Legislator Case Law & Legislation
371/2009 AI generated

371/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 371/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ......, 3) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων κατά Ζημιών" η οποία εδρεύει στην ...... εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

371/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Η από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1 κλπ και η από 28-12-2007 αίτηση των Ψ1 κλπ και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι για αναίρεση της 3904/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν του ίδιους διαδίκους πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Keywords

AI generated
fitness to drive road safety concerns excessive speed dangerous overtaking traffic violation driving without authorization
AI generated
2081/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
733/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ στους: 1. Μ. Σ., κάτοικο ..., 2. Ανώνυμη ασφαλισιτκή εταιρεία με την επωνυμία N.P.INSURANCE ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία Β. Π. και ΣΙΑ Ο.Ε., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
216/2014
" Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.
1058/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3890/2004 εν μέρει οριστική και 4312/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2007 αίτησή τους.
1037/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 26-6-2009 αγωγή του 9ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/2010οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5452/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 26-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 371 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

A. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ......, 3) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων κατά Ζημιών" η οποία εδρεύει στην ...... εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, η οποία απεβίωσε στις 18/6/2007 όπως προκύπτει από το από 29/1/2008 πιστοποιητικό θανάτου του ληξιαρχείου της περιοχής ...... του Νομού ...... . Την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής Ψ1, κάτοικος ...... και Ψ2, κάτοικος ......, ο οποίος παρίσταται και ατομικά, 2) Ψ3, κατοίκου ......, 3) Ψ1, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδοσία Οικονομίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

B. Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης Ψ, 2) Ψ2, κατοίκου ......, 3) Ψ3, κατοίκου ......, για τον εαυτό του ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης Ψ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδοσία Οικονομίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ......, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων κατά Ζημιών" η οποία εδρεύει στην ...... εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/3/2004 και 4/6/2004 αγωγές των υπό στοιχείο Α. αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2005 μη οριστική και 376/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3904/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 18/12/2007 αίτησή τους και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 28/12/2007 αίτησή τους και τους από 17/7/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των αναιρέσεων και των πρόσθετων επί της δευτέρας εξ αυτών λόγων.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α. αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β. αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της από 18/12/2007 αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη της από 28/12/2007 αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και την και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1 κλπ και η από 28-12-2007 αίτηση των Ψ1 κλπ και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι για αναίρεση της 3904/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν του ίδιους διαδίκους πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Α. Επί της από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησης των Χ1 κλπ.

Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου αυτής προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη α) την από 13-1-2003 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα όργανα της τροχαίας, β) την από 9-1-2003 έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος και γ) την από 16-4-2003 βεβαίωση της Renault.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 12/1991).

Με τον ίδιο πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε την ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανούσας και τους θεμελιούντες αυτών ισχυρισμούς που είχαν προβάλει νομίμως και προέκυπτε από τα ως άνω έγγραφα, που δεν έλαβε υπόψη.

Ο λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε την ένσταση, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στο λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, από το άρθρο 671 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία για τις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα, του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης (πρώτο) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι δεν έδωσε την πρέπουσα αποδεικτική δύναμη στα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και αυτών των άρθρων 914, 932 ΑΚ κατά την επιδίκαση του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στους ενάγοντες, διότι το επιδικασθέν ποσό, ύψους 15.000 ευρώ για τη μητέρα και το σύζυγο της θανούσας, και 20.000 ευρώ για κάθε ένα από τα τέκνα της, είναι πολύ μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Β. Επί της από 28-12-2007 αίτησης της Ψ1 κλπ και των από 17-7-2008 προσθέτων επ' αυτής λόγων.

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως αυτός, απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση προκύπτει αναμφίβολα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου περί του αν από έγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρα 352 παρ. 2, 671 παρ. 1 και 681Α ΚΠολΔ), ανάγεται σε ουσιαστική εκτίμηση και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο από τον ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1514/2006, 545/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους δύο λόγους αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη α) τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες 43993/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και β) την εξώδικη ομολογία του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου που περιέχεται σ' αυτά σχετικά με το σημείο που βρισκόταν η παθούσα όταν αυτός την αντιλήφθηκε.

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, καθώς και τη φερόμενη ως περιεχόμενη σ' αυτό εξώδικη ομολογία του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου σχετικά με τη θέση της παθούσας στην οδό.

Επομένως και οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι.

Γ. Επί αμφοτέρων των πιο πάνω αιτήσεων αναίρεσης:

I. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη των αναιρέσεων πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-1-2003 και περί ώρα 20.00, στο ... χιλιόμετρο της λεωφόρου ...... και συγκεκριμένα στο ρεύμα πορείας προς ......

και μπροστά από τη στάση ......, το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ όχημα (που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ανήκε στο δεύτερο και καλυπτόταν ασφαλιστικώς από την τρίτη εναγομένη εταιρεία Γιούροσταρ ασφαλιστική), παρέσυρε (με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του) και τραυμάτισε θανάσιμα (αφού μετά από λίγες ώρες απεβίωσε) την πεζή Α, που, προερχόμενη από τη δεξιά κατά την πορεία του οδηγού ως άνω στάση, κινήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα, ευρισκόμενη (κατά τη στιγμή του συμβάντος) σε απόσταση 80 περίπου εκατοστών από το έρεισμα της λεωφόρου.

Το παραπάνω ατύχημα κρίνεται ότι οφειλόταν σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων σε αυτό, ανερχόμενη σε ποσοστά 70% για την πεζή και 30% για τον οδηγό. Ειδικότερα σε συνυπαιτιότητα του μεν ως άνω οδηγού, ο οποίος, ενώ είχε πλήρη και απρόσκοπτη ορατότητα (ευθεία τουλάχιστον 150 μέτρων πριν το σημείο του συμβάντος, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), όλως αμελώς περί την οδήγηση και κατά παράβαση των άρθρων 12 και 19 παρ. 1, 2, 7 του Ν 2696/1999, εκινείτο ανεπιτρέπτως με υπερβολική για τις περιστάσεις (νυκτερινή ώρα, με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και ανεπαρκέστατο φωτισμό στο σημείο αυτό) ταχύτητα (που συνάγεται από το γεγονός ότι το όχημά του παρέσυρε με σφοδρότητα την πεζή), αλλά και αδικαιολόγητα έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και δεν τροχοπέδησε έγκαιρα, της δε πεζής, η οποία, τελώντας σε μέθη (ανερχόμενη σε 1,14% όπως διακριβώθηκε στη συνέχεια, κατά τη διενεργηθείσα νεκροψία της) και κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 δ' και ε' Ν. 2696/1999, κατέβηκε στο οδόστρωμα, χωρίς να λάβει υπόψη της τα κινούμενα στη λεωφόρο οχήματα που πλησίαζαν, αλλά και χωρίς να βεβαιωθεί ότι με την ενέργειά της αυτή δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους".

Μετά από τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων της πρώτης και αναιρεσειόντων της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή δεχόμενη ότι η θανούσα ευθυνόταν αποκλειστικά για το ατύχημα και τον εντεύθεν θάνατό της, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ, αφού εκτίθενται με σαφήνεια οι επικρατούσες στην περιοχή κατά τη στιγμή του ατυχήματος συνθήκες (νυκτερινή ώρα, πυκνή κυκλοφορία, ανεπαρκέστατος φωτισμός), γίνεται δεκτό ότι η ταχύτητα του οχήματος ήταν ανεπιτρέπτως υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται επακριβώς, όπως δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται από ποια απόσταση ο οδηγός αντιλήφθηκε την πεζή (θανούσα), αφού δέχεται ότι μπορούσε να τροχοπεδήσει έγκαιρα.

Εξάλλου προσδιορίζεται στην απόφαση ότι μπορούσε ο οδηγός να αντιληφθεί το θύμα αφού εκτίθεται ότι είχε πλήρη και απρόσκοπτη ορατότητα, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται αν ο οδηγός έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων, ενώ δέχεται ότι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και δεν πραγματοποίησε πέδηση και εντοπίζει την αμέλεια του οδηγού στην παράβαση των ορισμών των άρθρων 12 και 19 παρ. 1, 2, 7 του Ν 2696/1999, σε συνάρτηση με τις επικρατούσες συνθήκες, τους οποίους (ορισμούς του νόμου) αν είχε τηρήσει θα είχε αντιληφθεί την πεζή και θα την είχε αποφύγει.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης του Χ1 κλπ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με αυτά παραδέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με την υπαιτιότητα της πεζής Α δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψεις διατάξεις. Ειδικότερα τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη συμπεριφορά της θανούσας πεζής, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθέντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, εκτίθενται με σαφήνεια οι επικρατούσες στην περιοχή κατά τη στιγμή του ατυχήματος συνθήκες (νυκτερινή ώρα, πυκνή κυκλοφορία, ανεπαρκέστατος φωτισμός), γίνεται δεκτό ότι η ταχύτητα του οχήματος ήταν ανεπιτρέπτως υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται επακριβώς.

Επίσης προσδιορίζεται ότι η πεζή εισήλθε στο οδόστρωμα και κινήθηκε κάθετα σ' αυτό, χωρίς να λάβει υπόψη της τα κινούμενα στη λεωφόρο οχήματα που πλησίαζαν και χωρίς να βεβαιωθεί ότι με την ενέργειά της αυτή δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. δ' και ε' του Ν 2696/1999, ενέργειες στις οποίες αν είχε προβεί δεν θα είχε βρεθεί στην πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που και αυτό εκινείτο ανεπιτρέπτως με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζει αν η οδός ήταν μονής ή διπλής κατεύθυνσης, αν υπήρχε νησίδα ασφαλείας, αν υπήρχε πεζοδρόμιο και αν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μέθης του θύματος και του συμβάντος, διότι η συνυπαιτιότητα κατά τις παραδοχές εντοπίζεται στην είσοδο αυτής στο οδόστρωμα.

Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης των Ψ1 κλπ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αποδίδει παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος, που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης από αυτές να απορριφθούν. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων της αναίρεσης των Χ1 κλπ δεν επιδικάζονται, επειδή αυτοί δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι παρέστησαν με δήλωση και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Αντίθετα, οι αναιρεσείοντες της αίτησης αναίρεσης των Ψ1 κλπ. πρέπει ως ηττηθέντες να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αίτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α.

Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 κλπ για αναίρεση της 3904/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Β. α) Απορρίπτει την από 28-12-2007 αίτηση της Ψ1 κλπ και τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της ίδιας ως άνω 3904/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

β) Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της άνω αίτησης στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων της ίδιας αίτησης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ