Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-exhausted legal review regarding interest calculation in accounting disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final court judgment regarding an accounting dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly calculated interest from the date of the lawsuit rather than the date the claim was specified, violating substantive law and the principle of proportionality. The court rejected these claims, ruling that the debt existed from the filing date and the interest calculation was consistent with established case law and not excessive.
Legislator headnote
AI generatedArticles 303, 346 of the Civil Code; Articles 473, 475 of the Code of Civil Procedure: The court must review substantive law errors regarding the timing of interest accrual in accounting cases, finding that interest from the filing date is valid if the claim existed then and does not violate proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 370 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ….., 2) Ν. Ν. του Δ., κατοίκου .... ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Καραμπάσογλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ….. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάσονα Καμπανέλλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….. . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..../2009, ..../2015 μη οριστικές και …../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι …../2021 μη οριστική και …../2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου .... . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/10/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη από 31-10-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ...../2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ...., που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων και του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ..../2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...., α) απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του ενάγοντος, και β) έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή λογοδοσίας, υποχρεώθηκαν δε οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 21.059, 05 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, ..., 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).Με την αίτηση αναίρεσης, θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την άνω ..../2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..... και η ..../2021 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης των ως άνω εφέσεων, προκειμένου να διενεργηθεί συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη επί των αναφερομένων σ'αυτή θεμάτων (άρθ.553 παρ.2 ΚΠολΔ).
2.Κατά το άρθρο 303 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει.Για το σκοπό αυτόν οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό, τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται".Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με το άρθρο 718 ΑΚ, το οποίο προβλέπει υποχρέωση προς λογοδοσία του εντολέα, όπως και με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε (ΑΠ 360/2014).Για το σκοπό αυτό ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει σαφή, ορισμένη και όσο το δυνατόν λεπτομερή αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, ώστε να παρέχεται στο δεξίλογο μια πλήρης εικόνα της διαχείρισης του δοσιλόγου, καθώς και ό, τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζεται.Η διαχείριση της ολικά ή μερικά ξένης περιουσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση της υποχρέωσης προς λογοδοσία.Ο δεξίλογος, εφόσον ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς αυτόν λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός που του ανακοίνωσε δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, μπορεί να ζητήσει λογοδοσία με αγωγή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ (ΑΠ 475/2020).
Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής, αρκεί το γεγονός της αναφοράς ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αιτίες (ΑΠ 369/2021). Στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να περιληφθεί αίτημα για την καταβολή καταλοίπου του λογαριασμού, ή για την καταβολή ορισμένου ελλείμματος στην περίπτωση που δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά, χωρίς όμως να απαιτείται και ο προσδιορισμός του αξιουμένου χρηματικού ποσού του καταλοίπου, κατ` απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 216 παρ.1 εδ.β` και γ` του ίδιου Κώδικα, την οποία (απόκλιση) εισάγει η υπόψη διάταξη (ΑΠ 437/2012, ΑΠ 1599/2011, ΑΠ 1122/2006).Από το συνδυασμό δε της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 303 ΑΚ και εκείνων των άρθρων 338 και 475 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο δεξίλογος (ενάγων) οφείλει να αποδείξει τις εισπράξεις και ο δοσίλογος (εναγόμενος) τις δαπάνες και δη όχι μόνο την πραγματοποίηση αυτών, αλλά και την αναγκαιότητά τους (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 1536/2017, ΑΠ 1122/2006, ΑΠ 402/1996).
Περαιτέρω, στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων που συνιστώνται με σύμβαση, για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία, ως ιδιαίτερος τύπος εταιρίας. Αφ' ότου, όμως, εμφανίστηκε και δρα στην πράξη ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρίας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ.του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό.
Εκ τούτου, έπεται ότι, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ.2 του ν.4072/2012, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4605/2019), μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρίας, με απεριορίστως και εις ολόκληρο ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) όλα τα μέλη αυτής για τις υποχρεώσεις από τη δραστηριότητά της (ΑΠ 1417/2018, ΑΠ 1246/2014, ΑΠ 1078/2010).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων, Χ.Γ. (αναιρεσίβλητος), είναι πολιτικός μηχανικός, ο πρώτος των εναγομένων, Α. Δ. (πρώτος αναιρεσείων), είναι πολιτικός μηχανικός και Ε.Δ.Ε.(εργολήπτης δημοσίων έργων) και ο δεύτερος των εναγομένων, Ν. Ν. (δεύτερος αναιρεσείων), είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και επίσης Ε.Δ.Ε. και οι δύο τελευταίοι αναλαμβάνουν την κατασκευή δημοσίων έργων, μετά από δημοπρασίες.
Στις 21-10-1994 διενεργήθηκε στον .... ..... μυστική (με σφραγισμένες προσφορές) μειοδοτική δημοπρασία για την εκτέλεση του έργου: "Μελέτη και κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου Σήμαντρων" ..... . Στη δημοπρασία αυτή έλαβαν μέρος οι εναγόμενοι ως μέλη της κοινοπραξίας "......". Στην κοινοπραξία αυτή συμμετείχε, κατά το χρόνο που διενεργήθηκε η άνω δημοπρασία, και τρίτο μέλος, ο Α.Κ., Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός, ο οποίος στη συνέχεια, πριν από την εκτέλεση του ως άνω έργου, αποχώρησε.
Η ανωτέρω κοινοπραξία αναδείχθηκε τελευταία μειοδότρια, σύμφωνα με το από 3-5-1995 Πρακτικό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας ...., το οποίο και επικυρώθηκε με τη με Αρ.Πρωτ.16/990/οικ/6-7-1995 απόφαση του Νομάρχη ..... . Μετά ταύτα, υπογράφηκε στον ...., στα γραφεία της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας ...., μεταξύ του Προϊσταμένου του Τμήματος κτηριακών έργων, ως Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας και εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει της παρ.1 του άρθρου 5 του Ν.1418/1984 και της κοινοπραξίας "......", η από 19-07-1995 "Σύμβαση Κατασκευής Έργου", προϋπολογισμού 73.720.000 δραχμών, με την οποία (σύμβαση) ανατέθηκε στην ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία η εκτέλεση του έργου "Δημοτικό Σχολείο Σημάντρων".
Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι Α. Δ. και Ν. Ν., επειδή αποχώρησε από την ανωτέρω κοινοπραξία τους ο προαναφερθείς Α. Κ., αποφάσισαν να συνεργαστούν για την από κοινού κατασκευή του ως άνω έργου με τον ενάγοντα Χ. Γ., πολιτικό μηχανικό, που διατηρούσε το επαγγελματικό του γραφείο στη ......., επί της οδού ...... αριθ.7, το οποίο, μάλιστα, ορίστηκε και ως έδρα της κοινοπραξίας.Συγκεκριμένα, με το από 08-09-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων και οι εναγόμενοι προέβησαν στη σύσταση Κοινοπραξίας, με την επωνυμία ".....", η οποία συμφώνησαν να διέπεται από τους παρακάτω όρους: "1. -Σκοπός της συνιστώμενης νέας Κοινοπραξίας είναι η εκτέλεση και τελεία αποπεράτωση του έργου "Μελέτη και κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου Σήμαντρων". 2 - Έδρα της Κοινοπραξίας ορίζεται η ......, οδός ......
αριθ.7. 3.- Διαχειριστές της Κοινοπραξίας ορίζονται οι Α. Ν.Δ. και Ν.Δ.Ν. . 4.- Η διάρκεια της Κοινοπραξίας ορίζεται από σήμερα και μέχρι της οριστικής παραδόσεως του έργου. Μετά την οριστική παράδοση του Έργου, η Κοινοπραξία τίθεται σε εκκαθάριση με εκκαθαριστές τους Α.Ν.Δ. και Ν. Δ.Ν. . 5.- Η επωνυμία με την οποία θα εκτελεί η Κοινοπραξία τις εργασίες ορίζεται η ".....".6.- Οι παραπάνω συμβαλλόμενοι είναι από κοινού υπεύθυνοι για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία του εργοταξίου και τήρηση των όρων της συμβάσεως, ώστε το έργο να περατωθεί έγκαιρα και κανονικά.
Επίσης είναι υπεύθυνοι για την τήρηση των Νόμων και Διατάξεων των Αρχών, θα εκπροσωπούν δε την Κοινοπραξία ενώπιον παντός δικαστηρίου και πάσης εν γένει αρχής, καθώς επίσης και σε όλες πς συναλλαγές και σχέσεις με όλα τα φυσικά και Νομικά πρόσωπα. 7.- Η συμμετοχή, των κοινοπρακτούντων στα κέρδη, και ζημίες της Κοινοπραξίας, συμφωνείται ως ακολούθως:
α.Για τις Οικοδομικές Εργασίες οι δύο πρώτοι κατά 100% με ποσοστό συμμετοχής i) Α.Ν.Λ.. ποσοστό 50%, ii) Χ.Γ.Γ., ποσοστό 50%.β.Για τις Ηλεκτρομηχανολογικές Εργασίες, ο τρίτος Ν.Δ.Ν. με ποσοστό συμμετοχής 100%.ΗΤΟΙ EΠΙ ΣΥΝΟΛΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ: 73.720.000 ΔΡΧ α) Α.Ν.Δ., ποσοστό 40, 32%, β) Χ.Γ.Γ., ποσοστό 0, 32%, γ) Ν.Δ.Ν., ποσοστό 19, 36%.8.- Κάθε μέλος της Κοινοπραξίας διατηρεί την ατομική, επαγγελματική και επιστημονική του δραστηριότητα ελεύθερη, δυνάμενο να διαθέτει αυτήν και σε άλλους τομείς.9.- Η προκαταβολή του Φ.Ε.3% θα βαρύνει τους κοινοπρακτούντες για το ανάλογο στον καθένα ποσό εισπράξεως από τις εργασίες τους.
Όλες οι υπόλοιπες αναγκαίες πληρωμές θα βαρύνουν την Κοινοπραξία.10.-Για τη διασφάλιση των συμβαλλομένων έναντι της φορολογικής αρχής και για την παρ' αυτής αναγνώριση των συμφωνουμένων στο παρόν, τα συμβαλλόμενα μέλη αναλαμβάνουν: α.-Να καταθέσουν το παρόν συμφωνητικό στην Αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, β.- Να τηρούνται κανονικά τα προβλεπόμενα λογιστικά βιβλία με ευθύνη των διαχειριστών, καταχωρουμένων των πραγματοποιούμενων εισπράξεων και πληρωμών, που αφορούν το έργο και το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα, γ.- Τα βιβλία θα τηρούνται με ευθύνη των διαχειριστών Α.Δ.
και Ν.Ν. . Κατά τα λοιπά ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα του Εμπορικού Νόμου και των άλλων Νόμων και Διατάξεων.Κάθε τροποποίηση των όρων του παρόντος εταιρικού θα γίνεται μόνον εγγράφως.Σε πίστωση των ανωτέρω συντάχθηκε το παρόν, το οποίο αναγνώσθηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους.
ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ. (Τ.Υ.". Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της εν λόγω Κοινοπραξίας κατατέθηκε στη Δ' Δ.Ο.Υ...., αλλά δεν κατατέθηκε προς δημοσίευση στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου .....
Συνεπώς, αφού δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ για να λάβει νόμιμα το χαρακτήρα της ομόρρυθμης εταιρείας, η Κοινοπραξία αυτή λειτούργησε, ...., ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, με συνέπεια κάθε μέλος της κοινοπραξίας αυτής να ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας.Το προαναφερθέν έργο "Μελέτη και κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου Σήμαντρων" εκτελέστηκε από την ανάδοχο Κοινοπραξία "....." και παραδόθηκε προς χρήση, με διοικητικό πρωτόκολλο, στο Διευθυντή του άνω Δημοτικού Σχολείου, Χ. Π., στις 12-09-2000.Στη συνέχεια έγινε προσωρινή παραλαβή του σχολείου αυτού από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., στις 20-11-2000 ... και τελικά το σχολείο αυτό παραδόθηκε οριστικά από την εν λόγω κοινοπραξία στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., στις 25-4-2002.και η οριστική αυτή παράδοση εγκρίθηκε με τη με Αρ.Πρωτ.14/2490/Οικ/28-06- 2002 απόφαση του Νομάρχη ..... . Μετά την οριστική αυτή παράδοση του άνω έργου, στις 25-4-2002, η εν λόγω κοινοπραξία λύθηκε, καθόσον έληξε η διάρκεια αυτής και πραγματώθηκε ο σκοπός για τον οποίο συστήθηκε και τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθάρισης, με εκκαθαριστές τους Α. Δ. και Ν. Ν., δηλαδή με εκκαθαριστές τους ήδη εναγόμενους.
Επειδή ανέκυψαν διαφωνίες για την εκκαθάριση της επίμαχης κοινοπραξίας, μεταξύ του ενάγοντος και των εναγόμενων, του πρώτου υποστηρίζοντας ότι αυτή είχε αρχίσει πλην όμως δεν είχε ολοκληρωθεί από τους εναγόμενους, που είχαν οριστεί εκκαθαριστές με το από 08-09-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της κοινοπραξίας, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου .....
τη με αριθμό κατάθεσης 21520/01-06-2005 αίτηση, με την οποία ζήτησε την αντικατάσταση των ως άνω εκκαθαριστών. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με τη με αριθμό ...../2005 οριστική απόφαση (εκούσιας δικαιοδοσίας) του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....., με την οποία αντικαταστάθηκαν οι εκκαθαριστές της εν λόγω κοινοπραξίας (Α. Δ. και Ν.
Ν.) από τους λογιστές: α) Χ. Β. και β) Δ. Π., στους οποίους και ανατέθηκε να διενεργήσουν από κοινού το έργο της εκκαθάρισης.Κατά της απόφασης αυτής, οι καθών η αίτηση Α.Δ. και Ν. Ν. άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου ...., τη με αριθμό κατάθεσης 537/09-02-2006 έφεση, την οποία το άνω Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με τη με αριθ.701/2007 απόφασή του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα εξής: Το προαναφερθέν Δημοτικό Σχολείο, μετά από αυτοψία και αναλυτική εμβαδομέτρηση αυτού, που πραγματοποιήθηκε από τον διορισθέντα από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνωμόνα Α.Η., βρέθηκε να έχει συνολική επιφάνεια (520, 96 μ2 εσωτερικοί χώροι ισόγειου κτηρίου + 106, 79 μ2 εξωτερικοί χώροι/εξωτερικό κλιμακοστάσιο, υπόστεγο πίσω όψης, υπόστεγο εμπρός όψης/+386, 40 μ2 εσωτερικοί χώροι 1ου ορόφου Κτηρίου =) 1.014, 12 μ2...Το πιό πάνω σχολείο προβλέφθηκε αρχικά να έχει έξι (6) αίθουσες, αλλά τελικά κατασκευάσθηκαν δέκα (10)..., χωρίς να υπογραφεί συμπληρωματική σύμβαση έργου για τις άνω επιπλέον αίθουσες....Για την κατασκευή των επιπλέον ως άνω τεσσάρων (4) αιθουσών έγινε αναθεώρηση τιμών και εκδόθηκε προς τούτο ο από 12-3-1996 1ος Συγκριτικός πίνακας, που εγκρίθηκε με τη με Αριθμ.Πρωτ.16/3160/οικ/26-6-1996 απόφαση του Νομάρχη ..... .
Οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν για την κατασκευή ταυ εν λόγω Δημοτικού Σχολείου αφορούσαν αφενός το οικοδομικό τμήμα και αυτές εκτελεστή καν από τον ενάγοντα Χ.Γ. και τον εναγόμενο Α. Λ., αφετέρου το ηλεκτρομηχανολογικό τμήμα (ηλεκτρολογικά και δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης) και οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν από τον εναγόμενο Ν.Ν. .
Για όλες τις εργασίες αυτές εκδόθηκαν από την ανάδοχο κοινοπραξία είκοσι δύο (22) πιστοποιήσεις, οι οποίες μετά από σχετικό έλεγχο εγκρίθηκαν από την επιβλέπουσα Αρχή, οπότε και εκδόθηκαν από την τελευταία οι αντίστοιχες Εντολές Πληρωμής, ήτοι εκδόθηκαν: 1) η 1η εντολή Πληρωμής στις 27-9-1995), 2) η 2η εντολή Πληρωμής στις 1-10-1995, 3) η 3η εντολή Πληρωμής στις 5-12-1995, 4) η 4η εντολή Πληρωμής στις 15-01-1996), 5) η 5η εντολή Πληρωμής στις 25-1-1996, 6) η 6η εντολή Πληρωμής στις 12-8-1996, 7) η 7η εντολή Πληρωμής στις 17-09-1996, 8) η 8η εντολή Πληρωμής στις 27-9-1996, 9) η 9η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 1996, χωρίς να προκύπτει η ημέρα και ο μήνας έκδοσης, 10) η 10η εντολή Πληρωμής στις 17- 4-1997), 11) 11η εντολή Πληρωμής στις 18-8-1997), 12) η 12η εντολή Πληρωμής στις 10-4-1998, 13) η 13η εντολή Πληρωμής στις 18-11-1998, 14) η 14η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 1999, χωρίς να προκύπτει η μέρα και ο μήνας έκδοσης, 15) η 15η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 1999, χωρίς να προκύπτει η μέρα και μήνας έκδοσης, 16) η 16η εντολή Πληρωμής στις 21-12-1999, 17) η 17η εντολή Πληρωμής στις 11-7-2000), 18)η 18η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 2000 , χωρίς να προκύπτει η μέρα και ο μήνας έκδοσης, 19) η 19η εντολή Πληρωμής στις 18-6-2001, 20) η 20η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 2001, χωρίς να προκύπτει η μέρα και ο μήνας έκδοσης, 21) η 21η εντολή Πληρωμής που εκδόθηκε το 2002, χωρίς να προκύπτει η ημέρα και ο μήνας έκδοσης και 22) η 22η τελική εντολή Πληρωμής στις 5-2-2004.Σημειώνεται ότι η 1η από τις ανωτέρω εντολές πληρωμής αφορά μόνο οικοδομικές εργασίες του έργου (αποπεράτωση εκσκαφών & τυχόν κατεδαφίσεων και θεμελίων), που εκτελέστηκαν από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο Α.
Δ., ενώ οι υπόλοιπες εντολές πληρωμής αφορούν τόσο τις οικοδομικές εργασίες, όσο και τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες του έργου αυτού που ανέλαβε και πραγματοποίησε ο εναγόμενος, Ν. Ν. . Από τις εν λόγω εντολές πληρωμής προκύπτει ότι η ανάδοχος ως άνω κοινοπραξία εισέπραξε, δια των εναγόμενων (που ήταν μοναδικοί διαχειριστές της άνω κοινοπραξίας), για μεν το οικοδομικό τμήμα του έργου αυτού, το συνολικό ποσό 104.752.035 δραχμών (χωρίς ΦΠΑ), για δε το ηλεκτρομηχανολογικό τμήμα το ποσό 23.730.206 δραχμών (χωρίς ΦΠΑ).Τα εν λόγω ποσά διαμορφώθηκαν μετά από δέκα τρείς (13) αναθεωρήσεις τιμών του έργου αυτού και τρείς (3) συγκριτικούς πίνακες..., εκ των οποίων (συγκριτικών πινάκων:) α) ο 1ος εκδόθηκε στις 12-3-1996 και εγκρίθηκε με τη με αριθμό 16/990/ οικ/6-7-1995 απόφαση του Νομάρχη ...., β) ο 2ος εκδόθηκε το έτος 1997 και εγκρίθηκε με τη με αριθμό 16/6040/οικ/19-10-1997 απόφαση του Νομάρχη ....
και γ) ο 3ος εκδόθηκε το έτος 2000 και εγκρίθηκε με τη με αριθμό 14/209/οικ/1-2-2001 απόφαση του Νομάρχη .... . Να σημειωθεί επίσης, ενταύθα, ότι στο προαναφερθέν συνολικό ποσό (εσόδων) των 104.752.035 δραχμών συμπεριλαμβάνεται και αυτό των 9.141.195 δραχμών, για "επίστρωση διά πλακών μαρμάρου, για περιθώρια μαρμάρινα και στίλβωση μαρμάρων λειοτετριμμένων", βάσει της τελευταίας 22ης πιστοποίησης εργασιών και της με βάση την πιστοποίηση αυτή εκδοθείσας 22ης εντολής προς πληρωμή...
Τα έξοδα της κοινοπραξίας για την κατασκευή του οικοδομικού τμήματος του επίμαχου δημοτικού σχολείου ανήλθαν, σύμφωνα με την αναλυτική και εμπεριστατωμένη ..../2021 πραγματογνωμοσύνη του Α. Η., στο συνολικό ποσό των (61.348.859+24.977.538=) 86.326.397 δραχμών. Τον πίνακα αυτόν το παρόν Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθό, εκτός από το αναφερόμενο σε αυτόν μερικότερο ποσό των 2.764.004 δραχμών, που αφορά τη δαπεδόστρωση της εκκλησίας της Κοινότητας ..... ..., διότι το ποσό αυτό δεν αφορά το ένδικο έργο του επίμαχου δημοτικού σχολείου, γι' αυτό και σε καμία από τις ως άνω είκοσι δύο (22) πιστοποιήσεις δεν γίνεται μνεία για τη δαπεδόστρωση της εν λόγω εκκλησίας.
Επομένως, πρέπει από το κεφάλαιο "ΕΞΟΔΑ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ" του πίνακα αυτού, να αφαιρεθεί, το ποσό των 2.764.004 δραχμών και να απομείνει ως σύνολο εξόδων του κεφαλαίου αυτού το ποσό των (61.348.859-2.764 004 =)58.584.855 δραχμών.Ειδικότερα: Το ως άνω συνολικό ποσό εξόδων, των 58.584.855 δραχμών, αφορά Α: 1) ποσό 28.028.111 δραχμών για υλικά και παροχή υπηρεσιών με παραστατικά, 2) ποσό 4.805.589 δραχμών για σύνταξη μελέτης κατασκευής του έργου από την εταιρία ".......", 3) ποσό 216.177 δραχμών για μικροέξοδα, 4) ποσό 11.753.273 δραχμών για εργατικά έξοδα, 5) 2.591.427 δραχμών για μεταφορές του επιβλέποντος μηχανικού του Δημοσίου Ε.
Χ. από τον ... στο τόπο εκτέλεσης του έργου (Σήμαντρα) και αντιστρόφως και για λήψεις δοκιμίων, 6) ποσό 4.278.478 δραχμών για προμήθειες υλικών και παροχές υπηρεσιών, 7) ποσό 33.800 δραχμών για προμήθεια πλαστικών δαπέδων, με το παραστατικό Φ3 Α/Α 81, 8) ποσό 4.500.000 δραχμών για μετακινήσεις επίβλεψης και αμοιβή μηχανικού και 9) ποσό 2.378.000 δραχμών για διοικητικά έξοδα σύνταξης επιμετρήσεων λογαριασμών και συγκριτικών πινάκων αναθεώρησης τιμών, τα οποία ως άνω ποσά εξόδων ανέρχονται συνολικά σε 58.584.855 δραχμές.Β.Έξοδα Διοικητικά: 1) ποσό 5.400.000 δραχμών για έξοδα αποχωρούντων κοινοπραξιών, 2) ποσό 9.990.282 δραχμών για ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ που βάρυναν την ανάδοχο κοινοπραξία, 3) ποσό 1.885.536 δραχμών για κρατήσεις ΤΣΜΕΔΕ - Δημοσίου, 4) ποσό 3.666.321 δραχμών για φόρο εισοδήματος, 5) ποσό 125.702 δραχμών για χαρτόσημο κερδών, 7) ποσό 110.000 δραχμών για χαρτόσημο έναρξης κοινοπραξίας, 8) ποσό 1.152.272 δραχμών για προμήθειες εγγυητικών ΤΣΜΕΔΕ, 9) ποσό 2.000.000 δραχμών για αποχώρηση 3ου μέλους της κοινοπραξίας (Κ.) και 10) ποσό 647.425 δραχμών για φορολογική περαίωση, τα οποία ως άνω ποσά διοικητικών εξόδων ανέρχονται συνολικά σε 24.977.538 δραχμές.
Ενόψει των ανωτέρω, τα προς διανομή καθαρά κέρδη ανέρχονται στο ποσό των (104.752.035-58.584.855-24.977.538 =) 21.189.642 δραχμών ή (21.189.642 δια 340, 75=) 62.185, 30 ευρώ.Το ποσό αυτό κερδών ανήκει στον ενάγοντα Χ. Γ. και στον εναγόμενο Α.Δ., που εκτέλεσαν το οικοδομικό τμήμα του επίμαχου δημοτικού σχολείου και στον καθένα από αυτούς ανήκει ποσοστό 50%..., ήτοι στον καθένα από αυτούς ανήκει το ποσό των (62.185, 30€ X 50%=) 31.092, 65€.Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο Α.Λ., έως τη λύση της κοινοπραξίας, ως κέρδη, το συνολικό ποσό των 3.418.950 δραχμών και συγκεκριμένα έλαβε το ανωτέρω ποσό σε πέντε (5) δόσεις, ήτοι: 1)Το ποσό των 418.950 δραχμών έλαβε στις 04-10-1996, 2) το ποσό του 1.000.000 δραχμών έλαβε στις 15-01-1997, 3) το ποσό του 1.000.000 δραχμών έλαβε στις 14-04-1998, 4) το ποσό των 500.000 δραχμών έλαβε στις 18-12-1998 και 5) το ποσό των 500.000 δραχμών έλαβε στις 03-08-2000.Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το πρώτο ως άνω κονδύλιο το έλαβε έναντι πληρωμής απ'αυτόν του ΙΚΑ Ν.Μ.
δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Το προαναφερθέν συνολικό ποσό κερδών, εκ 3.418.950 δραχμών, αντιστοιχεί σε (3.418.950 δια 340,75=) 10.033, 60€.Ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται ακόμη για κέρδη του, από την ανάδοχο κοινοπραξία, για το οικοδομικό τμήμα του επίμαχου έργου, το ποσό των (31.092, 65€ - 10.033, 60€ =) 21.059, 05 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά με την εκκαλουμένη απόφαση, δηλαδή επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό 29.370, 99€, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη με ΓΑΚ/ΕΑΚ/ΕΤΟΣ 217/195/2018 έφεση των εκκαλούντων- εναγομένων, στους συναφείς 1°, 2°, 3° , 4° και 5° λόγους έφεσης, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Όσον αφορά τον 6° λόγο έφεσης, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την έναρξη τοκοδοσίας από την επίδοση της ένδικης αγωγής (ΑΚ 346) του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού στον ενάγοντα, λεκτέα τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να σωρευθεί αντικειμενικά και αγωγή για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί το ποσό, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 216§ 1 περ.1 γ' ΚΠολΔ, αφού ο ενάγων αδυνατεί εκ των προτέρων να προσδιορίσει ακριβώς την αξίωσή του αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ζήτησε, με ένδικη αγωγή του, αφενός να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να λογοδοτήσουν προς αυτόν, ήτοι να του ανακοινώσουν λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων για το διάστημα από 8-9-1995 μέχρι την άσκηση της αγωγής, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από την ως άνω αντιπαράθεση με επισύναψη των σχετικών δικαιολογητικών και αφετέρου να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, καθένας σε ολόκληρο, το κατάλοιπο που θα προκύψει από τη σχετική διαδικασία, κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην κοινοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Στη συνέχεια, επειδή οι εναγόμενοι κατέθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο γραμματέα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λογαριασμό της διαχειρίσεώς τους, και συντάχθηκε προς τούτο η με αριθμό 53.750/15-12-2009 έκθεσης κατάθεσης, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στο άνω Δικαστήριο, για το δεύτερο στάδιο αυτής, το οποίο εξέδωσε τη με αριθμό ...../2015 μη οριστική απόφαση του, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής του, στο ανωτέρω στάδιο, ο ενάγων, αφού έλαβε γνώση των στοιχείων για τα έσοδα και έξοδα που προσκόμισαν οι εναγόμενοι για το ένδικο έργο, παραδεκτά συγκεκριμενοποίησε την αξίωσή του για την καταβολή του καταλοίπου, το οποίο προσδιόρισε, με τις από 17-10-2014 προτάσεις του, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 21-10-2014, στο ποσό των 51.318, 81 ευρώ, καταβάλλοντας προς τούτο το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά...
Ενόψει των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ως άνω αξίωση του ενάγοντος, παρότι συγκεκριμενοποιήθηκε στις 21-10-2014, εντούτοις κατέστη τοκοφόρος από την επόμενη ημέρα της άσκησης της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΑΚ, καθόσον η απαίτηση του αυτή υφίστατο από την άσκηση της ένδικης αγωγής και απλώς συγκεκριμενοποιήθηκε στις 21-10-2014.Άλλωστε δεν υφίσταται καμία διάταξη νόμου που να ορίζει διαφορετικά επί του θέματος αυτού, ούτε και νομολογία που να δέχεται όσα αντιθέτως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή η ανωτέρω απαίτηση από λογοδοσία παράγει τόκους από τη συγκεκριμενοποίηση της οικείας αξίωσης.
Ενόψει των ανωτέρω, ο 6ος λόγος έφεσης των εναγόμενων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η άνω αναφορά περί των τόκων είναι αναγκαία καθότι συνέχεται και με παρούσα απόφαση, με την οποία κατά τα ανωτέρω κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, έκαστος σε ολόκληρο, στον ενάγοντα το ποσό των 21, 059, 05€, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα επίδοσης της κρινόμενης αγωγής...".
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ.559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008, ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019).
Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017).
Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του (ΑΠ 365/2017).Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αφενός μεν την από 30/11/2021 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Α.Η., και τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι τους 1ο, 2ο και 3ο Συγκριτικούς Πίνακες, τους 7ο-22ο Συνοπτικούς Πίνακες των Πιστώσεων και Πληρωμών και τρείς Αναθεωρητικές Καταστάσεις, αφετέρου δε την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στις από 5-1-2021 προτάσεις του και στην προσθήκη-αντίκρουση, επί των από 18-3-2022 προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις οποίες ομολογεί ότι το κονδύλιο των 7.746.755 δρχ.
δεν αφορά δαπάνες για την εκτέλεση του έργου, αλλά είσοδο της κοινοπραξίας που εισπράχθηκε από τους αναιρεσείοντες για την δαπεδόστρωση της Εκκλησίας της Κοινότητας Δ., ενώ η δαπάνη ποσού 2.764.004 δρχ. για την ως άνω δαπεδόστρωση είχε συμπεριληφθεί στο κονδύλιο των 11.753.273 δρχ. και στις αναγνωρισμένες από τον ίδιο δαπάνες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "η από 30/11/2021 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, του πραγματογνώμονος Α. Η. και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά εξ αυτών μνημονεύονται, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφορικά με την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, είναι ομοίως, αβάσιμος, διότι η αναφορά του στις εφετειακές προτάσεις του ότι "...το κονδύλι των 7.746.755 δρχ. δεν αφορά δαπάνες για την εκτέλεση του έργου αλλά αφορά έσοδα της κοινοπραξίας, αφορά ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τους αντιδίκους για την δαπεδόστρωση της εκκλησίας της Κοινότητας Δ.. .
Μέρος του κονδυλίου αυτού πράγματι αφορά δαπάνες για την ως άνω εργασία οι οποίες έχουν αναγνωρισθεί από εμένα και συμπεριλαμβάνονται στις αναγνωρισθείσες από εμένα δαπάνες. Σύμφωνα με την παρασχεθείσα από τους αντιδίκους λογοδοσία δεν επικαλούνται αυτοί ξεχωριστές εγγραφές ούτε προσκομίζουν ξεχωριστά παραστατικά για την ως άνω εργασία" και "αναφορικά με την δαπάνη ποσού 2.764.004 δρχ.
υπό τον τίτλο "Δαπεδόστρωση εκκλησίας Κοινότητας Δ." η δαπάνη αυτή έχει συμπεριληφθεί στο αναγνωρισμένο από εμένα κονδύλιο ανερχόμενο στο ποσό των 11.753.273 δρχ. αλλά και στις αναγνωρισμένες από εμένα δαπάνες για αγορά υλικών...", δεν έγινε με πρόθεση του αναιρεσιβλήτου προς αναγνώριση επιβλαβούς γι'αυτόν γεγονότος, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για την στήριξη της αγωγής του 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή των δικαστηρίων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 194/2020).Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 725/2022 ΑΠ 68/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι το ποσό των 2.764.004 δρχ. αφορά δαπάνη της κοινοπραξίας για την δαπεδόστρωση της Εκκλησίας της Κοινότητας Δ.
που είχε συμπεριληφθεί στο όλο έργο της κατασκευής του Δημοτικού Σχολείου Σημάντρων με την έκδοση του 1ου Συγκριτικού Πίνακα που εγκρίθηκε από την αντισυμβαλλόμενή τους Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.Α.Χ., τον οποίο όφειλε να λάβει υπόψη του γιατί ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτόν, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε κατ'ουσία.
6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 1078/2017, ΑΠ 907/2006).Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, προβάλλεται, επικουρικά, από τους αναιρεσείοντες, η από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στην ομολογία του αναιρεσιβλήτου αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι το ποσό των 9.141.195 δραχμών, που αναφέρεται στα έσοδα της κοινοπραξίας, αφορά την δαπεδόστρωση της Εκκλησίας της Κοινότητας Δ.
και το ποσό των 2.764.004 δραχμών που αναφέρεται στα έξοδα της κοινοπραξίας, και αφαιρέθηκε από το κεφάλαιο "έξοδα κοινοπραξίας", αφορά επίσης την δαπεδόστρωση της Εκκλησίας της Κοινότητας Δ. και κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, αφαιρώντας το ποσό των 2.764.004 δραχμών από τα έξοδα της κοινοπραξίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα προαναφερθέντα, δεν συνιστούν, όπως προειπώθηκε, ομολογία, δηλαδή παραδοχή από τον αναιρεσίβλητο επιβλαβούς και επιζήμιου για τα συμφέροντα του ιδίου πραγματικού γεγονότος με πρόθεση να αποδεχθεί αυτό ως αληθινό.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της.
Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν περιέχονται καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που να καλύπτουν το πραγματικό του κανόνα αυτού (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης περίπτωσης της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αλλά υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων. Αντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006).Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, επικουρικά, η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ και την συνεχόμενη μ'αυτή διάταξη του άρθρου 475 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (και όχι και των άρθρων 335, 338, 340 ΚΠολΔ), δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το ποσό των 2.764.004 δραχμών δεν περιλαμβάνεται στα έξοδα της κοινοπραξίας διότι αφορά τη δαπεδόστρωση της Εκκλησίας της Κοινότητας Δ. ...
και όχι το επίμαχο έργο του δημοτικού σχολείου και ότι το ποσό των 9.141.195 δραχμών, περιλαμβάνεται στα έσοδα της κοινοπραξίας, παρότι αφορά την δαπεδόστρωση της ίδιας Εκκλησίας της Κοινότητας Δ.. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι ανέλεγκτη.
8. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014).Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 824/2021, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 11/2016).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το έκτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων 1ου, 2ου και 3ου από τους Συγκριτικούς Πίνακες και των 7ου-22ου Συνοπτικών Πινάκων Πιστώσεων και Πληρωμών και των τριών Αναθεωρητικών Καταστάσεων, από τα οποία προκύπτει ότι στο έργο κατασκευής του Δημοτικού Σχολείου εντάχθηκε και το έργο δαπεδόστρωσης της Εκκλησίας κατ'εντολή της εντολέα του έργου Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της τότε Ν.Α.Χ., δεχόμενο ότι στο ποσό των εσόδων των 104.752.035 δρ.
συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 9.141.195 δρχ. για επίστρωση δια πλακών μαρμάρου, για περιθώρια μαρμάρινα και στίλβωση μαρμάρων λειοτετριμμένων και ότι σε καμία από τις 22 πιστοποιήσεις δεν γίνεται μνεία για την δαπεδόστρωση της Εκκλησίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό, από την πληττόμενη απόφαση, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα και ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το δικαστήριο στηριχθέν αποκλειστικώς η κυρίως στα παραμορφωθέντα έγγραφα.
9. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούντο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με την δαπάνη ποσού 1.500.000 δρχ. γιά δύο επιπλέον μελέτες, η οποία έπρεπε να περιληφθεί στον πίνακα δαπανών της κοινοπραξίας. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον ως άνω λόγο εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο απέρριψε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο ως άνω λόγο, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση τω αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
10. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, και συναφή λόγο εφέσεώς τους, ότι τα ποσά των 500.000 δρχ.για σύνταξη μελέτης για την κατασκευή των τεσσάρων επιπλέον αιθουσών στο Δημοτικό Σχολείο Σημάντρων και των 1.000.000 δραχμών για σύνταξη προμελέτης για την συμμετοχή της κοινοπραξίας στο διαγωνισμό για την κατασκευή του Δημοτικού Σχολείου στη Συκιά ..., περιλαμβάνονται στα έξοδα της κοινοπραξίας, δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την από 15-3-2022 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Σ.Κ., πολιτικού μηχανικού και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης-εκκαθάρισης της κοινοπραξίας των εκκαθαριστών Δ.
Π. και Χ. Β.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης , είναι αβάσιμος, διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία έγγραφα μνημονεύονται, χωρίς να παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
11. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 79/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 976/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014). Σημειώνεται ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας διαφέρουν από τα πασίδηλα (άρθρ.336 παρ.1 ΚΠολΔ) γιατί τα τελευταία είναι ιστορικά γεγονότα του καθημερινού βίου, ενώ τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές και αντιλήψεις.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι έπρεπε να προηγηθεί της κατασκευής των τεσσάρων επιπλέον αιθουσών διδασκαλίας στο Δημοτικό Σχολείο Σημάντρων η σύνταξη μελέτης, αξίας κατ'ελάχιστο 500.000 δρχ.
και η σύνταξη προμελέτης για το διαγωνισμό της κατασκευής Δημοτικού Σχολείου στη Συκιά ..., αξίας 1.000.000 δρχ. καθώς και ότι συνέβαινε συχνά την κρίσιμη εποχή να λαμβάνουν χώρα εργασίες και υπηρεσίες χωρίς να εκδίδονται τα αντίστοιχα παραστατικά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από τους αναιρεσείοντες.
Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
12. Από τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, ότι στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να σωρευθεί αντικειμενικά και αγωγή για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί το ποσό, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 περ.1 γ' ΚΠολΔ, αφού ο ενάγων αδυνατεί εκ των προτέρων να προσδιορίσει ακριβώς την αξίωσή του αυτή.
Η αξίωση του ενάγοντος για το κατάλοιπο γεννάται συγχρόνως με το ασκούμενο με την αγωγή του δικαίωμα λογοδοσίας και, συνεπώς, η απαίτηση του αυτή είναι ληξιπρόθεσμη και παράγει νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 346 του ΑΚ. Περαιτέρω, η συνταγματική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 εδ.δ' Συντ, που καθιερώνει το σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας, απευθύνεται και στον δικαστή, ο οποίος οφείλει κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της εν λόγω αρχής.
Η αρχή δε αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Η αρχή της αναλογικότητας, είναι δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, συνιστά δε αυτοτελή κανόνα δικαίου, η παραβίαση του οποίου μπορεί να ελέγχεται αναιρετικά με βάση τους λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, α) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 303, 346 ΑΚ, καθώς και τις συνεχόμενες με αυτές διατάξεις των άρθρων 473 και 475 παρ.2 του ΚΠολΔ, επιδικάζοντας σε βάρος των αναιρεσειόντων τόκους από την επομένη της ημέρας που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, κατά την οποία η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και όχι από την επομένη κατά την οποία, με τις από 21-10-2014 προτάσεις του, μετά την γενόμενη λογοδοσία, ο αναιρεσίβλητος συγκεκριμενοποίησε την απαίτησή του και β)την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επιβαρύνοντας τους αναιρεσείοντες με τόκους που υπερβαίνουν κατά πολύ το επιδικασθέν κεφάλαιο.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές ευθέως, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η επίδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου από τη λογοδοσία υπήρχε από τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής και απλώς ο αναιρεσίβλητος την συγκεκριμενοποίησε στις 21-10-2014, όταν έλαβε γνώση του λογαριασμού της διαχειρίσεως των αναιρεσειόντων, καταβάλλοντας τότε και το ανάλογο τέλος, δικαστικού ενσήμου, με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να οφείλουν νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, με την επιδίκαση δε αυτών των τόκων σε βάρος των αναιρεσειόντων δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τέτοιοι τόκοι επιδικίας επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις λογοδοσίας και δεν είναι υπερβολικοί.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
13. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 31-10-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ..../2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... και της συμπροσβαλλομένης με αυτή υπ'αριθμ..../2021 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ