Legislator Case Law & Legislation
371/2007 AI generated

371/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 371/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 371 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2007

Legislator headnote

AI generated

371/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 371 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 371 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1434/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6167/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/10/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 εδ. α΄ του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12.3.2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12.3.2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ.1 και 8 παρ. 3 του Ν.1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας, που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2224/1994, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού, ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο Κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α΄ του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη, που έχει γεννηθεί στις 2-7-1956, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα και εργάσθηκε σ' αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 11-8-1980 μέχρι 2-4-2001, ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι, την 2-4-2001 παραιτήθηκε εγγράφως από την υπηρεσία της πριν από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, που ήταν το 62ο έτος. Έκρινε δε το Εφετείο ότι έτσι πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης, που μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας και ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται την αποζημίωση, που προβλέπει το άρθρο 8 εδ. α΄ του Ν. 3198/1955, αφού, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, στις διατάξεις του οποίου προσχώρησε η αναιρεσίβλητη, προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, 8 εδ. α΄ του Ν. 3198/1955 και 7 παρ. 1 και 8 παρ.3 του Ν.1876/1990 και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης συγκατάθεσης της εργοδότριας Τράπεζας στην αποχώρηση της αναιρεσίβλητης με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία της. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο δέχθηκε με αυτή, εκτός από τα ανωτέρω και ότι, η άρνηση της αναιρεσείουσας να δεχθεί την παραίτηση της αναιρεσίβλητης, είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι, η αναιρεσίβλητη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955, επειδή κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της αναιρεσείουσας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού από την υπηρεσία του. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι γι' αυτό απαράδεκτος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1202/11-10-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 6167/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ