρεμμάτων ως έγγιστα, ακατάλληλη για καλλιέργεια, με όρια Ε.
Π., όρμο Κ., Κ. Μ. και όρμο Π.), αφενός με την περιγραφή των ορίων που αναφέρονται στο 1675/1939 πωλητήριο συμβόλαιο και αφετέρου με την ενσωμάτωση σε αυτά του από Σεπτέμβριο 1996 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Κ. Φ., σε κλίμακα 1:5.000, στο οποίο αποτυπώθηκε περιμετρικά με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Α, χωρίς ωστόσο να καταγραφούν τα μήκη των πλευρών και το εμβαδόν αυτού.
Στη συνέχεια ο ανωτέρω αρχιτέκτων μηχανικός εκπόνησε το από 27.10.1997 και σε κλίμακα 1:2.000 τοπογραφικό διάγραμμα του αγορασθέντος από την εναγομένη ακινήτου, στο οποίο περιέλαβε τα μήκη των πλευρών και προσδιόρισε το εμβαδόν του σε 130.000 τμ. Όπως δε προέκυψε από την πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Α.
Γ., που ανήγαγε τα δύο τοπογραφικά διαγράμματα σε ενιαία κλίμακα 1:1.000, κατά το πρώτο το εμβαδόν του ακινήτου είναι 136.409 τμ και κατά το δεύτερο είναι 136.187 τμ. Με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας που προεκτέθηκαν, τα γεωτεμάχια με τους ΚΑΕΚ ...125, ...012, ...112, ...171 και ...085 και εμβαδόν κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 113.100 τμ, 9.973 τμ, 940 τμ, 3.839 τμ και 14.589 τμ αντίστοιχα, τα οποία προέρχονται στο σύνολό τους από την αρχική ιδιοκτησία του Π.
Π. το έτος 1908, έκτασης τριών ζευγαριών και στη συνέχεια ιδιοκτησία του Δ. Α. το έτος 1937, έκτασης τριών ζευγαριών ημεροάγριων, έχουν σήμερα συνολικό εμβαδόν κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 142.441 τμ, από τα οποία, το ακίνητο της εναγομένης, όπως αυτό έχει καταχωριστεί στις κτηματολογικές εγγραφές, ήτοι συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, είναι έκταση άγονη και ανέκαθεν ακαλλιέργητη, η δε εναγομένη, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασίες εξόρυξης μπετονίτη και άλλων ορυκτών που υπάρχουν στο υπέδαφος της περιοχής, έχει διαμορφώσει μέρος του υπόλοιπου, πλην του επιδίκου, τμήματος του ακινήτου που αγόρασε το 1996 σε πλάτωμα και το χρησιμοποιεί για την εναπόθεση αδρανών υλικών.
Ιδιαίτερα το επίδικο τμήμα είναι επικλινές και καλύπτεται στη μεγαλύτερή του έκταση από θαμνώδη βλάστηση, όπως τούτο προκύπτει, πέραν από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις αναφορές στους τίτλους ιδιοκτησίας της εναγομένης περί του χέρσου και ακαλλιέργητου, περί του οποίου άλλωστε δεν αντιλέγουν οι διάδικοι, από την μακροσκοπική επισκόπηση των προσκομιζομένων και επικαλουμένων από την εκκαλούσα αεροφωτογραφιών της περιοχής, των ετών 1960, 1977, 1985, 1992 και 1997.
Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...012, εμβαδού 9.973 τμ, που κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές καταχωρίστηκε ως ανήκον στον αρχικώς ενάγοντα από πώληση του πατέρα του, είναι έκταση καλλιεργούμενη ανέκαθεν, με εμφανείς τις αναβαθμίδες, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το μεγαλύτερο μέρος του όμορου προς ανατολάς ακινήτου με ΚΑΕΚ ...085, εμβαδού 14.588,56 τμ, που κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές καταχωρίστηκε ως ανήκον στον αδελφό του αρχικώς ενάγοντος Χ.
Α. από κληρονομία από διαθήκη του πατέρα τους. Τα κρίσιμα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι, ενόψει και της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου, λαμβάνοντας υπόψη ως προς τούτο την προηγηθείσα νομική σκέψη, αν αυτό αποτέλεσε τμήμα της αρχικής ιδιοκτησίας (αποκτηθείσας το 1937) του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και, εφόσον αποτέλεσε, αν στη συνέχεια πωλήθηκε (όλο ή μέρος του το έτος 1939) στον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης Α.
Ν. Ζ. ή παρέμεινε στην ιδιοκτησία του πωλητή και το συμπεριέλαβε στο μισό του ακινήτου που πώλησε στον αρχικώς ενάγοντα το 1964. Ο πραγματογνώμονας Α. Γ., επιδιώκοντας να οριοθετήσει τα όμορα ακίνητα των διαδίκων με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας του καθενός και, συνακόλουθα, να αποτυπώσει το μεταξύ τους όριο με βάση τους τίτλους αυτούς, διαπίστωσε -όπως κατέγραψε στην ιδιαίτερα επιμελημένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του- ότι δεν μπορούν να οριοθετηθούν πλήρως με βάση τους εν λόγω τίτλους και, ειδικότερα, ότι δεν μπορεί να οριοθετηθεί η πλευρά προς το νότιο - νοτιοανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της εναγομένης, διότι τα αναφερόμενα στον τίτλο κτήσης της ως ορόσημα, ήτοι, φυτό φίδα, καλυβάκι και Κ.
δεν εντοπίστηκαν από τον πραγματογνώμονα επί του εδάφους (το κάθε διάδικο μέρος εκτιμούσε ότι βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο) και, αντίστοιχα, ότι η πλευρά προς το βόρειο - βορειοδυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος δεν μπορεί επίσης να οριοθετηθεί. Είναι γεγονός ότι το δυτικό όριο του επιδίκου ταυτίζεται με φυσικό όριο, συνιστάμενο σε άξονα απορροής των υδάτων ή ''ποταμιά'', που υφίσταται επί του επικλινούς εδάφους, όμως δεν αναφέρεται στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1964, ούτε στην δημόσια διαθήκη του 1961 του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει ως δυτικό όριο μόνο ιδιοκτησία Ζ., ενώ δεν προσδιορίζει καθόλου και το βόρειο όριο, αν και επιδίωξε να προσδιορίσει με σαφήνεια το ανατολικό όριο του κληρονομιαίου στη διαθήκη του και ακολούθως πωληθέντος ακινήτου, ως όριο με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου που άφησε στον έτερο γιο του Χ..
Από το άλλο μέρος οι κληρονόμοι του Α. Ζ., ήτοι, αρχικά ο γιος του Ν. και η χήρα του Χ., μετά δε τον δικό τους θάνατο η χήρα του γιου του Ε. και τα εγγόνια του (τέκνα του γιου του Ν.) Α. και Χ. δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το ακίνητο που είχε αγοράσει αυτός το 1939 στην ..., δεν το είχαν επισκεφθεί ή εκμεταλλευτεί με κάποιον τρόπο, δεν γνώριζαν τα σύνορά του και δεν είχαν προβεί στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος μέχρι τον Ιούνιο του 1996, που επικοινώνησε μαζί τους ο Ι.
Ρ. και τους πρότεινε να το αγοράσει, οπότε, αφού συνετάγη μεταξύ αυτών και της εναγόμενης εταιρείας προσύμφωνο πώλησης και εισέπραξαν το τίμημα, προέβησαν σε αποδοχή κληρονομίας και πώληση του ακινήτου τούτου στην εναγόμενη εταιρεία, έχοντας αναθέσει την όλη διαδικασία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης με πληρεξούσιο στον Ι.
Ρ. (βλ. την 199/14.5.2014 ένορκη βεβαίωση του Α. Ν. Ζ.). Αξίζει να επισημανθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του Α. Ζ., ήτοι ο γιος του Ν. και η χήρα του Χ., στην 1050/1970 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Α. Ζ., η οποία και δεν έχει μεταγραφεί, δεν συμπεριέλαβαν το ακίνητο που αγόρασε στη συνέχεια η εναγομένη από τους δικούς τους κληρονόμους, επιφυλαχθέντες τότε να αποδεχθούν στο μέλλον άλλα περιουσιακά του στοιχεία.
Μόνον ο ίδιος ο Α. Ζ. είχε παραχωρήσει στον Ν. Σ. Μ., με το 10246/24.7.1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Σ. Ε. Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών ... (τόμ. 33, αριθ. 188), το δικαίωμα, αντί αποζημίωσης 3.000 δραχμών, να διανοίξει στο ακίνητο που είχε αγοράσει το 1939 οδό προσπέλασης (προς παρακείμενο προς δυσμάς λατομείο που εκμεταλλευόταν) και να ενεργήσει για μια πενταετία ερευνητικές εργασίες για ανεύρεση μπετονίτου και καολίνου και, αν ανεύρει, να εκμεταλλευτεί τα ορυκτά μέχρι πέρατος της πενταετίας, καταβάλλοντάς του μίσθωμα σε ποσοστό επί της αξίας των ορυκτών, χωρίς ωστόσο να διαπιστωθεί η ύπαρξη και να γίνει εξόρυξη ορυκτών στο επίδικο.
Λαμβάνοντας υπόψη όσα προεκτέθηκαν και όλα τα αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε και το Δικαστήριο δεν σχημάτισε ασφαλή και πλήρη δικανική πεποίθηση από τον έχοντα το βάρος απόδειξης ενάγοντα και, συνακόλουθα, την ειδική διάδοχο αυτού - εκκαλούσα για το ότι ο δικαιοπάροχος αυτού απέκτησε κατά κυριότητα, παραγώγως ή (και) πρωτοτύπως, όλη την λοιπή έκταση, πλην της καλλιεργούμενης που αφορά στα ακίνητα με ΚΑΕΚ ...012 και ...085 και περιήλθε παραγώγως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σ' αυτόν και τον αδελφό του Χ., από την οποία (υπόλοιπη έκταση), ούσα άγονη και ακαλλιέργητη, μέρος πώλησε στον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης το 1937 και μέρος στον αρχικώς ενάγοντα το 1964.
Τούτο δε διότι και ο δικός του δικαιοπάροχος Π. Χ. Π. που του πώλησε έναν αγρό τριών ζευγαριών ημεροάγριο το 1937, είχε αποκτήσει από παραχώρηση της μητέρας του το 1908 μόνον έναν αγρό τριών ζευγαριών, χωρίς καμιά αναφορά σε άγριο ή χέρσο ή σκληρό ("σκληρή") ή σκληρωπό μέρος, όπως συνηθιζόταν τότε στις ... να περιγράφονται στα συμβόλαια οι μεταβιβαζόμενες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, εκτιμωμένου δε ότι μια ζευγαριά (υπολογιζόμενη ως η έκταση που μπορούσε να οργώνεται με τη χρήση δύο ζώων σε μια μέρα) αντιστοιχούσε το πολύ σε τέσσερα στρέμματα ή 4.000 τμ (ανάλογα με το ομαλό του εδάφους), δεν ήταν δυνατό, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η έκταση που απέκτησε ο Π.
Π. και μεταβίβασε στον Δ. Α., η οποία ήταν καλλιεργούμενη, γενομένης δεκτής και ευρείας απόκλισης, λόγω του κατ' εκτίμηση υπολογισμού αυτής, να υπερέβαινε τα 15 έστω και 20 στρέμματα. Την υπόλοιπη άγονη, λοφώδη ή βουνώδη, ακατάλληλη προς καλλιέργεια έκταση, υπερβαίνουσα σημαντικά τα εκατό (100) στρέμματα, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, δεν απέκτησε κατά κυριότητα ο Δ.
Α., αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι είχε περιέλθει στον δικό του δικαιοπάροχο, η οποία (κυριότητα) μπορούσε να κτηθεί, λαμβανομένης υπόψη της μορφολογίας της και ανήκουσας, συνακόλουθα, στο Δημόσιο κατά την μείζονα σκέψη, μόνο με έκτακτη χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, ήτοι με άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για τριάντα έτη συνεχώς έως 11.9.1915, πράγμα όμως που ούτε ο αρχικώς ενάγων επικαλέστηκε, ούτε βέβαια προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.
Οι όποιες μεταγενέστερες πράξεις νομής του Δ. Α. και του δικαιοδόχου του αρχικώς ενάγοντος στο επίδικο, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής, οι οποίες συνίσταντο σε επίβλεψη και βόσκηση ζώων, δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν την κυριότητα του ίδιου ή του δικαιοδόχου του αρχικώς ενάγοντος με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) σ' αυτό, λόγω της φύσης του και των εννόμων συνεπειών της κατά τα προεκτεθέντα.
Ας σημειωθεί, τέλος, η έλλειψη σαφούς πεποίθησης του Δ. Α. ως προς τα πραγματικά όρια του πωληθέντος από αυτόν ακινήτου στο γιο του Φ. Α. από τα ως άνω (επακριβώς, κατά λέξη) αναφερόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο του 1964, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε βόρειο όριο και η αναφορά του δυτικού ορίου γίνεται μόνον ως ιδιοκτησία Ζ., χωρίς επισήμανση κάποιων οροσήμων επί του εδάφους (όπως έπραξε με το ανατολικό όριο), ενώ κατά τους διαδίκους υπάρχουν τέτοια (όπως φίδα, Κ., φυσικό όριο ποταμιάς).
Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που, κρίνοντας, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ότι το επίδικο δεν ανήκει κατά κυριότητα στον αρχικώς ενάγοντα, απέρριψε κατ' ουσάν την αγωγή....". Δέχτηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι το επίδικο, εμβαδού 44.096,90 τμ, βρίσκεται στη νήσο ..., είναι έκταση άγονη και ανέκαθεν ακαλλιέργητη, επικλινής και καλύπτεται στο μεγαλύτερο τμήμα της από θαμνώδη βλάστηση και ότι, ενόψει της φύσης της αυτής, ήτοι του ότι δεν ανήκε στην κατηγορία των, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, μουλκίων, περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και, συνεπώς, ως δημόσιο κτήμα, είναι αδύνατη μετά τις 11-9-2015 η κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία.
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της 101/2013 πρωτοβάθμιας απόφασης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης αυτής, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Φ. Α., για αναγνώριση της κυριότητάς του στο παραπάνω ακίνητο και με έκτακτη, από το έτος 1964 και εντεύθεν, χρησικτησία.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, ενόψει της ανωτέρω φύσης του επιδίκου, τούτο δεν ανήκε στην κατηγορία των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας του Οθωμανικού δικαίου και, συνεπώς, αφού, εξαιτίας του γεγονότος τούτου, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου", είναι ανεπίδεκτο, ως δημόσιο κτήμα, χρησικτησίας για τον μετά τις 11-9-1915 χρόνο, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε.
Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι κατέληξε στην παραπάνω κρίση εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, για τη διάκριση των ακινήτων στις αναφερόμενες πέντε κατηγορίες, οι οποίες, όμως, διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστές, αφού εισήχθησαν μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, ενώ, κατά το προϊσχύσαν των διατάξεων αυτών και εφαρμοστέο μουσουλμανικό δίκαιο, στα κοινόχρηστα, που ήταν ανεπίδεκτα ιδιωτικής κυριότητας, δεν περιλαμβάνονταν τα δάση, οι βοσκές και τα βουνά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή, ανταγωγή κλπ κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση του λόγων αυτού αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας (ΑΠ 1853/2007), ενώ στην περίπτωση των ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005) και στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Σύμφωνα με αυτά, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο "δεν περιλαμβάνεται (στην προσβαλλόμενη απόφαση) παραδοχή εκ της οποίας να μπορεί να συναχθεί ποία μορφή είχε το επίδικο κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο (1833), με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ελεγχθεί η ορθή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στο πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφήρμοσε (νομοθεσία, κατά το λόγο που ερευνάται, για τα λιβάδια)", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της μη αναφοράς της μορφής του επιδίκου, ενώ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται, ως προς την περιγραφή του επιδίκου, στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης, αναφέρεται η μορφή του, αφού περιγράφεται ως έκταση άγονη, ανέκαθεν ακαλλιέργητη, επικλινής που καλύπτεται στο μεγαλύτερο τμήμα της από θαμνώδη βλάστηση.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", για αναίρεση της 170/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ