Legislator Case Law & Legislation
371/2017 AI generated

371/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 371/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

371/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Keywords

AI generated
right of removal decisions concerning reassignment or transfer irrevocable disposition right to determine residence revocation of the composition agreement territorial restriction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 371 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 371/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μαλεβίτη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Ι. Α., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Γωνιοτάκη- Γούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 573/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 127/2013 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί,η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 127/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 573/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Με την τελευταία [απόφαση] είχε γίνει δεκτή η από 26-9-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης για προσβολή της νομής της στο ακίνητο, που περιγράφεται.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις (του νομέα) από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά από ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔικ, οι ενστάσεις του εκκαλούντος-εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει ως προς αυτές λόγος από τους οριζόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔικ που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτες.

Παραδεκτώς προτείνονται, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, το πρώτον, με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔικ, οι οποίες αποβλέπουν όχι στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε , με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής, εν επιδικία, της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης, την οποία είχε προβάλλει για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της έφεσής του.

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [ΚΠοΔικ 561 παρ. 2] το Εφετείο, το οποίο δίκασε με την τακτική διαδικασία δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό «.....Περαιτέρω , η ένσταση παραγραφής της αγωγής κατ’ άρθρο 992 ΑΚ [πάροδος έτους από την αποβολή] , που πρότεινε ο εναγόμενος-εκκαλών με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον έπρεπε αυτή να προταθεί με το δικόγραφο της έφεσής του ή με ίδιο δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής και όχι με τις προτάσεις της κατ’ έφεση δίκης, δεδομένου άλλωστε ότι δεν συντρέχει ως προς αυτή [ένταση παραγραφής] λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της από τους αναφερόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔικ.».

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της παραπάνω ένστασης της ενιαύσιας παραγραφής σε επιδικία της αγωγικής αξίωσης, η οποία προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη, που προβλήθηκε με σκοπό την απόρριψη της αγωγής.

Οι δε επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος [δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια] και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει, χωρίς να θίγει το δικαίωμα αυτό στην ουσία του, ορισμένους χρονικούς περιορισμούς και προθεσμίες στο δικαίωμα προβολής ισχυρισμών και υπεράσπισης της υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου, να διαφοροποιεί, ανάλογα με την διαδικασία, την καθ’ ύλη αρμοδιότητα και το βαθμό δικαιοδοσίας, τις προθεσμίες κατάθεσης των προτάσεων και προβολής ισχυρισμών προς το σκοπό της ταχείας, εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής δικαιοσύνης σύμφωνα με τις κρίσιμες γι’ αυτόν αξιολογικές σταθμίσεις.

Με την έννοια αυτή το ουσιαστικό δικαίωμα σε δίκαιη δίκη από το άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν θίγεται από τις διατάξεις των άρθρων 992 AK 237, 269 παρ.2, 270, 520, 525 και 527, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος προβολής οψιγενών ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενόψει του ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο της δίκης στο δεύτερο βαθμό με τις ασφαλιστικές δικλείδες και των εξαιρέσεων των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ παρέχει επαρκώς στους διαδίκους τη δυνατότητα προβολής και δικαστικής διάγνωσης των δικαιωμάτων τους.

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της νομής παραγώγως με ειδική διαδοχή, που συντελείται με απλή παράδοση της νομής είναι: 1) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ’ αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή 2) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και 3) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.

Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη έστω και αν αφορά σε ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη.

Επομένως με τη σωματική παράδοση του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας έστω και αν υποκείμενη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Έτσι και ο αγοραστής ακινήτου στην περίπτωση που η μεταβίβαση της κυριότητας σ’ αυτόν είναι άκυρη, εφόσον έχει τη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου είναι νομέας αυτού. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο παππούς των διαδίκων Σ.

Τ. του Δ. είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα οικόπεδο, έκτασης 250 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... και συνορεύει γύρωθεν με την οδό ... και ιδιοκτησίες κληρονόμων Ε. Λ. και Ε. συζύγου Μ. Α., Σ. Κ. και κοινοτική οδό, μετά την εντός αυτού (οικοπέδου) ισόγεια οικία.

Ο παππούς των διαδίκων απεβίωσε στις 28.4.1973 και με την υπ’ αριθμ. .../1972 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε κληρονόμους του τα τέκνα του, Γ., πατέρα των διαδίκων, Ε., Η. και Δ., σε διαιρετά τμήματα της ανωτέρω ισόγειας οικίας. Επίσης, με την ανωτέρω διαθήκη του, ο παππούς τον διαδίκων όρισε ότι σε περίπτωση που τα άγαμα τέκνα του, Η., Δ.

και Ε., αποβιώσουν άγαμα ή άνευ φυσικών τέκνων, τα τμήματα της οικίας που κατέλειπε σε αυτούς να περιέλθουν στον εγγονό του Σ. Τ. του Γ., δηλαδή στον εναγόμενο. Μετά το θάνατο του ανωτέρω διαθέτη και περί το έτος 1977, η ισόγεια οικία κατεδαφίστηκε και στη θέση της κτίστηκε, δαπάνες των ως άνω κληρονόμων, μια ενιαία διώροφη οικοδομή επί όλου του οικοπέδου, αποτελούμενη από ισόγειο, επιφάνειας 140 τετραγωνικών μέτρων, και πρώτο υπέρ του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 170 τετραγωνικών μέτρων, και όχι ανεξάρτητες οικοδομές σε διαιρετά τμήματα του οικοπέδου, ενώ μετά την ανέγερση της νέας οικοδομής οι τέσσερις κληρονόμοι εγκαταστάθηκαν σε αυτή και κατέστησαν έκτοτε συννομείς του οικοπέδου με την εντός αυτού διώροφη οικία, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προσδιοριστούν και τα ποσοστά του καθενός επί του επίδικου ακινήτου, γεγονός όμως που δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στην παρούσα δίκη, της οποίας το αντικείμενο δεν είναι η κυριότητα, αλλά η νομή.

Περαιτέρω, ο πατέρας των διαδίκων, Γ. Τ. του Σ., απεβίωσε στις 3.12.1987 και με την υπ’ αριθμ. .../1985 δημόσια διαθήκη του κατέλειπε την ενάγουσα κληρονόμο του σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω, ενώ στις 21.6.1981, στις 7.1.1987 και 25.7.2003 απεβίωσαν άγαμοι και άτεκνοι τα τέκνα του Σ. Τ. (παππού των διαδίκων), Ε., Η. και Δ., αντίστοιχα.

Εν τω μεταξύ, την ίδια ημέρα που ο πατέρας των διαδίκων συνέταξε την ανωτέρω δημόσια διαθήκη του, συντάχθηκε και το υπ’ αριθμ. .../1985 προσύμφωνο διανομής μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το οποίο δήλωσαν ότι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επίδικου ακινήτου και εκδήλωσαν τη βούλησή τους να διανείμουν αυτό, λαμβάνοντας η ενάγουσα το ισόγειο της διώροφης οικοδομής, πλην του γωνιακού γραφείου, και ο εναγόμενος τον πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι πλέον ο καθένας τους θα νέμεται και θα κατέχει το αντίστοιχο τμήμα της διώροφης οικοδομής.

Το ανωτέρω όμως προσύμφωνο με την υπ’ αριθμ. 15/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, -η οποία εκδόθηκε επί αγωγής καταδίκης σε δήλωση βούλησης που άσκησε η ενάγουσα εναντίον του εναγομένου, κρίθηκε παρεμπιπτόντως ως κληρονομική σύμβαση, η οποία δεν επιτρέπεται από το νόμο, και συνεπώς ήταν άκυρο.

Παρόλα αυτά όμως, από το έτος 1985 η ενάγουσα νέμεται την ισόγεια οικία για τον εαυτό της και ο εναγόμενος τον πρώτο όροφο της οικοδομής, γεγονός το οποίο γνώριζαν και ήθελαν κατά τη χρονική εκείνη περίοδο τόσο οι διάδικοι, όσο και όλοι οι συννομείς θείοι της. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο εναγόμενος με το ανωτέρω προσύμφωνο, ανεξαρτήτως της ακυρότητάς του, εκδήλωσε τη βούληση να νέμεται ο ίδιος τον πρώτο όροφο της διώροφης οικοδομής, τη νομή δε τού ισογείου ορόφου να την έχει η ενάγουσα αδελφή του, οι δε λοιποί συννομείς, ήτοι ο πατέρας των διαδίκων, Γ.

Τ. του Σ., και οι θείοι τους, Η. και Δ.-Τ. του Σ., οι οποίοι ήταν ακόμη εν ζωή, είχαν την επιθυμία να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στους διαδίκους με τον τρόπο που είχε αποτυπωθεί στο άκυρο προσύμφωνο της διανομής. Άλλωστε, οι συννομείς και θείοι των διαδίκων ουδέποτε είχαν νυμφευθεί ούτε είχαν αποκτήσει δικά τους τέκνα, όπως ήδη προαναφέρεται και είχαν εκφράσει την επιθυμία το καθένα από τα ανίψια τους να έχει από έναν όροφο στη διώροφη οικοδομή.

Ειδικότερα, από το έτος 1987, οπότε και απεβίωσε στις 3.12.1987 ο πατέρας των διαδίκων, η ενάγουσα ανέλαβε τη φροντίδα του ισογείου διαμερίσματος της οικοδομής, εντός της οποίας πλέον ζούσαν η μητέρα των διαδίκων και ο θείος τους Δ. Τ., αφού ο έτερος θείος τους Η. Τ. είχε αποβιώσει στις 6.1.1987. Μετά το θάνατο δε του πατέρα των διαδίκων κλειδί του εν λόγω διαμερίσματος είχαν η μητέρα των διαδίκων και η ενάγουσα, η οποία μάλιστα έκτοτε προχώρησε και σε ανακαίνιση των ειδών υγιεινής, της κουζίνας και της οικοσκευής.

Εκτός τούτων όμως, όχι μόνο όσο ζούσαν οι γονείς των διαδίκων και οι θείοι τους, αλλά και κατά τον μετέπειτα χρόνο και μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2007, η ενάγουσα κάθε χρόνο επισκεπτόταν το εν λόγω ακίνητο και διέμενε σε αυτό για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα, ιδίως κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και κατά τις θερινές διακοπές, κάθε φορά που ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη, όπου είναι η μόνιμη κατοικία αυτής και της οικογένειας της, ο δε εναγόμενος ουδέποτε διέμενε στο ισόγειο διαμέρισμά της εν λόγω οικοδομής, αλλά από τότε που κατέστησε τη ...

κέντρο των συμφερόντων του διέμενε στον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο μαζί με την οικογένεια, του. Μάλιστα, η ενάγουσα ταυτόχρονα με τις ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις, έχει προβεί επί σειρά ετών και στη δήλωση του επίδικου ακινήτου στις φορολογικές της δηλώσεις, στη δήλωση "πόθεν έσχες" και στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τη θέλησή της να νέμεται, να κατέχει και να εξουσιάζει το επίδικο με διάνοια κυρίου, της πραγματικής αυτής κατάστασης έχοντας παγιωθεί επί σειρά ετών και ειδικότερα από το έτος 1987 έως και τον Ιούλιο του έτους 2007.

Λόγω του γεγονότος ότι ο εναγόμενος διαμένει μόνιμα στη ... Αργολίδας, η ενάγουσα παρέδωσε σε αυτόν το κλειδί της πόρτας του ισογείου διαμερίσματος με μοναδικό σκοπό να ανοίγει την επίδικη οικία όταν επρόκειτο να καθαριστεί. Το καλοκαίρι του έτους 2007, προ της άφιξης της ενάγουσας και της οικογένειάς της στη ..., ο εναγόμενος αρνήθηκε να παραδώσει το κλειδί στο άτομο που θα καθάριζε την επίδικη οικία, όταν δε πλέον η ενάγουσα έφθασε από τη Θεσσαλονίκη στη ...

για τις θερινές διακοπές της, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εισέλθει εντός της οικίας, διότι το κλειδί της δεν εισχωρούσε στην κλειδαριά της πόρτας της. Αμέσως η ενάγουσα κατέθεσε κατά του εναγομένου την από 2.8.2007 μήνυση για τις παράνομες ως άνω εις βάρος της πράξεις, άσκησε την από 11.8.2007 αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής και την από 26.9.2007 κρινόμενη αγωγή.

Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι χαρακτηριστικά κατέθεσαν: 1) Δ. Μ.: "...Είμαι θεία της Τ. και του Σ. Τ. (διάδικοι)...όταν χτιζόταν αυτό το σπίτι το 1977 ο ανεψιός μου Σ. βρισκόταν στην Καστοριά...όταν ήρθε μετά από χρόνια στη ... βρήκε την οικοδομή έτοιμη και έμεινε στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου...ο κάτω όροφος ανήκε στην Τ. (ενάγουσα)...και το ήθελαν οι γονείς τους και οι θείοι τους...

Η Τ. το συντηρεί μέχρι σήμερα και πληρώνει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του... ", 2) Π. Δ.: "...Όταν γκρεμίστηκε το παλιό σπίτι ο Γ. Τ.• (πατέρας των διαδίκων)...έχτισε δύο διαμερίσματα από την αρχή για να δώσει ένα στην κόρη του και ένα στο γιό του. Στο κάτω έμενε ο ίδιος με τη γυναίκα του και τα τρία ανύπαντρα αδέλφια του και έλεγε σε όλους ότι αυτό το έκανε για την κόρη του και το άλλο το πάνω για το γιό του...

Ότι χρειαζόταν για τη συντήρηση του κάτω σπιτιού που ήταν της Τ. από τότε που παντρεύτηκε το 1981 το πλήρωνε αυτή και ο άντρας της από τη Θεσσαλονίκη... ", 3) Κ. Π.: "...Καθαρίζω εδώ και πολλά χρόνια τουλάχιστον από το 1998 το σπίτι της Τ. Τ. στο ισόγειο της οικοδομής...η οποία και με πλήρωνε...την πόρτα του διαμερίσματος άνοιγε ο αδελφός της Σ.

που μένει από πάνω, αφού προηγουμένως είχα τηλεφωνικά μιλήσει εγώ με την Τ. και αυτή του έδινε εντολή να μου ανοίξει...αρχές Ιουνίου 2007 πήγα να καθαρίσω το διαμέρισμα και τότε ο αδελφός της Σ. αρνήθηκε να μου ανοίξει...πάντα, όλα τα χρόνια και μέχρι τώρα τα λεφτά της αμοιβής μου ...μου τα πληρώνει η Τ....", 4) Α.

Ι. (σύζυγος της ενάγουσας): "...Εμείς ερχόμασταν από το 1987, μέναμε και συντηρούσαμε το σπίτι...μια καθαρίστρια που είχαμε κανονίσει να πηγαίνει και να καθαρίζει, να συντηρεί το σπίτι μας ειδοποίησε ότι δεν της επέτρεπαν να μπει στο σπίτι, ούτε σε μας, έγιναν ασφαλιστικά μέτρα...έγινε μήνυση, πήραμε προσωρινή διαταγή, ανοίξαμε-το σπίτι και αλλάξαμε κλειδαριές".

Με αυτές τις ενέργειες του δε ο εναγόμενος απέβαλε την ενάγουσα παράνομα και χωρίς τη θέλησή της από τη νομή της επί της επίδικης οικίας και συνεπώς η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ενάγουσα νομέας της επίδικης οικίας, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει σ’ αυτή, απορριπτόμενου σχετικού λόγου έφεσης περί αποκλειστικής νομής του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος επί του επιδίκου ως ουσιαστικά αβάσιμου." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 984, 985 και 987 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε , ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τη σαφή παραδοχή ότι:

η ενάγουσα κατέστη νομέας του επίδικου ακινήτου με την παράδοση της νομής του με βάση τη συμφωνία που διαλαμβάνεται στο .../1985 προσύμφωνο διανομής και καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και του πατέρα τους , το οποία νεμήθηκε έκτοτε με την άσκηση εμφανών διακατοχικών πράξεων, οι οποίες αναφέρονται, μέχρι τον χρόνο αποβολής της από τη νομή του, χωρίς να επηρεάζεται η νομή της από το κύρος του ως άνω προσυμφώνου.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε , εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης , αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ με εσφαλμένη εφαρμογή τους, καθώς και την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης και της άσκησης νομής της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο και την παράνομη προσβολή αυτής, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 991 ΑΚ ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα , που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα , παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σε αυτόν και τον ενάγοντα. Εξ άλλου ο ισχυρισμός του εναγόμενου επί αγωγών περί νομής περί ιδίας αυτού νομής αποτελεί αιτιολογημένη (ανεπτυγμένη) άρνηση της νομής του ενάγοντος και μπορεί ανταποδεικτικώς να αποδειχθεί και στην περίπτωση αυτή να επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αναπόδεικτης .

Περαιτέρω κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο [ολΑΠ 3/1997, ολΑΠ 469/1984].

Επομένως οι δεύτερος, κατά ένα μέρος και τέταρτος από τους λόγους της αναίρεσης, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που πρότεινε παραδεκτά και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περί ιδίας νομής στο επίδικο ακίνητο , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , γιατί αν και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά , όπως προαναφέρθηκε, αιτιολογημένη άρνηση της πραγματικής βάσης της αγωγής και δεν χρειαζόταν να γίνει ειδική μνεία σε αυτόν, λήφθηκε, υπόψη από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔικ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ’ ΚΠολΔικ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι : 1) τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...15-2-2002 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος , από την οποία προκύπτει η καταβολή [εξυπηρέτηση] από εκείνον στεγαστικού δανείου που είχαν λάβει οι Γ., Η.

και Δ. Τ., 2) το 286/2010 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλαδος , με το οποίο βεβαιώνεται τα δάνεια του πατέρα του τα είχε εξοφλήσει εκείνος, 3) αντίγραφο δήλωσης ακινήτων Ε-9, στο οποίο δηλώνει ως ιδιοκτησία του ολόκληρη την οικοδομή, που περιλαμβάνει και το επίδικο, 4) τη .../1972 δημόσια διαθήκη του παππού των διαδίκων Σ.

Τ. και 5) τη .../1985 δημόσια διαθήκη του πατέρα των διαδίκων. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την βεβαίωση που υπάρχει στην απόφαση που προσβάλλεται, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "....καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι.....» δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να απαιτείται να τα μνημονεύσει χωριστά.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-7-2014 αίτηση αναίρεσης της 127/2013 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ