Legislator Case Law & Legislation
371/2015 AI generated

371/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 371/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

371/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά μεν την § 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 371 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 371/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 2)Α.-Δ. Λ. του Ι., 3)Α. συζ. Ι. Μ., θυγ. Ι. Λ. και 4)Ο. θυγ. Ι. Λ., κατοίκων ..., των 2ου, 3ης και 4ης ατομικά και ως κληρονόμων της Α. χας Ι. Λ., το γένος Δ. Σ.. Ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α.-Δ. Λ. (ήδη 2ο αναιρεσείοντα) και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2)Α. Α. του Μ., συζ. Γ. Λ., κατοίκου ..., 3)Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Ι. Α., 4)Σ. χήρας Ν. Π., το γένος Ι. Α., κατοίκων ..., 5)Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 6)Ά. Π. του Ν., κατοίκου ..., 7)Ι. Π. του Ν., και 8)Α. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κουτσιμπού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/1992 αγωγή των ήδη 3ης, 4ης, 5ου, 6ης, 7ου και 8ης των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Ι. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1066/1993, 4772/2002 μη οριστικές, 1522/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6880/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8/2/2008 αίτησή τους. Κατόπιν της βίαιης διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου της Α. χήρας Ι. Λ., η υπόθεση ματαιώθηκε και επανέρχεται με την από 14/5/2014 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/9/2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-2-2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 6880/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 2233Δ/11-11-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Α., προκύπτει ότι με εντολή της νομίμως παρισταμένης, ως πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Ελ. Κουτσιμπού, που επισπεύδουν τη συζήτηση, κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως ο πρώτος των αναιρεσειόντων για να παραστεί κατά συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (14-1-2015). Επομένως αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 32/96 και 27/1998).

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, στον οποίο δεν αναφέρεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε σε σχέση με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή της οποίας αποδίδονται σφάλματα στην προσβαλλομένη απόφαση ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία συντελέσθηκε η προσβαλλομένη παραβίαση αναφέρονται είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

Επειδή, κατά μεν την § 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της εν λόγω διατάξεως διότι απέρριψε το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί η ακριβής επιφάνεια του επίδικου ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι για να γίνει αντιληπτό το πιο πάνω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και ως εκ τούτου ουδείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται από την απόρριψη του ως άνω αιτήματος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη του Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι "έλαβε υπόψη γεγονότα μη αληθή, ως δήθεν αποδειχθέντα από τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων των αντιδίκων, ενώ δεν έπρεπε να λάβει υπόψη της τις καταθέσεις αυτές που αφορούσαν άλλο ακίνητο του αρχικού ενάγοντα Ιωάννη Αγγελόπουλου, σε άλλο χρόνο". Όμως η μορφή αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' Κ.Πολ.Δ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2008 αίτηση των Α. Λ. του Α., Α.-Δ. Λ. του Ι., Α. Μ. και Ο. Λ. περί αναιρέσεως της 6880/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ