Legislator Case Law & Legislation
371/2008 AI generated

371/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 371/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.09.1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 2412/1992 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 19.09.1995 ανακοπή ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5230/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4790/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.03.2000 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

371/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 371 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 371/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων :1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Πασπαλά.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) ...... και 2) ........, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Καραμήτσας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.09.1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 2412/1992 ερήμην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 19.09.1995 ανακοπή ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5230/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4790/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.03.2000 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 05.09.2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί παραδεκτό ένδικο μέσο κατ' αποφάσεως μη υποκειμένης σ' αυτό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 24 ΕΝΚΠολΔ προκύπτει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και η προθεσμία ασκήσεώς τους κρίνονται σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως νόμο. Βάσει της εν λόγω ανεξαιρέτου αρχής του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό και οι λόγοι ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται εκ των ισχυουσών κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της ανακοπτομένης αποφάσεως διατάξεων.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι, ως ερημοδικασθέντες, ήσκησαν την 20.9.1995 εμπροθέσμως αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας κατά της υπ' αρ. 2412/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εδημοσιεύθη την 23.4.1992, όταν δηλαδή το ένδικο τούτο μέσο ήταν επιτρεπτό, αφού κατηργήθη από την 28.5.1993 διά του άρθρου 9 § 1 του ν. 2145/1993 και τους επεδόθη στις 8.9.1995. Η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή από την υπ' αρ. 5230/1996 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που προσέβαλαν δι' εφέσεως οι αναιρεσείοντες, προσάπτοντες σ' αυτήν εκτός των άλλων και παρά το νόμο παραδοχή της ανακοπής, ως στρεφομένης κατά μη προσβαλλομένης διά του ενδίκου τούτου μέσου αποφάσεως, μετά την προδιαληφθείσα νομοθετική κατάργησή της. Ο σχετικός λόγος της εφέσεως απερρίφθη υπό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεχθείσης τα προεκτεθέντα και ότι δεν είχε καταστεί η ανακοπείσα απόφαση τελεσίδικη, ελλείψει επιδόσεώς της, όπως αβασίμως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τη διάταξη του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η πληττομένη απόφαση, απορρίψασα τον ως άνω λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν εκήρυξε παρά το νόμο παραδεκτή την ανακοπή ερημοδικίας. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: Μεταξύ των αναιρεσειόντων αφενός ως εργολάβων και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου ως εργοδοτών, κατηρτίσθη σύμβαση έργου με αντικείμενο την εκτέλεση μωσαϊκών, μαρμαρικών και άλλων συναφών οικοδομικών εργασιών στο ανεγειρόμενο Πνευματικό Κέντρο Άμφισσας. Οι τιμές μονάδας εκάστης εργασίας καθορίσθησαν συμβατικώς και αναπροσηρμόσθησαν με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών τον Ιούλιο του 1987. Περαιτέρω, επί τη βάσει των τιμών αυτών και των εκτελεσθεισών εργασιών, έκρινε η πληττομένη απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες εδικαιούντο συνολικό εργολαβικό μισθό εκ 4660848 δραχμών, έναντι τούτου δε οι αναιρεσίβλητοι τους κατέβαλαν συνολικώς 4351000 δραχμές, όπως απεδεικνύετο εκ των επικληθεισών και προσαχθεισών τριάντα μιάς αποδείξεων πληρωμής και απέμενε υπόλοιπο εκ δραχμών 309848, το οποίο και επεδίκασε, αφού εδέχθη την έφεση των αναιρεσειόντων και εξηφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.

Συνεπώς, η ανωτέρω απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού δεν ήταν αναγκαίο να μνημονευθούν ο ειδικότερος χρόνος εκδόσεως εκάστης αποδείξεως ή άλλα στοιχεία αυτών. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, τέταρτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ακόμη, δεν αποτελεί πράγμα, μη ιδρυομένου του λόγου τούτου αναιρέσεως εκ της μη λήψεώς του υπόψη, το αίτημα να διαταχθεί η προσαγωγή των δηλώσεων φόρου εισοδήματος του διαδίκου, ως επουσιώδης.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την πληττομένη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα υπ' αυτών πράγματα. Ως πράγματα όμως χαρακτηρίζουν τη μακροσκελή επιχειρηματολογία τους κατά των παραδοχών αυτής και του καταλογισμού στην απαίτησή τους των γενομένων καταβολών, καθώς και τη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματός των να διαταχθεί η προσαγωγή των φορολογικών δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής. Δεν εμπίπτει όμως στην έννοια της διατάξεως η αίτηση επί διαδικαστικού θέματος, αποκειμένου στην κρίση του δικαστηρίου, όπως είναι το αίτημα να διαταχθεί η προσαγωγή εγγράφου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε σιωπηρώς κατά τα προεκτεθέντα το αίτημα των αναιρεσειόντων να διαταχθεί η προσαγωγή των φορολογικών δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων, καθώς και το πρωτότυπο μιάς των ανωτέρω αποδείξεων πληρωμής. Επομένως, αφού η απόρριψη αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, τέταρτος κατά το οικείο σκέλος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα ανεπίτρεπτα ή μη προσαχθέντα και επικληθέντα.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι εδέχθη ως ως αληθή πράγματα α) χωρίς να λάβει υπόψη μέσα αποδείξεως και ειδικότερα τις ομολογίες των αναιρεσιβλήτων και την επιχειρηματολογία εκείνων και β) λαβόν υπόψη ανεπιτρέπτως τις ανωτέρω αποδείξεις, που προσήγαγαν και επεκαλέσθησαν οι αναιρεσίβλητοι, αφού η μία δεν φέρει ημερομηνία, η άλλη δεν αναγράφει το έργο που αφορά, η τρίτη αναφέρει μη ευανάγνωστη τοποθεσία του έργου και η τετάρτη δεν είναι επικυρωμένη. Το Εφετείο όμως, όπως βεβαιώνει στο αιτιολογικό της πληττομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδείξεων, οι δε φερόμενες στο αναιρετήριο ως μη ληφθείσες υπόψη "ομολογίες" των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστούν το ομώνυμο αποδεικτικό μέσο, αλλά αναφέρονται σε διάφορες λεπτομέρειες της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των μερών. Εξάλλου, οι ανωτέρω ιδιότητες των αποδείξεων δεν καθιστούν αυτές ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος και τέταρτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 και 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.3.2000 αίτηση των Χ1 κλπ περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 4790/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ