371/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated371/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.Όπως είναι γνωστό από προηγούμενες διαδικαστικές ενέργειες του δικαστηρίου, αλλά προβάλλεται και από τους παρισταμένους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως είχε προσδιορισθεί αρχικώς για τη δικάσιμο της 7-2-2017, κατά την οποία, παρισταμένων απάντων των διαδίκων πλην του εκ των αναιρεσιβλήτων Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 371 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 371/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α) 1) Ζ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Π. συζ. Ζ. Π., το γένος Β. Τ., κατοίκου ομοίως, 3) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Ζ., συζ. Ν. Β., κατοίκου ..., 5) Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 6) Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ομοίως, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Πεγιάνοβιτς, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Β) 1) Π. Β. του Κ., κατοίκου ... 2) Α. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Χ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Η. Μ. του Δ., ... 8) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 9) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 10) Α. Χ. του Α., κατοίκου ... 11) Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 12) Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 13) Α. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 14) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 15) Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 16) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ... 17) Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 18) Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 19) Ε. Φ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Σταυροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "... LTD", όπως νόμιμα εκπροσωπείται και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φωτίου Κώτση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 2) Κ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Στρίμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 3) Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Χαρίκλειας Απαλαγάκη και Θεοδώρας Μονοχάρτζη, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις. 4) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ορφανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 5) Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Και 6) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημοσθένη Δημοσθένους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-7-2012, 4-2-2013, 31-1-2013, 17-4-2013, 17-4-2013, 28-6-2013 και 1-7-2013 αγωγές και τις από 19-11-2012, 15-4-2013 (2), 11-6-2013 (3), 10-6-2013 (2) και 4-7-2013 προσεπικλήσεις των ήδη διαδίκων και προσώπων που δεν μετέχουν στην παρούσα στάση της δίκης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 432/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 25-5-2016 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Όπως είναι γνωστό από προηγούμενες διαδικαστικές ενέργειες του δικαστηρίου, αλλά προβάλλεται και από τους παρισταμένους διαδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως είχε προσδιορισθεί αρχικώς για τη δικάσιμο της 7-2-2017, κατά την οποία, παρισταμένων απάντων των διαδίκων πλην του εκ των αναιρεσιβλήτων Α.
Β., η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη δικάσιμο εκείνη και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως είχε δηλωθεί, νομίμως, ο μεσολαβήσας θάνατος του Α. Β., με συνέπεια η αναιρετική δίκη να διακοπεί βιαίως ως προς το διάδικο αυτό (ΚΠολΔ 286 περ. α', 287 παρ.2). Ως προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, η δίκη έχει επαναληφθεί νομίμως ενώπιον του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 6-2-2018, κατόπιν κλήσεως των αναιρεσειόντων προς αυτούς (ΚΠολΔ 291, 292).
Κατά την προκείμενη δικάσιμο της 19-9-2017 έχουν συζητηθεί πλην της κρινόμενης και άλλες έξι αιτήσεις αναιρέσεως, που στρέφονται κατά της αυτής, 5115/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και αναφέρονται σε αξιώσεις υπέρ ή κατά των εδώ διαδίκων, ως και άλλων προσώπων, με κοινό γνώρισμα το ότι προέρχονται από το αυτό βιοτικό συμβάν, που χαρακτηρίστηκε ως εργατικό ατύχημα.
Επομένως, παρά το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 926 ΑΚ, η ενδεχόμενη ευθύνη του ως άνω αποβιώσαντος προβλέπεται εις ολόκληρον με τους ομοδίκους του (με την προϋπόθεση ότι θα καταγνωσθεί υπαιτιότητα απάντων), η υφιστάμενη μεταξύ αυτών ομοδικία χαρακτηρίζεται απλή (πρβλ. ΚΠολΔ 74, 76 παρ.1 και 288) και η εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης υπαγορεύει το χωρισμό της αναιρετικής έρευνας της διαφοράς ως προς τον αποβιώσαντα και την πρόοδο της δίκης ως προς τους όλους τους παριστάμενους, οι οποίοι άλλωστε, κατά τη συζήτηση, εξέφρασαν προς το δικαστήριο την περί τούτου επιθυμία τους.
Ο δε κίνδυνος της εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων εξουδετερώνεται από την παράλληλη διάγνωση απασών των υποθέσεων από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου.
2.Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην πρόσφατη ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.
Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υποχρέου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ.
3.Στο άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Και στο εδ. γ' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης".
Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ' αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο προκάλεσε σ' αυτόν η αδικοπραξία.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015).
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.
Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.
ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό τής κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.
Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015).
Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή/και αρ.19).
4.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5115/2015 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τις συνθήκες του βιοτικού συμβάντος που συγκροτεί το ένδικο εργατικό ατύχημα: Ότι σε νεοκλασικό, διατηρητέο κτίριο που βρίσκεται επί της οδού ..., στην Αθήνα, στεγαζόταν από το έτος 1991 τραπεζικό κατάστημα, αρχικά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" και στη συνέχεια της "...
ΑΕ", στη θέση της οποίας έχει υποκατασταθεί η εναγομένη και ήδη πρώτη από τους αναιρεσίβλητους τραπεζική εταιρία (στο εξής: Τράπεζα). Ότι το κτίριο αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως τραπεζικό κατάστημα, είχε ανακατασκευασθεί και διαρρυθμισθεί διαδοχικά, σύμφωνα με τις 2128/1991, 602/1993 και 300/2009 οικοδομικές άδειες της Πολεοδομίας Αθηνών.
Ότι το κτίριο αποτελείτο από υπόγειο εμβαδού 85 μ2, ισόγειο εμβαδού 86 μ2 και ημιώροφο (πατάρι) εμβαδού 65 μ2, στους οποίους στεγαζόταν το κατάστημα λιανικής τραπεζικής, καθώς και από πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και πατάρι, στους οποίους στεγαζόταν η λειτουργικώς ανεξάρτητη διεύθυνση επιχειρηματικών δανείων (στο εξής:
τραπεζικό κέντρο) της Τράπεζας. Ότι το κτίριο είχε αποτελέσει στο παρελθόν, ακόμη και σε ώρες λειτουργίας των δύο υπηρεσιών που στεγάζονταν σ' αυτό, στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων. Ότι, ειδικότερα, το Νοέμβριο 2007, με ρίψη βομβών "μολότοφ", είχε προκληθεί φωτιά στον προθάλαμο του ισογείου του κτιρίου, η οποία σβήστηκε με πυροσβεστήρες.
Ότι την 12-3-2010 και την 24-4-2010 άγνωστοι διαδηλωτές είχαν σπάσει υαλοπίνακες της πρόσοψης του κτιρίου. Ότι την 5-5-2010 επρόκειτο να γίνει γενική απεργία και να λάβει χώρα μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας [που, ως συνήθως, θα διερχόταν από την οδό ...]. Ότι εν όψει αυτών, ήδη από την 4-5-2010, η υποδιευθύντρια του καταστήματος λιανικής, Α.
Κ. (η διευθύντρια Ά. Β. απουσίαζε σε άδεια), είχε επικοινωνήσει αρχικά με τον Β. Τ., περιφερειακό διευθυντή καταστημάτων λιανικής της Τράπεζας, στην αρμοδιότητα του οποίου περιλαμβανόταν και το ανωτέρω και στη συνέχεια, λόγω απουσίας του Α. Κ., προϊσταμένου του τμήματος ασφαλείας της Τράπεζας, με τον Α. Κ., στέλεχος του ίδιου τμήματος, ο οποίος της δήλωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για τη λήψη έκτακτων μέτρων κατά την προγραμματισμένη διαδήλωση.
Ότι κατά τις πρωινές ώρες της 5-5-2010, η Α. Κ. τηλεφώνησε εκ νέου, αρχικά στον Β. Τ., ο οποίος της απάντησε ότι "δεν έχει κάποια εντολή" και στη συνέχεια στον Α. Κ., ο οποίος, ενοχλημένος, της απάντησε "ουδέν νεώτερο". Ότι την 13:40 ώρα της 5-5-2010, σε νέα τηλεφωνική κλήση της Α. Κ., ο Β. Τ. της έδωσε την εντολή να κλείσουν τα ταμεία την 14:30 ώρα και να φύγουν οι υπάλληλοι του καταστήματος την 15:00 ώρα, διότι σύμφωνα με πληροφορίες μετά την 15:00 θα ξεκινούσε μία "άγρια πορεία".
Ότι περί την 14:00 ώρα, άγνωστα άτομα, αφού έσπασαν τον εξωτερικό υαλοπίνακα της πρόσοψης του καταστήματος, έριξαν στο εσωτερικό αυτού δύο ή τρεις αυτοσχέδιους εκρηκτικούς - εμπρηστικούς μηχανισμούς (βόμβες "μολότοφ"), με αποτέλεσμα σε μικρό χρονικό διάστημα να προκληθεί μεγάλη πυρκαγιά και να γεμίσει με πυκνό καπνό το τραπεζικό κατάστημα.
Ότι αμέσως μετά την τρομοκρατική ενέργεια και την πυρκαγιά που αυτή προκάλεσε, κάποιοι υπάλληλοι προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τη χρήση πυροσβεστήρων, αλλά σύντομα εγκατέλειψαν την προσπάθεια αυτή. Ότι οι υπάλληλοι, που εργάζονταν τόσο στο κατάστημα λιανικής όσο και στο τραπεζικό κέντρο, προσπάθησαν "άτακτα" να σωθούν και κάποιοι (για τους οποίους δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή) το κατόρθωσαν με περιπετειώδη τρόπο, ενώ άλλοι όχι.
Ότι η υπάλληλος του τραπεζικού κέντρου, Α. Π., ηλικίας 32 ετών, διένυε τον τέταρτο μήνα εγκυμοσύνης και εργαζόταν στο δεύτερο όροφο του κτιρίου. Ότι αυτή δεν μπόρεσε ούτε από το κτίριο να βγει ούτε στα εξωτερικά μπαλκόνια αυτού να σταθεί, αλλά κατέφυγε στο πατάρι του δευτέρου ορόφου, στο οποίο υπήρχε μεταλλική πόρτα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου.
Ότι η πόρτα αυτή ήταν κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί εκεί και να πεθάνει λόγω δηλητηρίασης με μονοξείδιο του άνθρακα από την εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων. Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Α. Ι., Χ. Λ., Κ. Μ., Η. Μ., Γ. Σ., Α. Ζ., Δ. Κ., Μ. Μ., Ε. Σ. και Ε. Φ. κατέφυγαν σε δωμάτιο που υπήρχε στο δεύτερο όροφο του κτιρίου.
Ότι εκεί ο εξ αυτών Η. Μ., με υπερέκταση των δυνάμεων του, έσπασε το μεταλλικό πλέγμα, που ήταν η οροφή του δωματίου αυτού και η βάση του μεταλλικού εξώστη, μέσω του οποίου ανέβηκαν στη συνέχεια στο σιδερένιο μπαλκόνι του δώματος, απ' όπου με διαδοχικά άλματα βγήκαν αρχικά σε περβάζι και στη συνέχεια στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου και από εκεί, εν τέλει, στο δρόμο.
Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Μ. Κ., Α. Χ. και Ε. Μ. κατέφυγαν στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου του κτιρίου, απ' όπου κατέβηκαν στο δρόμο με σκάλες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Π. Β., Κ. Κ. και Ε. Λ. κατέφυγαν σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου και από εκεί, πατώντας στο περβάζι του κτιρίου, έφθασαν στο όμορο κτίριο που στέγαζε το κατάστημα "...".
Ότι ο ενάγων υπάλληλος Α. Ν. κατόρθωσε να βγει στο δρόμο από τον κλωβό ασφαλείας της κεντρικής εισόδου, που βρισκόταν στο ισόγειο του κτιρίου. Ότι ο ενάγων υπάλληλος Σ. Π. κατέφυγε σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, απ' όπου με άλμα αρχικά και αναρρίχηση στη συνέχεια βρέθηκε στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου, όπου συνάντησε τους προαναφερόμενους συναδέλφους του.
Ότι ο ενάγων υπάλληλος Γ. Γ. κατέφυγε σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, απ' όπου πήδησε σε όμορο σκέπαστρο, το οποίο κατέρρευσε και στη συνέχεια έπεσε σε τσιμεντένιο σκέπαστρο, σπάζοντας τρία πλευρά. Ότι αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα μετέβησαν στο χώρο οι εναγόμενοι Ε. Μ. και Α. Β., εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της Τράπεζας, ο δεύτερος από τους οποίους μερίμνησε για την παροχή ιατρικής φροντίδας στους διασωθέντες υπαλλήλους, στο ιδιωτικό νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ".
5.Περαιτέρω, ως προς τις παραλείψεις της Τράπεζας, ως εργοδότη, οι οποίες συνέβαλαν στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και στο θάνατο της ως άνω υπαλλήλου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το ισόγειο και ο ημιώροφος του κτιρίου χρησιμοποιούνταν για την εξυπηρέτηση των πελατών σε τραπεζικές συναλλαγές και συνιστούσαν "χώρο συνάθροισης κοινού" κατά την έννοια της 3/1981 πυροσβεστικής διάταξης (στο εξής:
ΠυρΔ), ενώ οι λοιποί όροφοι χρησιμοποιούνταν ως γραφεία του τραπεζικού κέντρου. Ότι το κατάστημα λιανικής τραπεζικής υπαγόταν στην Α' κατηγορία των χώρων συνάθροισης κοινού, χωρίς σταθερές θέσεις, με χωρητικότητα μέχρι 200 άτομα, όπως αυτό προκύπτει από τη διαίρεση του εμβαδού του με το συντελεστή 1,4 [(ισόγειο 86 + πατάρι 65=) 151 μ2 / 1,4 = 107,8].
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 της ΠυρΔ 3/1981, το κατάστημα λιανικής τραπεζικής έπρεπε να διαθέτει δύο εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστη οδό ή πόρτες προς διάδρομο ή άλλους χώρους που να οδηγούν, από διαφορετικές κατευθύνσεις, σε δύο ανεξάρτητες διόδους διαφυγής. Ότι αντ' αυτών, διέθετε μόνο μία έξοδο κινδύνου, στο ισόγειο, δίπλα στην κεντρική είσοδο του κτιρίου, η οποία [αν και χαρακτηριζόταν "έξοδος κινδύνου"] δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι δεν άνοιγε με απλή ώθησή της από μέσα προς τα έξω, αλλά αφού προηγουμένως ενεργοποιείτο με τη χρήση τηλεχειριστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 2 του π.δ. 71/1988, 2 της ΠυρΔ 3/1981 (όπως η τελευταία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ΠυρΔ 37/1981, 3β/1983, 3γ/1995 και 35/1995) και 10 παρ.6 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας" της Τράπεζας).
Ότι, ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.3 της ΠυρΔ 3/1981, έπρεπε να διαθέτει υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο ή αντ' αυτού εύκαμπτο σωλήνα με ακροφύσιο, το άλλο άκρο του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο προς το σκοπό αυτό, μήκους 15 μέτρων, τα οποία δεν διέθετε.
Ότι το τραπεζικό κέντρο που στεγαζόταν στους πρώτο και δεύτερο ορόφους, καθώς και στο πατάρι του δευτέρου ορόφου του κτιρίου, με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων, έπρεπε να διαθέτει μία έξοδο κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 εδάφιο τελευταίο της ΠυρΔ 3/1981, την οποία δεν διέθετε. Ότι λόγω των προηγηθεισών επιθέσεων, η Τράπεζα όφειλε, σύμφωνα με την υποχρέωση πρόνοιας που είχε προς τους υπαλλήλους της (ακόμη και αν δεν είχε προηγηθεί απόφαση του διευθυντή της οικείας αστυνομικής διεύθυνσης Ασφαλείας, κατ' άρθρο 2 παρ.3 εδ.
β' της ΥΑ 3015/30-6-2009 περί καθορισμού των όρων ασφαλείας καταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων), είτε να εγκαταστήσει στην πρόσοψη του ισόγειου καταστήματος άθραυστους "αντιβανδαλικούς" υαλοπίνακες, οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα, σε αντίθεση με αυτούς που υπήρχαν, οι οποίοι ήσαν μεν "αντιβανδαλικοί", αλλά με την ελάχιστη αντοχή για την κατηγορία αυτή, καθότι είχαν το ελάχιστο πλάτος των 5mm+5mm, δηλαδή συνολικό πλάτος 1cm (το μέγιστο ανέρχεται σε 6,5cm), είτε να προσθέσει ρολά ασφαλείας.
Ότι η τοποθέτηση ρολών ασφαλείας στην πρόσοψη διατηρητέου κτιρίου [όπως αυτό της οδού ...] δεν απαγορευόταν, αλλά προϋπέθετε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.8 του ν. 4067/2012 "Νέος Οικοδομικός Κανονισμός", την έγκριση του συμβουλίου αρχιτεκτονικής της κατά τόπον αρμόδιας Περιφέρειας, στο οποίο δεν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από την Τράπεζα.
Ότι τόσο στο από 23-6-2008 "εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων - επιχειρησιακής συνέχειας - ανάκαμψης από καταστροφή" όσο και στο άρθρο 10 παρ.4 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας" της Τράπεζας αναφέρεται ρητά ως πιθανός κίνδυνος για τα καταστήματά της, μεταξύ άλλων, η πυρκαγιά, η τρομοκρατική ενέργεια και ο εμπρησμός.
Ότι λαμβάνοντας υπ' όψη την πιθανότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις τρομοκρατικές ενέργειες που είχαν προηγηθεί και την εξαγγελία μιας ιδιαίτερα έντονης διαδήλωσης για την 5-5-2010, η Τράπεζα, ως μέσος συνετός εργοδότης, όφειλε "δια των οργάνων και των προστηθέντων της" να έχει κλείσει το ανωτέρω κατάστημα είτε από την αρχή του ωραρίου λειτουργίας εκείνης της ημέρας είτε πριν από την έναρξη της πορείας, δηλαδή νωρίς το μεσημέρι.
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΠυρΔ 3/1981, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ΠυρΔ 3α/1981, 3β/1983, 3γ/1995 και 3δ/1995, η Τράπεζα είχε την υποχρέωση να οργανώνει και να εκπαιδεύει το προσωπικό της, συνεχώς (τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.6 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας"), σε θέματα πυροπροστασίας, κατασβέσεως πυρκαγιών, εκκενώσεως των χώρων εργασίας κλπ.
Ότι ούτε η υποχρέωση αυτή είχε τηρηθεί, η δε ανάρτηση στο δεύτερο όροφο του κτιρίου αφίσας με έντυπες οδηγίες για τον τρόπο κατάσβεσης και για τις λοιπές, άμεσες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς δεν συνιστά συμμόρφωση προς αυτήν. Ότι, επί πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων" και το άρθρο 10 παρ.6 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας", η Τράπεζα όφειλε να έχει καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, όπως απαιτείτο από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης (κτίριο αποτελούμενο από πολλούς ορόφους, σε κεντρικό σημείο της Αθήνας, που είχε ήδη γίνει στόχος επιθέσεων), υποχρέωση την οποία παρέλειψε να τηρήσει.
Ότι, πέραν τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΠυρΔ 3/1981, έπρεπε να υπάρχει μελέτη που να καθορίζει το σύστημα πυροπροστασίας και τις λοιπές εγκαταστάσεις ασφαλείας, συνταγμένη από διπλωματούχο ή τεχνολόγο μηχανικό και θεωρημένη από την αρμόδια πυροσβεστική αρχή.
6.Έτι περαιτέρω, ως προς την ευθύνη του νομικού προσώπου της Τράπεζας, των μελών του ΔΣ αυτής ως οργάνων του νομικού προσώπου και των υποκατάστατων προσώπων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι την 5-5-2010, εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ο Κ. Β. ήταν διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας.
Ότι ο ... ήταν αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Ότι ο Ε. Μ. ήταν εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού της Τράπεζας, το ΔΣ "μπορεί με απόφασή του να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια) σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση της ανάθεσης αυτής".
Ότι με την από 30-9-2009 απόφαση του ΔΣ της Τράπεζας, καθένα από τα προαναφερόμενα εκτελεστικά μέλη αυτού, ενεργώντας ξεχωριστά και χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, είχε από την εν λόγω ημερομηνία και μέχρι την 25-6-2012, άρα και κατά την 5-5-2010, τη διοίκηση, τη διαχείριση της περιουσίας, τη διεύθυνση των υποθέσεων και την εκπροσώπηση της Τράπεζας, καθώς και την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΔΣ, εκτός αυτών για τις οποίες απαιτείτο συλλογική ενέργεια των μελών του, κατά το νόμο ή το καταστατικό.
Ότι, ειδικά για τον αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ Η. Κ., οι ανωτέρω εξουσίες είχαν ανατεθεί για ποσό μέχρι 1.000.000 ευρώ ανά πράξη. Ότι η επίτευξη του σκοπού της Τράπεζας και η σύννομη λειτουργία της πραγματώνονταν όχι μόνο μέσω των ενεργειών των καταστατικών οργάνων της ή των υποκατάστατων αυτών, αλλά και μέσω του προσωπικού της, το οποίο στελέχωνε τους τομείς, τις διευθύνσεις και τις επιτροπές, όπως αυτές εκάστοτε προβλέπονταν από το οργανόγραμμα λειτουργίας της Τράπεζας.
Ότι παρά το γεγονός ότι για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας αρμόδια ήταν η διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας της Τράπεζας, καθένα από τα ανωτέρω εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, ενεργώντας ξεχωριστά και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών μελών, είχε μεταξύ άλλων εξουσιών τη διοίκηση και τη διεύθυνση των υποθέσεων της Τράπεζας.
Ότι μία από τις υποθέσεις, και μάλιστα βαρύνουσας σημασίας, ήταν αυτή της ασφάλειας του προσωπικού στους χώρους εργασίας, διότι είχε να κάνει με τη ζωή και την υγεία, που στο συγκεκριμένο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας στην Αθήνα είχαν στο παρελθόν τεθεί σε κίνδυνο, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ότι ο καθένας από τους προαναφερθέντες, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία, ως μέσος συνετός άνθρωπος με βάση την προαναφερόμενη θέση που κατείχε στην Τράπεζα, όφειλε να καταβάλει, δεν μερίμνησε ατομικά για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που είτε προβλέπονταν από το νόμο είτε επιβάλλονταν από την υποχρέωση πρόνοιας για τους εργαζόμενους του συγκεκριμένου καταστήματος.
Ότι, ειδικότερα, ο Α. Κ., προστηθείς της Τράπεζας, ήταν προϊστάμενος στο τμήμα Ασφαλείας, που υπαγόταν στη διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας, που με τη σειρά της υπαγόταν στο διευρυμένο τομέα "..." της Τράπεζας. Ότι αυτός ήταν αρμόδιος για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας, στα οποία περιλαμβάνονταν αυτά που αφορούν την πυρασφάλεια, όπως προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Ότι ο ίδιος, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός άνθρωπος, δεν μερίμνησε για την εφαρμογή και τήρηση των μέτρων πυρασφάλειας στο τραπεζικό κέντρο της οδού ..., με αποτέλεσμα κατόπιν εμπρησμού του καταστήματος από τρίτα άτομα να προσκληθεί αιτιωδώς ο θάνατος της Α.
Π., που εργαζόταν σ' αυτό. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (σκέψεις αρ.4 και 5), το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι ανωτέρω παραλείψεις της Τράπεζας και ιδίως: α) η έλλειψη στην πρόσοψη του ισόγειου καταστήματος είτε ενισχυμένων "αντιβανδαλικών" υαλοπινάκων είτε ρολών ασφαλείας, β) η έλλειψη εντολής κατά την 5-5-2010 για έγκαιρη αποχώρηση των υπαλλήλων πριν από την έναρξη της πορείας και γ) η έλλειψη σχεδίου εκκένωσης των χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς και εκπαίδευσης του προσωπικού για την εφαρμογή του σχεδίου, συνδέονται αιτιωδώς με το θάνατο της Α.
Π. και τον τραυματισμό των λοιπών εναγόντων υπαλλήλων, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν οι παραλείψεις αυτές είχαν αποφευχθεί, τότε, αντιστοίχως, είτε δεν θα ήταν δυνατή η πρόκληση πυρκαγιάς από τους τρομοκράτες, είτε δεν θα βρίσκονταν άνθρωποι μέσα στο κτίριο, είτε οι ευρισκόμενοι θα είχαν κατορθώσει να το εγκαταλείψουν έγκαιρα.
7.Πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και την ευθύνη της Τράπεζας και των υποκατάστατων οργάνων του ΔΣ αυτής ή των προστηθέντων υπαλλήλων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τη σχέση που η θανούσα Α. Π. είχε εν ζωή με τα ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα μέλη της οικογένειάς της: Ότι ο Ζ. Π., συνταξιούχος δικηγόρος, γεννηθείς το 1930, ήταν πατέρας της Α. Π.. Ότι η Π. σύζυγος Ζ. Π., συνταξιούχος υποθηκοφύλακας, γεννηθείσα το 1940, ήταν μητέρα της. Ότι ο Χ. Κ., γεννηθείς το 1978, είχε γνωριστεί μαζί της όταν ήσαν φοιτητές, είχε τελέσει με αυτήν γάμο την 5-9-2009 και ήταν σύζυγός της. Ότι η Α. Π., δικαστική αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γεννηθείσα το 1972, ήταν αδελφή της. Ότι, επιπλέον, η θανούσα είχε βαπτίσει τη μεγαλύτερη σε ηλικία από τις κόρες της αδελφής της. Ότι ο Ι. Κ., γεννηθείς το 1947, ήταν πατέρας του συζύγου της θανούσας και πεθερός της. Ότι η Ε. σύζυγος Ι. Κ., γεννηθείσα το 1950, ήταν μητέρα του συζύγου της θανούσας και πεθερά της. Ότι οι σχέσεις όλων των ανωτέρω με την Α. Π. ήσαν σχέσεις αγάπης και στοργής, γι' αυτό και όλοι δοκίμασαν μεγάλη θλίψη από την απώλεια της ιδίας και του τεσσάρων μηνών εμβρύου, στο οποίο κυοφορούσε.
8.Αντιστοίχως, ως προς τις συνέπειες που είχε το συμβάν στην υγεία των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων διασωθέντων υπαλλήλων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι από τους ανωτέρω, οι οποίοι κατάφεραν να βγουν έξω από το φλεγόμενο κτίριο, η Π. Β., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με κεφαλαλγία, αίσθημα καύσης στο φάρυγγα και δυσχέρεια στην αναπνοή και έλαβε φαρμακευτική αγωγή για τρεις εβδομάδες.
Ότι η ίδια παρουσίασε μετατραυματική κατάθλιψη με συμπτώματα αϋπνίας, επιθετικότητας και εναλλαγής διάθεσης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι πριν από την 5-5-2010 είχε ξεκινήσει διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, που διακόπηκε λόγω της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων κατά το συμβάν. Ότι η Α. Ι., γεννηθείσα το 1977, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με αναπνευστικό πρόβλημα, έντονη κεφαλαλγία, πόνους στο λαιμό, σύγχυση κίνησης, αντίληψης και όρασης και έφερε στο σώμα της μώλωπες και εκδορές και εξήλθε από το νοσοκομείο με σύσταση για φαρμακευτική αγωγή.
Ότι η Μ. Κ., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με λοίμωξη του αναπνευστικού, της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, εξήλθε από το νοσοκομείο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή και την 26-5-2010 και 14-6-2010 εξετάστηκε από νευρολόγο - ψυχίατρο. Ότι Κ. Κ., γεννηθείς το 1981, παρουσίασε δυσφορία στην αναπνοή για αρκετές ημέρες μετά το συμβάν και το Σεπτέμβριο 2011 διαγνώστηκε με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.
Ότι η Χ. Λ., γεννηθείσα το 1969, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με κεφαλαλγία, πόνο στο φάρυγγα και κάκωση του δεξιού ώμου και εξήλθε από το νοσοκομείο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή για 15 ημέρες. Ότι η ίδια, την 12-5-2010 και 14-6-2010, διαγνώστηκε με καταθλιπτική συνδρομή. Ότι η Κ. Μ., γεννηθείσα το 1978, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" λόγω εισπνοής καπνού και τοξικών που προκάλεσαν συγκινησιακή φόρτιση.
Ότι ο Η. Μ., γεννηθείς το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με δύσπνοια, βήχα, κεφαλαλγία, πόνο στο φάρυγγα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο ίδιος, σε σπιρομέτρηση που υποβλήθηκε την 9-6-2010 και 16-7-2010, διαγνώστηκε με δυσλειτουργία μικρού βαθμού των μικρών αεραγωγών του αναπνευστικού, η οποία επιδεινώθηκε στη δεύτερη κατά χρονική σειρά εξέταση σε σχέση με την πρώτη.
Ότι ο Α. Ν., γεννηθείς το 1975, δεν νοσηλεύτηκε, αλλά υποβλήθηκε σε εξετάσεις για το αναπνευστικό και τις αλλεργίες. Ότι ο Γ. Σ., γεννηθείς το 1973, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", λόγω εισπνοής καπνού και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι η Α. Χ., γεννηθείσα το 1962, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" πέντε ημέρες με λοίμωξη του αναπνευστικού και πιθανές ενδείξεις εμφράγματος, τρεις ημέρες στη μονάδα ειδικής φροντίδας και πήρε εξιτήριο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή για το αναπνευστικό και την καρδιά.
Ότι, επιπλέον, η ίδια παρουσίασε αϋπνίες και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο Γ. Γ., γεννηθείς το 1979, νοσηλεύτηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" και στη συνέχεια πέντε ημέρες στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", από τις οποίες δύο στη μονάδα εντατικής θεραπείας, με κάταγμα τριών πλευρών, διάτρηση πνεύμονα, διαστρέμματα, θλάσεις, έγκαυμα στον πνεύμονα, μετακίνηση του διαφράγματος, μώλωπες στο κεφάλι και πρήξιμο στο αυτί.
Ότι η Α. Ζ., γεννηθείσα το 1976, εξετάστηκε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", της δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και παρουσίασε έντονο μετατραυματικό shock, για το οποίο υποβλήθηκε σε ήπια φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Ότι ο Δ. Κ., γεννηθείς το 1961, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με έντονη κεφαλαλγία, ζάλη, πόνο στο λαιμό, δυσκολία στην αναπνοή και υψηλούς σφυγμούς και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο Ε. Λ., γεννηθείς το 1979, νοσηλεύτηκε δύο ημέρες στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με δύσπνοια, ζάλη, πόνο στο λαιμό και στα μάτια και θλάση οπίσθιου χιαστού του δεξιού γόνατος. Ότι η Μ. Μ., γεννηθείσα το 1961, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με δύσπνοια, ζάλη, πονοκέφαλο, πόνο στο λαιμό και βήχα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο Ε. Μ., γεννηθείς το 1964, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με δύσπνοια, δυσφορία, ζάλη, βήχα, πόνο στο λαιμό, στα μάτια και στο κεφάλι και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι η Ε. Σ., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" με ζάλη, βήχα, πόνο στα μάτια, στο κεφάλι και στο σώμα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι η Ε. Φ., γεννηθείσα το 1964, εξετάστηκε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", διαγνώστηκε με λοίμωξη του αναπνευστικού και της προτάθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο Σ. Π., γεννηθείς το 1980, χωρίς παθολογικό μέχρι τότε ιστορικό, μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" και στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", όπου νοσηλεύτηκε τρεις ημέρες με συμπτώματα δηλητηρίασης από την εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα, λοίμωξη του αναπνευστικού, πονοκεφάλους, ζάλη, εμετούς, πόνους στην καρδιά, εκδορές, σκισίματα και μελανιές στο σώμα και μετατραυματικό στρες και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο ίδιος την 27-6-2010 διακομίστηκε με πόνους στην καρδιά στο "ΩΝΑΣΕΙΟ" καρδιοχειρουργικό κέντρο, όπου διαγνώστηκε μυοσκελετικό άλγος. Ότι την 16-6-2011 εξετάστηκε από γαστρεντερολόγο του "Ιατρικού Κέντρου Αθηνών", όπου διαγνώστηκε με οισοφαγίτιδα και διαφραγματοκήλη. Ότι την 11-7-2011 εξετάστηκε από νευρολόγο, ο οποίος διέγνωσε κρίση ημικρανίας, με κεφαλαλγία και εμέτους, φωτοφοβία και φωνοφοβία.
Ότι όλες οι νοσηλείες και οι ιατρικές εξετάσεις των παραπάνω εναγόντων στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" έγιναν με έξοδα της Τράπεζας. Ότι όλοι οι παθόντες, πλην των Α. Ν., Γ. Σ., Δ. Κ. και Ε. Μ., που δεν το ζήτησαν, εξετάστηκαν ψυχιατρικά από γιατρούς του νοσοκομείου "ΥΓΕΙΑ". Ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν μόνιμη βλάβη, σωματική ή ψυχική.
Ότι ύστερα από το ανωτέρω συμβάν οι κατωτέρω ενάγοντες επέστρεψαν στην εργασία τους μετά την παρέλευση των ακόλουθων χρονικών διαστημάτων: η Π. Β. μετά από 2 μήνες και 14 ημέρες, η Μ. Κ. μετά από 4 μήνες, Κ. Κ. μετά από 50 ημέρες, η Κ. Μ. μετά από 5 ημέρες, ο Η. Μ. μετά από 3 μήνες και 14 ημέρες, ο Α. Ν. μετά από 40 ημέρες, ο Σ.
Π. μετά από 10 ημέρες, η Μ. Μ. μετά από 2 εβδομάδες, ο Ε. Μ. μετά από 40 ημέρες, η Ε. Σ. μετά από 1 μήνα και η Ε. Φ. μετά από 20 ημέρες, χωρίς κανείς τους να στερηθεί το μισθό του, για το χρονικό διάστημα που απουσίασε από την εργασία του ή την προοπτική επαγγελματικής εξέλιξης.
9.Τέλος, ως προς την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ότι η Τράπεζα, η οποία ανήκε στον όμιλο ..., το 2009 είχε συνολικά κέρδη προ φόρων 173,9 εκατομμύρια ευρώ. Ότι το καλοκαίρι του 2013, δηλαδή πριν από τη συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έλαβε χώρα την 3-12-2013, η Τράπεζα κατέρρευσε, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για τη μετέπειτα οικονομική κατάστασή της και, ειδικότερα, αυτήν κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά μόνο για το ότι τελεί υπό ειδική διαχείριση στα πλαίσια εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ότι, σύμφωνα με δημοσίευμα του ημερήσιου τύπου, κατά την περίοδο 2006 - 2009 ο μεν Ε. Μ., με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, είχε λάβει από την Τράπεζα το ποσό των 1.875.000 ευρώ ως μπόνους, ο δε ..., παρομοίως, είχε λάβει το ποσό των 1.775.000 ευρώ. Ότι ο Κ. Β., όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμό κατάθεσης ...-1-2014 αγωγής των οικείων της Α. Π., μεταβίβασε στα παιδιά του Π. και Ι. εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα, συνολικής αντικειμενικής αξίας 582.935,59 ευρώ.
10.Σύμφωνα με το σύνολο των παραδοχών που προαναφέρθηκαν και αφού το δικαστήριο της ουσίας, όπως ρητώς διαλαμβάνει στις αιτιολογίες του, έλαβε υπόψη: α) την ένταση της αμέλειας των εναγομένων, για τους οποίους κρίθηκε ότι ευθύνονται για το θάνατο της Α. Π. και τις βλάβες της υγείας των λοιπών εναγόντων, β) την ηλικία της θανούσας, το γεγονός ότι ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών και τον τρόπο θανάτου αυτής από εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων, γ) τις σχέσεις αγάπης και στοργής που συνέδεαν τη θανούσα με τα μέλη της οικογένειας της και την ένταση του ψυχικού άλγους, που αυτά αισθάνθηκαν από την απώλεια τόσο της ίδιας όσο και του εμβρύου που κυοφορούσε, δ) την ηλικία και την κοινωνική ή επαγγελματική κατάσταση των εναγόντων μελών της οικογένειάς της, ε) τον τρόπο επέλευσης των σωματικών βλαβών στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες υπαλλήλους, είτε από εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων είτε από τραυματισμό κατά την προσπάθεια διαφυγής του, στ) την ένταση και τη διάρκεια της στεναχώριας ενός εκάστου εξ αυτών από τις βλάβες που υπέστησαν στη σωματική και ψυχική υγεία τους, ζ) την ηλικία και την κοινωνική ή επαγγελματική κατάσταση των εναγόντων υπαλλήλων, η) την οικονομική κατάσταση των εναγομένων κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θ) τις λοιπές συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και ι) τη συμπεριφορά της Τράπεζας μετά το ατύχημα, με τη δωρεάν παροχή ιατρικής εξέτασης και νοσηλείας στους παθόντες υπαλλήλους, [το δικαστήριο της ουσίας] έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται κατά περίπτωση να λάβουν τα κατωτέρω ποσά (από τα οποία αφαιρέθηκε ένα μικρό μέρος για να ασκηθεί η αντίστοιχη αξίωση ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου) Α) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: 1) ο Ζ.
Π., πατέρας, 250.000 ευρώ, 2) η Π. σύζυγος Ζ. Π., μητέρα, 250.000 ευρώ, 3) ο Χ. Κ., σύζυγος, 350.000 ευρώ, 4) η Α. Π., αδελφή, 150.000 ευρώ, 5) ο Ι. Κ., πεθερός, 80.000 ευρώ και 6) η Ε. σύζυγος Ι. Κ., πεθερά, 80.000 ευρώ και Β) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης: 7) η Π. Β. 29.960 ευρώ, 8) η Α. Ι. 29.960 ευρώ, 9) η Μ. Κ. 29.960 ευρώ, 10) η Χ. Λ. 29.960 ευρώ, 11) Κ. Μ. 29.960 ευρώ, 12) ο Α.
Ν. 24.960 ευρώ, 13) ο Γ. Σ. 24.960 ευρώ, 14) η Α. Χ. 49.960 ευρώ, 15) ο Σ. Π. 60.000 ευρώ, 16) Κ. Κ. 29.960 ευρώ, 17) ο Η. Μ. 54.960 ευρώ, 18) ο Γ. Γ. 55.000 ευρώ, 19) η Α. Ζ. 30.000 ευρώ, 20) ο Δ. Κ. 30.000 ευρώ, 21) ο Ε. Λ. 35.000 ευρώ, 22) η Μ. Μ. 30.000 ευρώ, 23) ο Ε. Μ. 30.000 ευρώ, 24) η Ε. Σ. 30.000 ευρώ και 25) η Ε. Φ. 30.000 ευρώ.
11.Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση ως χρηματική ικανοποίηση, τόσο για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης ενός εκάστου εκ των εναγόντων μελών της οικογένειας της θανούσας σε εργατικό ατύχημα, Α.
Π. όσο και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ενός εκάστου των λοιπών εναγόντων. Διότι, αν και οι συνθήκες του θανάτου της πρώτης και του τραυματισμού ή της ψυχικής αναστάτωσης των λοιπών κατά το χρόνο παροχής της εργασίας τους ήσαν, πράγματι, τραγικές και απρόβλεπτες για τραπεζικούς υπαλλήλους, όπως αυτοί, δεν ήσαν περισσότερο έντονες σε σχέση με εκείνες, υπό τις οποίες επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός άλλων προσώπων σε ατυχήματα που συμβαίνουν στην καθημερινή πραγματικότητα, με τρόπο εξ ίσου αιφνίδιο και αποτρόπαιο.
Το δε γεγονός ότι στην ένδικη περίπτωση προκαλεί αγανάκτηση στο μέσο κοινωνικό άνθρωπο μια "τυφλή" και παράλογη τρομοκρατική ενέργεια που πλήττει σε ώρα εργασίας απλούς εργαζόμενους, οι οποίοι δεν έχουν δώσει ουδεμία αφορμή στους δράστες της ενέργειας (πλην, ενδεχομένως, του ότι εργάζονταν σε ημέρα γενικής απεργίας), δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εις ύψος εκτίναξη του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία καλούνται να πληρώσουν ο εργοδότης ή οι προστηθέντες, αλλά όχι οι άγνωστοι τρομοκράτες.
Και τούτο, ακόμη περισσότερο στην περίπτωση κατά την οποία η αμέλεια, που αποδίδεται στον εργοδότη ή στους προστηθέντες από αυτόν, μόνο κατά ένα μικρό μέρος συνδέεται με το αποτέλεσμα, διότι την υπερακοντίζει ο δόλος της τρομοκρατικής ενέργειας. Με τις συνέπειες της οποίας, ως κοινωνικού φαινομένου ή πολιτικού συμπτώματος, δεν είναι εύλογο να επιβαρυνθούν υπέρμετρα ο εργοδότης ή οι προστηθέντες, που ούτως ή άλλως πλήττονται από την αυθαιρεσία της τρομοκρατίας μέσα σε ένα κράτος δικαίου.
Ως εκ τούτου, τα ποσά που επιδικάσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τα ευλόγως επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις θανατώσεως προσώπου ή ελαφρού τραυματισμού από αμέλεια, ακόμη και υπό εξαιρετικά οδυνηρές συνθήκες, αλλά κρίνονται συναισθηματικώς διογκωμένα. Γι' αυτό διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή τους πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος των δικαιούχων και στο βάρος των υπόχρεων.
Η παραβίαση, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε υπέρ των αναιρεσειόντων. Επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτών για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 68) και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως των μελών της οικογένειας της Α. Π., ως και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως των διασωθέντων υπαλλήλων, με τους οποίο υποστηρίζεται ότι θα έπρεπε να έχουν επιδικασθεί ακόμη μεγαλύτερα ποσά και αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή άλλως αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
12.Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως των μελών της οικογένειας της Α. Π. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι αν και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που με αυτές επιδιωκόταν ο περιορισμός των ποσών που είχαν επιδικασθεί με την τότε εκκαλουμένη 432/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το αίτημα των εναγόντων, εκεί εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων για καταδίκη των αντιδίκων τους στα δικαστικά έξοδα. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, πράγματι, ότι οι μεν αναιρεσείοντες είχαν υποβάλει τέτοιο αίτημα, το δε Μονομελές Εφετείο Αθηνών το άφησε αδίκαστο. Όπως, όμως, καθίσταται γνωστό στο δικαστήριο από άλλη, παράλληλη διαδικαστική ενέργειά του, η προσβαλλόμενη 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρείται σε ευρύτερη έκταση κατά παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως των εναγομένων, οπότε πρόκειται να κριθούν εκ νέου οι τότε συνεκδικασθείσες εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατόπιν αυτού, θα υπάρξει νέα, ανάλογη κρίση ως προς το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αποβαίνει χωρίς αντικείμενο.
13.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αίτησεις. Οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν αυτοτελώς και κατέθεσαν προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Α. Β., που έχει αποβιώσει.
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατατεθεισών αιτήσεων αναιρέσεως α) από 25-5-2016, με αριθμό κατάθεσης 367/26-5-2016, β) 25-5-2016, με αριθμό κατάθεσης 366/ 26-5-2016.
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς διαδίκους, πλην του Α. Β. ως προς τον οποίο έχει διακοπεί η δίκη, τις ως άνω αιτήσεις για αναίρεση της 5115/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στον καθένα από τους παραστάντες αναιρεσίβλητους χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, κατά τις 19η Δεκεμβρίου 2017, 23η Ιανουαρίου 2018 και 6η Φεβρουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ