371/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated371/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Full text
Απόφαση 371 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΤΟΥΡ - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μάρκελλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση των α) ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ και β) ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 425/2008 και 254/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ., συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ.
και γ) των μελών της Διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Στο άρθρο 15 του ν. 1264/1982 ορίζονται τα εξής: "Για την ύπαρξη ενός από τους λόγους του άρθρου 14 παρ. 10 πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας αποφασίζει, κατά πλειοψηφία, επιτροπή, της οποίας η απόφαση υπόκειται σε έφεση και η οποία αποτελείται: α) Από τον πρόεδρο πρωτοδικών της περιφέρειας που παρέχει την εργασία του ο εργαζόμενος, εφόσον στο Πρωτοδικείο υπηρετούν δύο τουλάχιστον πρόεδροι, ή άλλως από πρωτοδίκη που ορίζεται από τον πρόεδρο με τη σειρά του άρθρου 11 παρ. 3 εδάφ.
β' του νόμου αυτού και για ένα χρόνο. β) Από έναν αντιπρόσωπο του εμποροβιομηχανικού επιμελητηρίου της περιφέρειας και αν δεν λειτουργεί επιμελητήριο του εμπορικού συλλόγου. Όταν εκδικάζεται υπόθεση που αφορά μισθωτό βιομηχανίας, ο σύνδεσμος βιομηχάνων, όπου υπάρχει, υποδείχνει έναν εκπρόσωπό του που συμμετέχει στην επιτροπή αντί του εκπροσώπου του επιμελητηρίου.
γ) Από έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων που υποδείχνει η πιο αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια οργάνωση. Στις παραγράφους 2, 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η έφεση απευθύνεται σε δευτεροβάθμια επιτροπή η οποία καταρτίζεται κατά τον οριζόμενο τρόπο, ενώ κατά την παράγραφο 5 "Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου, κάθε χρόνο, ο πρόεδρος κάθε πρωτοδικείου που θ' αναλάβει τη δευτεροβάθμια επιτροπή καλεί τις παραπάνω οργανώσεις να υποδείξουν μέσα στον Ιανουάριο έναν τακτικό και έναν αναπληρωματικό εκπρόσωπο για το ερχόμενο ημερολογιακό έτος και για κάθε μια επιτροπή.
Εάν οι παραπάνω οργανώσεις δεν υποδείξουν εκπροσώπους, ο πρόεδρος ορίζει μέσα στο πρώτο 10ήμερο του Φεβρουαρίου έναν εργοδότη και έναν αναπληρωματικό του καθώς και έναν εργαζόμενο και έναν αναπληρωματικό του και με απόφασή του συγκροτεί και τις δύο Επιτροπές Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών της περιφέρειάς του.
Ένας από τους υπαλλήλους της δικαστικής γραμματείας ορίζεται γραμματέας για κάθε επιτροπή. Η κάθε επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της, ύστερα από αίτηση του εργοδότη ή έφεση του ενδιαφερόμενου που κατατίθεται στη γραμματεία της, μέσα σε οκτώ (8) μέρες από την υποβολή της αίτησης ή της έφεσης και συζητεί την υπόθεση, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις των άρθρων 73, έως 75, του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Οι επιτροπές έχουν υποχρέωση να εκδώσουν την απόφασή τους μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη μέρα της συζήτησης της υπόθεσης". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 89 του Συντάγματος, απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιονδήποτε επάγγελμα. Κατ' εξαίρεση όμως επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς μεταξύ άλλων, να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, όπως είναι οι ως άνω επιτροπές του άρθρου 15 του ν. 1264/1982.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ήταν συνδικαλιστής και δη αντιπρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας ήταν άκυρη και εκ του λόγου ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, χωρίς να αναφέρει έστω κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 10 του ν. 1264/1982 λόγους και χωρίς να πιστοποιηθεί ο λόγος της απολύσεως από την αρμόδια επιτροπή του άρθρου 15 του ίδιου νόμου.
Με βάσει δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 10 και 15 του ν. 1264/1981, δεδομένου ότι η τελευταία από αυτές δεν αντίκειται στο άρθρο 89 του Συντάγματος και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη πρωτοβάθμια επιτροπή είναι ανυπόστατη διότι δεν μπορούσε να μετέχει σ' αυτήν δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 89 του Συντάγματος είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους, πρώτο και τρίτο, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος απουσίαζε από την εργασία του γιατί εργαζόταν παράλληλα σε άλλη επιχείρηση, δεχθέν ότι οι εν λόγω απουσίες του ήταν πάντοτε δικαιολογημένες και οφείλονταν σε λόγους υγείας, καθώς και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής του δράσης και ως εκ τούτου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τα άρθρα 14 και 15 του ν. 1264/1982 προβλεπόμενη για τους συνδικαλιστές διαδικασία, κατέληξε δε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα προσκομισθέντα και επικληθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 14-8-2006 εξώδικη καταγγελία της προς τον αναιρεσίβλητο, 2) την από 20-11-2006 ανωμοτί εξέταση του Ε. Π. Διευθυντή του Ξενοδοχείου της αναιρεσείουσας, ενώπιον της αρμοδίας πταισματοδίκου και την από 20-11-2006 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Α. Μ., επί του από 16-10-2007 κατηγορητηρίου που συνέταξε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κορίνθου με βάση την από 20-9-2006 μήνυση της αναιρεσείουσας, 3) την από 21-11-2006 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Μ.
Π., 4) την από 14-8-2006 προφορική μήνυση του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Μ. Π., 5) το υπ' αριθμ. 3798/30-10-2007 έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας Κορινθίας, 6) το υπ' αριθμ. 14724/12-11-2007 έγγραφο του ΙΚΑ Κορίνθου, 7) τις από 26-7-2006 και 31-7-2006 επιστολές της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο και την από 12-8-2006 επιστολή της προς το σωματείο εργαζομένων της και 8) το υπ' αριθμ. 166/5-11-2007 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Κορίνθου, περί μη συγκροτήσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 15 του ν. 1264/1982 επιτροπής.
Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και τα παραπάνω, αφού δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν αυτά υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως οι, πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2011 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΙΝΤΟΥΡ - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ Α.Ε." για αναίρεση της 254/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ