Legislator Case Law & Legislation
370/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague res judicata claim and orders joint retrial.

Case Number 370/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to reject their res judicata claim. The appellants argued that the lower court violated established precedents regarding their dispute over inheritance shares, but the Court found their appeal vague because it failed to specify which exact decisions constituted the res judicata or how the lower court violated the relevant procedural articles. Consequently, the Court ordered the appeal to be rejected in its entirety and the case to be retried jointly with the opposing party's appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 573 of the Code of Civil Procedure; A res judicata claim must be specific regarding the subject matter and the violation of procedural rules, otherwise the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
res judicata inadmissible appeal vague claim joint retrial Code of Civil Procedure procedural violation indefinite subject matter

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 325 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 370 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 370/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων:1) Ι. Ε. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Α. του Φ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργετίνας Στεφανάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η.. Α.Ε.. Ε. Ν. Μ. ΚΑΙ Ι.-Δ..Κ.. ΚΑΙ Π.. Σ.. Υ." και το δ.τ. "Η. ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η.Α..Ε.. Ε.Ν.Μ. ΚΑΙ Ι.-Δ.Κ.. ΚΑΙ Π. Σ.Υ.." και το δ.τ. "Η. ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Ε. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Α. του Φ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργετίνας Στεφανάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2009/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5574/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α) αναιρεσείοντες με την από 9-6-2021 αίτησή τους και η Β) αναιρεσείουσα με την από 26-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 9-6-2021 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Ι Ε. και Σ. Α. κατά της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "Η. ΑΕ" και β) της από 26-7-2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Η.Μ.Α.Ε.Ε.Ν.Μ. ΚΑΙ Ι.Δ.Κ. ΚΑΙ Π.Σ.Υ." και με διακριτικό τίτλο ".... ΑΕ" κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ι Ε. και Σ. Α., με τις οποίες προσβάλλεται η υπ` αριθμό 5574/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με τις προαναφερθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5574/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2009/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της ως κατ` ουσία βάσιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχτηκε εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη - εκκαλούσα να καταβάλει στους προαναφερόμενους ενάγοντες, τα εκεί αναφερόμενα για τον καθένα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να τους καταβάλει, εις ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, τα εκεί αναφερόμενα ποσά, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί των επί μέρους λόγων της από 26-7-2021 και με αριθ. κατ. 6407/826/2021 αίτησης αναίρεσης Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920.

Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12.7.2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ').

Σύμφωνα δε με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β'). Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.

Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί.

Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, 1369/2018, 997/2018, 1832/2017).

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1188/2019, 1369/2018).

Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 444/2019, 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, 1369/2018, 997/2018, 1850/2006).

Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης και η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων που μπορεί να συνιστούν επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).

Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 444/2019, 1369/2018).

Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο να αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων (ΑΠ 444/2019).

Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.

β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ ορίζεται ότι "Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή)" και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία".

Οι ως άνω διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, αντίστοιχα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κωδικοποίησε την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ. Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ορίζεται ότι: "1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής".

Με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989 και ορίζεται ότι "Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦEK 107 A`), 46 του ν. 1892/1990 (ΦEK 101 A`), και 14 του ν. 2000/1991 (ΦEK 206 A`), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦEK 10 A`) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρησή του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 837/2018).

Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική.

Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως" ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου, ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά άλλωστε στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης.

Προς το σκοπό, δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη-μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων".

Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις.

Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα.

Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2009).

Συνακόλουθα η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από το δανειστή του καθού η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΟλΑΠ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, και που σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018), ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας, ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε, τέλος, αποτελεί οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Μόνο δε το γεγονός ότι καθ' όν χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1022 επ. του ΚΠολΔ, η ως άνω επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της.

Ως εκ τούτου η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή, στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως, ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 7/2017), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Εξάλλου, με το άρθρο 49 του Ν. 2082/1992 ορίζεται ότι: "1. Κυρώνεται και αποκτά ισχύ νόμου η σύσταση από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (Ε.Ε.Σ.) Κοινωφελούς Ιδρύματος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ....." που συνεστήθη με την 8031/23.7.19… συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου ……. Μ. συζ.

Η. Μ. Π. Τ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 13840/21.8.19.. πράξη της Συμβολαιογράφου …. Ε.Π.Μ.-Χ.. 2. Το Ίδρυμα αυτό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και διέπεται αποκλειστικά από τις παραπάνω κωδικοποιηθείσες διατάξεις, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια και κυρώνονται με τον παρόντα νόμο και έχουν ως εξής...".

Με το άρθρο 29 του Ν. 4058/2012 προστέθηκε παρ.2 στο άρθρο 2 του καταστατικού του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος που έχει ως εξής: "2. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, το Κοινωφελές Ίδρυμα ... μπορεί να: α) Πωλεί, μισθώνει, προβαίνει σε χρηματοδοτική μίσθωση και εκμεταλλεύεται, εν γένει, τα περιουσιακά του στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νοσηλευτικού Ιδρύματος ως ομάδας περιουσίας.

Στην περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης του Νοσηλευτικού Ιδρύματος θα εφαρμόζεται η παράγραφος 7 του άρθρου 6, η οποία απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 2/3 των παρόντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. β) Ιδρύει εταιρείες, με σκοπό που συνάδει με τους σκοπούς του".

Συνεπώς το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, 319/2017, 130/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2020, 1388/2019, 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και εν προκειμένω εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι γιατροί, οι οποίοι προσλήφθηκαν από το ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ..." το οποίο λειτούργησε την ομώνυμη νοσηλευτική μονάδα, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρουν στο τελευταίο τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τις ειδικότητές τους, ο καθένας αυτών. Ειδικότερα: α) ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος, οφθαλμίατρος, προσλήφθηκε την 9.10.2002, ως Επιμελητής και έκτοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών που κατά το έτος 2014 ανέρχονταν στο ποσό των 2.283 ευρώ και β) η δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη, επίσης οφθαλμίατρος, προσλήφθηκε στις 13.11.2005, ως Επιμελήτρια Α', ενώ εν συνεχεία, το έτος 2008, έγινε Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Β'οφθαλμολογικού Τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου, προσφέροντας τις υπηρεσίες της έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών που το ίδιο, ως άνω, έτος (2014) ανέρχονταν σε 2.457 ευρώ.

Ενώ, όμως, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους για λογαριασμό του παραπάνω νομικού προσώπου, κατά τον προσήκοντα τρόπο, το τελευταίο δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές του υποχρεώσεις ως εργοδότης, καθώς, αρχικά, από το έτος 2010, καθυστερούσε, ενώ εν συνεχεία, από το έτος 2011, έπαυσε να τους καταβάλλει τις μηνιαίες αποδοχές τους.

Για το λόγο αυτό οι συγκεκριμένοι διάδικοι άσκησαν κατ' αυτού αγωγές, επιδιώκοντας την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, επί των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί οι με αριθμό 803/2014, 1283/2013 (που διορθώθηκε με την με αριθμό 1411/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών), 493, 494/2015 καθώς και 1078/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δυνάμει των οποίων τους επιδικάστηκαν τα αντιστοίχως αναφερόμενα στα διατακτικά αυτών ποσά. .....Βασική πιστώτρια του ανωτέρω νοσοκομείου ήταν η "M.P.B." [εν συνεχεία "C.P.B."]......Μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων περιήλθαν στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ……… ΑΕ" και οι δανειακές απαιτήσεις εναντίον του "Κοινωφελούς Ιδρύματος ..." από τη λειτουργία του ομώνυμου νοσοκομείου, ύψους 96.345.085 ευρώ.

Προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεων είχαν συσταθεί εμπράγματα βάρη........., ενώ για τμήματα των απαιτήσεων αυτών υπήρχε ήδη εκτελεστός τίτλος (υπ' αριθμ. 11561/20210, 11562/2010, 11563/2010 και 14224/2014 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). ...Την 2-5-2014 η τραπεζική εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ……….. ΑΕ", επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα περιουσιακά στοιχεία του νοσοκομείου στα οποία είχαν συσταθεί εμπράγματα βάρη, δηλαδή σε όλα τα ακίνητα και τον εξοπλισμό του νοσοκομείου.

Εν συνεχεία, με την από 28-5-2014 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η τραπεζική εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ …… ΑΕ", αιτήθηκε τη χορήγηση δικαστικής αδείας για την επιβολή κατάσχεσης επί της νοσηλευτικής μονάδας "Νοσοκομείο ..." ως σύνολο επιχείρησης (ακινήτων, κινητών, απαιτήσεων, διακριτικού τίτλου, διακριτικών γνωρισμάτων, διαρκών συμβάσεων εμπορικής συνεργασίας, διοικητικών αδειών και γενικώς οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου εξυπηρετούσε τη λειτουργία του εν λόγω νοσοκομείου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ.

του ΚΠολΔ. Επί της αμέσως προηγούμενης αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, κατά παραδοχή αυτής, έδωσε την άδεια στην αιτούσα τραπεζική εταιρεία να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση του αυτοτελούς και αυθύπαρκτου δικαιώματος επί του νοσοκομείου "..." ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας.......Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση των νομίμων διατυπώσεων δημοσιότητας, ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε στις 24.9.2014 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Μοναδική πλειοδότρια υπήρξε η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".... ΑΕ"......Η συγκεκριμένη δε εταιρεία, η οποία τυγχάνει θυγατρική εταιρεία του ομίλου της τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ……. ΑΕ", αναδείχθηκε υπερθεματίστρια, αντί της προσφερθείσας συνολικής τιμής των 115.135.251 ευρώ, που καταβλήθηκε από την εν λόγω εταιρεία, κατακυρωθέντος σ' αυτή του εκποιηθέντος ως άνω περιουσιακού στοιχείου......Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη και τώρα εκκαλούσα εταιρεία, συνέχισε να απασχολεί το σύνολο των εργαζόμενων, διατηρώντας αμετάβλητους τους όρους εργασίας τους.

Η λειτουργία δε της παραπάνω νοσηλευτικής μονάδας, δεν διακόπηκε σε κανένα χρονικό σημείο της προπεριγραφείσας διαδικασίας, αλλά αντιθέτως συνεχίστηκε όπως και η ίδια η νοσηλευτική μονάδα, η οποία, ως οικονομικό σύνολο, διατήρησε την ταυτότητα των σκοπών και των επιδιώξεών της, καθώς εξακολούθησε να δραστηριοποιείται στην εν γένει παροχή υπηρεσιών υγείας, στις ίδιες με το ΚΙΕΝ εγκαταστάσεις, όπου συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι εργαζόμενοι του νοσοκομείου, χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, ως υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό και την οποία (δραστηριότητα) η αμέσως προηγούμενη διάδικος (εναγόμενη-εκκαλούσα), που είχε τον ίδιο καταστατικό σκοπό, ανέλαβε μετά τον διενεργηθέντα ως άνω πλειστηριασμό, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, διαδεχθείσα, κατ' αυτόν τον τρόπο, το νομικό πρόσωπο που υπήρξε αρχικά εργοδότης των εναγόντων και εν προκειμένω εφεσιβλήτων.

Από τα ίδια δε, ως άνω, στοιχεία και ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών, κάτω από τις οποίες εκποιήθηκε η παραπάνω νοσηλευτική μονάδα, προέκυψε ότι, παρά το σημαντικό πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, η κινηθείσα διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκριθείσα, κατόπιν συμφωνίας, ως η πλέον κατάλληλη για το σκοπό αυτό, απέβλεψε στην εξακολούθηση της λειτουργίας αυτής (της συγκεκριμένης νοσηλευτικής μονάδας), με φορέα την εναγόμενη και τώρα εκκαλούσα, ως άνω, εταιρεία, χωρίς να την διακόψει ή να την παρεμποδίσει, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της, όπως προαναφέρεται, έτσι ώστε να μην τίθεται ζήτημα αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.5 στ.

α' και β' ν.2648/1998. Για το λόγο αυτό δε, δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 του π.δ.178/2002 εξαίρεσης..." Με βάση τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η κατά τα ανωτέρω επελθούσα μεταβίβαση της επιχείρησης του νοσοκομείου "...", από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα ..." στην εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με το διακριτικό τίτλο "....

ΑΕ" δεν υπάγονταν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002 εξαιρέσεις και συνεπώς η διάδοχος εργοδότρια εταιρία ενεχόταν εις ολόκληρο με την αρχική για τις εργατικές απαιτήσεις του απασχολουμένου στο νοσοκομείο προσωπικού, που είχαν γεννηθεί μέχρι την πιο πάνω μεταβίβαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμους τους περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης και πρόσθετους σχετικούς λόγους.

Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, βάσει της οποίας κατασχέθηκε από την Τράπεζα …… και εκπλειστηριάσθηκε το Νοσοκομείο "..." του κοινωφελούς ιδρύματος "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ..." που κατακυρώθηκε σ' αυτή, ως μοναδική πλειοδότρια, δεν αποτελούσε διαδικασία που να εμπίπτει στην ειδική εξαίρεση του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6 του ως άνω Π.Δ/τος και του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ως άνω διατάξεων ισχυριζόμενη ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 837/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την υπ'αριθμ. 3013/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δέχθηκαν ότι η θέση υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του πτωχευτικού δικαστηρίου συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με τη διατήρησή της συγχρόνως ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού.

Ούτε η ως άνω διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία που συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και το διορισμό συνδίκου και που οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Ο ισχυρισμός, δε, της αναιρεσείουσας ότι η απαρίθμηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν καταργηθεί όπως το άρθρο 9 του Ν. 1386/1983 ή το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990 και δεν προβλέπονται διαδικασίες από νεότερα νομοθετήματα που εμπίπτουν αναμφίβολα σ' αυτή την κατηγορία όπως η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του νέου πτωχευτικού κώδικα και η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106Θ του πτωχευτικού Κώδικα, προβάλλεται αλυσιτελώς σε σχέση με τη κρινόμενη υπόθεση, καθότι οι διατάξεις του ΚΠολΔ που καθορίζουν τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων στα οποία περιλαμβάνεται και η επιχείρηση ως σύνολο (άρθρα 1022 επ.

ΚΠολΔ) δεν είναι μεταγενέστερες της διάταξης του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 αλλά προϋπήρχαν αυτής, και παρά ταύτα δεν συμπεριλήφθηκαν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας του εργοδότη που απαριθμούνται περιοριστικά στην ως άνω διάταξη. Επιπρόσθετα και ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω διατάξεις αφερεγγυότητας εφαρμόζονται ανάλογα στις περιπτώσεις ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον προαναφερθέντα Κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2) και για το λόγο δε αυτό εκδόθηκε η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94/Α/8.5.2006).

Οι διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως ρητά ορίζεται (άρθρ.2 της Οδηγίας) είναι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν ή ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, και αναφορικά με τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα η Τράπεζα Ελλάδος, και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 348/2020, 33/2020), ενώ αντίθετα η διαδικασία κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ και ειδικότερα επιχείρησης που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης, ούτε τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής.

Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία, η Τράπεζα Ελλάδος υποχρεώσει το πιστωτικό ίδρυμα ή τον εκκαθαριστή του να μεταβιβάσει τα στοιχεία του σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, κάνοντας χρήση των διατάξεων των παρ.1 και 10 του άρθρου 63Δ, όπως η παρ.10 αντικ. με την παρ.11 του άρ.10 Ν.4051/12 και της παρ.1 περ.στ του άρ.68 του Ν.3601/2007 δεν εφαρμόζονταν οι προστατευτικές για τους εργαζόμενους διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002 (αντίστοιχη εξαίρεση προβλέπεται και με την παρ. 2 του άρθρου 145Β του μεταγενέστερου Ν. 4261/2014, ισχύοντος καθ' ον χρόνο έλαβε χώρα η ως άνω μεταβίβαση, με την οποία ορίζεται ότι στις περιπτώσεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος το άρθρο 479 του ΑΚ δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται), εξαίρεση που όμως δεν προβλέπεται στη διαδικασία κατάσχεσης επιχείρησης ως συνόλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ.

του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης είναι αβάσιμος, καθότι, όπως προεκτέθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, με άδεια του Δικαστηρίου που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΟλΑΠ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018) και δεν τελεί, όπως η πτώχευση, ή οι άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής (άρθρο 6 παρ.1του Π.Δ/τος 178/2002).

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η κατάσχεση κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, του Νοσοκομείου "..." του κοινωφελούς ιδρύματος "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ..." και η κατακύρωσή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 που ορίζουν τις εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 που ορίζουν τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας εργοδότη, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, τα δε αποδεικτικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 και του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, αλλά αντίθετα πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002 και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του Π.Δ/τος 178/2002 ισχυριζόμενη ότι με αντιφατικές, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ και δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού του νοσοκομείου "..." ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί του αν υπάρχει κάποια διαδικασία στο εθνικό μας δίκαιο "ανάλογη της αφερεγγυότητας" για εργοδότες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι με τη διαδικασία κατάσχεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ του Νοσοκομείου "..." του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος και κατακύρωσής του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, επήλθε μεταβίβαση της ως άνω επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002, στην αναιρεσείουσα, ότι ως εκ τούτου αυτή υπεισήλθε ως διάδοχος εργοδότης στην εργασιακή σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα, διέλαβε τις παραδοχές ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου "..." χωρίς διακοπή, στο ίδιο κτίριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, ότι οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν στο νοσοκομείο, μεταβιβάσθηκαν σ' αυτή, χωρίς να επέλθει καμία αλλαγή στο εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων, ότι συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος σ' αυτή (εναγόμενη), σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002, ότι στην ως άνω μεταβίβαση δεν δύναται να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω Π.Δ/τος καθότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις αυτού, ούτε στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του άρθρου 44 του ν. 2648/1998, ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας και ότι η με τον παραπάνω τρόπο μεταβίβαση του νοσοκομείου "..." στην εκκαλούσα εταιρία έγινε προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση του νοσοκομείου και να συνεχισθεί απρόσκοπτα και αδιάκοπα η λειτουργία του υπό τη νέα διοίκηση και με τις ίδιες θέσεις εργασίας και το προσωπικό του.

Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ/τος 178/2002, 16 παρ. παρ. 5 του 6 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και 1022 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, μη απαιτουμένης, για το σαφές της αιτιολογίας του, της -άσχετης με την προκείμενη υπόθεση- αναφοράς περί του αν υφίσταται στο εθνικό μας δίκαιο κάποια διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας για εργοδότες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια κι επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ.

Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005).

Ειδικότερα, η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική μπορεί να είναι: α) Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος στο νοσηλευτικό κέντρο ιατρός παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό της σύμβασης - και υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (νοσηλευτικό κέντρο), η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο μισθωτός ιατρός και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παρεχομένης ιατρικής εργασίας (άρθρα 648 και επ.

Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν.Δ/τος 765/1943) ή β) Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατά την οποία ο παρέχων στο νοσηλευτικό κέντρο τις υπηρεσίες του ιατρός δεν υποχρεούται στην παροχή καθ` ορισμένα χρονικά διαστήματα τακτικής εργασίας, αλλά ύστερα από συμφωνία με το Κέντρο αναλαμβάνει κατά περίπτωση και με ελεύθερη κρίση την ενέργεια συγκεκριμένης ιατρικής πράξης (εγχείρησης, νοσηλείας κλπ), αντί της συμφωνούμενης εκάστοτε αμοιβής, και δεν έχει την υποχρέωση να εκτελεί κάθε ανατεθειμένη σ` αυτόν πράξη και να συμμορφώνεται, ιδίως ως προς το χρόνο και τον τρόπο, στις εντολές του εργοδότη (άρθρα 648 επ.

Α.Κ.) ή γ) Σύμβαση, ελεύθερης συνεργασίας επιτρεπτώς καταρτιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός χωρίς να συνδέεται μονίμως με το νοσηλευτικό κέντρο, προσάγει τους προσωπικούς πελάτες του ασθενείς σ` αυτό και χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του (χειρουργεία, κλίνες, μηχανήματα κλπ) και τις υπηρεσίες του προσωπικού του (ιατρικού, νοσηλευτικού, βοηθητικού κλπ.), ενεργεί τις σχετικές ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις κλπ.).

Και αυτός λαμβάνει από τον πελάτη του (ή τον ασφαλιστικό του φορέα) τη σχετική αμοιβή του, η δε κλινική λαμβάνει επίσης από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα την αμοιβή και τα έξοδα για την παραχώρηση της χρήσεως των εγκαταστάσεών της και την παροχή των υπηρεσιών του προσωπικού της (ΑΠ 118/2009, ΑΠ 1006/2004), χωρίς βέβαια να αποκλείεται η είσπραξη από την κλινική όλου του οφειλόμενου από τον ασθενή ποσού για την προς αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών και η εν συνεχεία απόδοση από την κλινική στον ιατρό της άνω συμφωνηθείσας αμοιβής του.

Η ανωτέρω διαζευκτική παράθεση των συμβατικών μορφών που μπορεί να λάβει η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική, δεν αποκλείει την περίπτωση ο μισθωτός ιατρός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της σύμβασης εργασίας, συμβάσεις. Έτσι δεν αποκλείεται η ύπαρξη μεταξύ των αυτών προσώπων παράλληλων συμβατικών σχέσεων, από τις οποίες η μία να είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η άλλη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου ή μεσιτείας ή άλλη σύμβαση (ΣτΕ 1978/2008, ΑΠ 1040/2007, 325/2001, 322/1980).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ. και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΟλΑΠ 5/2011, 16/2011, ΑΠ 52/2017).

Ο μισθός αποτελεί αναγκαίο όρο για την ύπαρξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθώς η αντιπαροχή του μισθού από την πλευρά του εργοδότη αποτελεί μαζί με την παροχή της εργασίας από την πλευρά του μισθωτού μία από τις δύο βασικές εννοιολογικές συντεταγμένες της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, επί μεταβίβασης επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002 "Περί προστασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που ισχύει από 17/7/2001 (άρθρο 12 αυτού) με το οποίο, αφού καταργήθηκε το, αναλόγου σκοπού, Π.Δ. 572/1988, ο προηγούμενος εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 1369/2018, 525/2013, 339/2011, 318/2010) και επομένως, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Π.Δ/τος, ο διάδοχος εργοδότης δεν ευθύνεται για χρέη του μεταβιβάζοντος που έχουν προκύψει από άλλες συμβατικές σχέσεις, όπως π.χ.

συμβαίνει με αμοιβές που οφείλονται σε παρόχους υπηρεσιών δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έργου ή άλλη σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Επιπλέον, βάσει των ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις των εναγόντων εφεσίβλητων με τον παλαιό εργοδότη αυτών (νοσηλευτικό ίδρυμα ".....") έναντι τους, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υποχρεώσεις θεωρούνται ως αναπόσπαστο βάρος του μεταβιβασθέντος νοσηλευτικού ιδρύματος και παρακολουθούν αυτό και υπό τη νέα (διάδοχη) εργοδότρια, χωρίς να επηρεάζει καθόλου ο διαφορετικός τίτλος, η μορφή ή ο μετασχηματισμός του νομικού προσώπου εξαιτίας του φορέα που ανέλαβε, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, εφεξής την λειτουργία του.

Ενόψει δε του ότι στο χώρο των διατηρούμενων και μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων εμπίπτει και η κατηγορία των οικονομικών και ειδικότερα των μισθολογικών ζητημάτων, παρέπεται ότι μεταβιβάστηκαν και διατηρήθηκαν οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές των εργαζόμενων (εναγόντων εφεσίβλητων) όπως και οι πρόσθετες, πάσης φύσεως αμοιβές αυτών, εφ' όσον αυτές εμπίπτουν στην έννοια του μισθού που οι εν λόγω διάδικοι εισέπρατταν για την προσφορά των παραπάνω υπηρεσιών τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 1.3.2010 σύμβασης εργασίας της δεύτερης ενάγουσας - εφεσίβλητης: "4. Ο Ιατρός - Αναπληρωτής Διευθυντής για την παρεχόμενη εργασία του στο Νοσοκομείο θα λαμβάνει από το 'Ιδρυμα μηνιαίες αποδοχές με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις που ορίζονται από τις Σ.Σ.Ε. (Ο.Σ.Ν.Ι.Ε.).

τις Δ.Α και το νόμο, όπως εκάστοτε ισχύουν. Η απόδοση της αμοιβής αυτής θα γίνεται την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Για τους προσωπικούς του ασθενείς που παραπέμπει στο Νοσοκομείο για διάγνωση και θεραπεία και ο ίδιος λειτουργεί ως "Θεράπων" Ιατρός, το Νοσοκομείο ουδέν ποσοστό παρακρατεί επί της ιατρικής αμοιβής του ως θεράποντος Ιατρού.

Η ιατρική αμοιβή για τους προσωπικούς ασθενείς του θα καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ του Ιατρού και του ασθενούς. Στα πλαίσια της κοινωφελούς λειτουργίας του Νοσοκομείου, ο Ιατρός - Αναπληρωτής Διευθυντής οφείλει να τηρεί απαρέγκλιτα όλες τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις που συνδέονται με τα καθήκοντα του και απορρέουν από τις συμβάσεις που καταρτίζει το Ίδρυμα. (...) Οι αμοιβές ιατρικών πράξεων σε ιδιωτικούς ασθενείς καθώς και στους ασθενείς "συστήσας ……", θα καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου.

Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου ή των οργάνων του Ιδρύματος δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη και θα είναι υποχρεωτική για τον Ιατρό - Αναπληρωτή Διευθυντή", ενώ κατά το άρθρο 5 της ίδιας, ως άνω σύμβασης : "Κάθε παροχή που θα δίδεται από το Ίδρυμα στον Ιατρό - Αναπληρωτή Διευθυντή, επιπλέον του νομίμου μισθού του και επιπλέον των οριζόμενων στο άρθρο 4 της παρούσας, χωρίς υποχρέωση από το νόμο ή την παρούσα σύμβαση, θα θεωρείται ως οικειοθελής παροχή, δεν θα αποτελεί μισθό και θα υπόκειται σε ανάκληση οποτεδήποτε από το Ίδρυμα".

Εξάλλου, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο ίου άρθρου 9 της αυτής, ως άνω, σύμβασης: "Ο Ιατρός - Αναπληρωτής Διευθυντής απαγορεύεται να απασχολείται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή να συνεργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου".... Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το ίδιο το κείμενο των προπαρατεθέντων όρων εργασίας και ιδίως του, βάσει του άρθρου 5 της ανωτέρω έγγραφης σύμβασης εργασίας, όρου, καθίσταται σαφές ότι στο μισθό των εναγόντων - εφεσίβλητων, στους οποίους είχε αποκλειστεί συμβατικώς η δυνατότητα απασχόλησης με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή η συνεργασία ως ελεύθερων επαγγελματιών με άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου, δεν συμπεριλαμβάνονταν, μόνον, παροχές, που τους χορηγούνταν από το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα (ΚΙΕΝ) χωρίς υποχρέωση από το νόμο ή τις καταρτισθείσες μεταξύ των τελευταίων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και οι οποίες (παροχές) δεν ενέπιπταν ούτε στο νόμιμο μισθό αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων) αλλά ούτε και σε αυτές (παροχές) που ορίζονταν στο προαναφερόμενο άρθρο 4 των ανωτέρω έγγραφων συμβάσεων.

Ως προς δε τις πρόσθετες αμοιβές που αναφέρονταν στο προηγούμενη άρθρο 4, κατά το τμήμα τους που αυτές αφορούσαν τις κατ' ιδίαν αμοιβές των εναγόντων - εφεσίβλητων ως θεραπόντων ιατρών για τους προσωπικούς ασθενείς τους, καθορίζονταν μεταξύ των τελευταίων, κατά δε το τμήμα τους που αφορούσαν σε ανταλλάγματα για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων σε ιδιωτικούς ασθενείς καθώς και στους ασθενείς "συστήσας …….", καθορίζονταν από το Διοικητικό Συμβούλιό του παραπάνω αναφερόμενου νοσηλευτικού Ιδρύματος (ΚΙΕΝ), μέσα στα πλαίσια των όσων εκάστοτε ίσχυαν ως προς τα ανώτατα προβλεπόμενα όρια των ιατρικών αμοιβών, όπως αυτές διαμορφώνονταν βάσει των κρατικών τιμολογίων ή των οριζόμενων σχετικώς από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Εφόσον δε, δεν οριζόταν κάτι άλλο, το σύνολο των παραπάνω αμοιβών εισπράττονταν από την οικονομική υπηρεσία (λογιστήριο) του ως άνω νοσηλευτικού Ιδρύματος και στη συνέχεια αποδίδονταν στους εργαζόμενους γιατρούς (μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες - εφεσίβλητους) τα αντιστοιχούντα ποσά, ανά μήνα ή ανά δίμηνο, τουλάχιστον μέχρι το έτος 2007, βάσει της τιμολογιακής πολιτικής του νοσοκομείου αλλά και των συμβάσεων που το τελευταίο είχε συνάψει με τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Συγκεκριμένα, οι παραπάνω πρόσθετες αμοιβές αναγράφονταν με την ένδειξη "αμοιβή ιατρού", ενσωματώνονταν στα συνολικά τιμολόγια των ασθενών, αντιστοιχούσαν σε ιατρικές πράξεις στις οποίες καθένας από τους ενάγοντες συμμετείχε και εισπράττονταν από το νοσοκομείο κατά την πληρωμή των νοσηλείων, είτε από τον ίδιο τον ασθενή (εφόσον αυτός δεν ήταν ασφαλισμένος), είτε από τον ασφαλιστικό φορέα του, είτε από την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία αυτός ήταν συμβεβλημένος.

Ακολούθως, το αρμόδιο τμήμα του ως άνω νοσηλευτικού Ιδρύματος (Τμήμα Οικονομικής Ανάλυσης) έστελνε σε καθέναν από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους αντίγραφα καταστάσεων θεωρημένων μεριδολογίων των περιόδων που κάθε φορά ενδιέφεραν, τα οποία (οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι) καλούνταν να επιστρέφουν υπογεγραμμένα και συμπληρωμένα με τις όποιες παρατηρήσεις τους επ' αυτών.

Στη συνέχεια, μετά την εκκαθάριση που πραγματοποιούνταν περιοδικά (ανά μήνα ή ανά δίμηνο) οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι εισέπρατταν τα αναλογούντα σε καθέναν ποσά των παραπάνω αμοιβών τους, εκδίδοντας, αντιστοίχως, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς το νοσηλευτικό Ίδρυμα (KΙEN). Οι αμέσως προηγούμενες αμοιβές δεν ήταν σταθερές, αλλά κυμαίνονταν, αναλόγως των προαναφερόμενων παραγόντων και καταβάλλονταν στους ενάγοντες - εφεσίβλητους με την παραπάνω συχνότητα, τουλάχιστον μέχρι το έτος 2007, όπως προαναφέρεται.

Βάσει των ανωτέρω, οι συμβατικώς προβλεφθείσες, ως άνω, παροχές, κάτω από τις συνθήκες που λειτούργησαν και παρασχέθηκαν, φέρουν το χαρακτήρα μισθού. Το στοιχείο αυτό, δεν το αναιρεί ούτε τo ασταθές της χρονικής περιόδου καταβολής τους, αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν καταβάλλονταν από τον μεταβιβάσαντα εργοδότη τους (ΚΙΕΝ), αλλά από τρίτους (π.χ.

από τους ίδιους τους ασθενείς, από τα ασφαλιστικά ταμεία ή από τις ασφαλιστικές εταιρείες). Τα όσα δε η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία υποστηρίζει, επιχειρώντας να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι οι αμέσως προηγούμενες αμοιβές εκφεύγουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις καταρτισθείσες μεταξύ του μεταβιβάσαντος εργοδότη τους και των εναγόντων - εφεσίβλητων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας καθώς και ότι οι οικείες αμοιβές δεν εμπίπτουν στην έννοια των διατηρητέων από το νόμο δικαιωμάτων των τελευταίων εξαιρούμενες, για το λόγο αυτό, από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 178/2002, είναι αβάσιμα.

Κι αυτό, διότι τα συναφώς υποστηριζόμενα από πλευράς της εν λόγω διαδίκου (εναγόμενης - εκκαλούσας), αναφορικά με τη φύση της συμφωνίας, στην οποία οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι είχαν προέλθει με το νοσηλευτικό Ίδρυμα (ΚΙΕΝ), προκειμένου να καλυφθεί η περίπτωση της παροχής ιατρικής συνδρομής στους προσωπικούς τους ασθενείς, κατά τα οποία, η συγκεκριμένη συμφωνία :

α) ήταν αυτοτελής, σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας των εναγόντων - εφεσίβλητων με το νοσοκομείο και παρείχε την δυνατότητα σ' αυτούς να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις και το προσωπικό του νοσοκομείου, για να εξυπηρετούν την εκτέλεση της σύμβασης ιατρικής αγωγής, που τους συνέδεε με τους προσωπικούς τους ασθενείς, β) δεν προέβλεπε καμία υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε χρηματικού προς τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, καθώς μόνος υπόχρεος ήταν ο ασθενής (ή ο ασφαλιστικός του φορέας), ενώ το λογιστήριο του νοσηλευτικού Ιδρύματος μεσολαβούσε, μόνον, εισπράττοντας τις αντίστοιχες αμοιβές και αποδίδοντας της, εν συνεχεία, στους εν λόγω διαδίκους, γ) δεν ήταν αντικείμενο του διευθυντικού δικαιώματος του μεταβιβάσαντος εργοδότη, καθώς το νοσηλευτικά ίδρυμα δεν προέβαινε σε κανέναν έλεγχο, ούτε είχε εποπτεία ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών που οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρείχαν στους προσωπικούς τους ασθενείς, από τους οποίους αμείβονταν καθώς και ότι η πρακτική του νοσηλευτικού ιδρύματος να τηρεί αμοιβολόγια - μεριδολόγια ακολουθούνταν αποκλειστικά και μόνον για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας και παράλληλα για την διευκόλυνση της εκκαθάρισης και απόδοσης των αμοιβών που εισπράττονταν από το νοσηλευτικό Ίδρυμα, για λογαριασμό των εργαζόμενων γιατρών, ούτε αποτυπώνονται στο περιεχόμενο των συμβάσεων των εναγόντων - εφεσίβλητων αλλά ούτε και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των αμοιβών αυτών ως μισθού.

Αντιθέτως, γεγονός είναι ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρείχαν εξαρτημένη εργασία για λογαριασμό του νοσηλευτικού Ιδρύματος ΚΙΕΝ, που ωφελούνται από την συνολική επαγγελματική τους δραστηριότητα και το οποίο είχε ακολούθως την υποχρέωση, αφ' ενός μεν να εισπράξει την αμοιβή για το σύνολο των παρασχεθεισών ως άνω υπηρεσιών αυτών (εναγόντων - εφεσίβλητων), με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ρυθμίσεις και τιμολογιακή πολιτική, είτε από τον ίδιο τov ασθενή, είτε από την ασφαλιστική του εταιρεία, είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα, αφ' ετέρου δε, να αποδώσει τις αμοιβές που εισέπραττε στους εργαζόμενους γιατρούς, που απασχολήθηκαν στις επιτρεπόμενες ως άνω δραστηριότητες, εξυπηρετώντας τις ανάγκες λειτουργίας του και συμβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό στην κερδοφορία του και οι οποίοι, αντιστοίχως, είχαν αξίωση για την καταβολή των σχετικών αμοιβών, ανεξαρτήτως της φορολογικής αντιμετώπισης του οικείου εισοδήματος τους....

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Κοινωφελές 'Ιδρυμα ..., παλαιός εργοδότης των εναγόντων -εφεσίβλητων, ευθύνεται και για τις αμέσως προηγούμενες αξιώσεις των εν λόγω διαδίκων, που προέκυψαν από μεριδολόγια/αμοιβολόγια, κατά το προηγούμενο του πλειστηριασμού χρονικό διάστημα και οι οποίες ήταν απαιτητές κατά τον ως άνω χρόνο διενέργειας αυτού (στις 24.9.2014), εις ολόκληρον με την εναγόμενη -εκκαλούσα εταιρεία, νέα εργοδότρια αυτών.

Το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, που αποφάνθηκε όμοια, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίστανται με αυτή της παρούσας απόφασης, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε.

Συνεπώς, τα όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης έφεσης καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθ. 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα, εάν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων κατά του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές ίδρυμα ..." για την καταβολή σε αυτούς της "ειδικής αμοιβής" (που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διαφοράς), αντιστοιχούσας στο σύνολο της αμοιβής εκάστου των αναιρεσίβλητων για την από αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε προσωπικούς του ασθενείς (τους οποίους ο ίδιος, ως ελεύθερος επαγγελματίας διατηρών προσωπικό ιατρείο, παρέπεμπε ως θεράπων ιατρός τους στο νοσοκομείο για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων) ή σε ποσοστό επ' αυτής για την από αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε άλλους ασθενείς (τους οποίους το νοσοκομείο ή άλλοι ιατροί του νοσοκομείου συνέστηναν σε αυτόν για τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις της αντίστοιχης ειδικότητας), την οποία εισέπραττε το νοσοκομείο (μαζί με τις λοιπές δαπάνες νοσηλείας) από την ασφαλιστική εταιρεία ή το ασφαλιστικό ταμείο των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων ασθενών, στους οποίους έκαναν ιατρικές πράξεις οι αναιρεσίβλητοι και την οποία στη συνέχεια απέδιδε σε έκαστο των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, [την οποία (ειδική αμοιβή) με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ως μέρος του μισθού των αναιρεσίβλητων για την από αυτούς παροχή εξαρτημένης εργασίας] είχαν γεννηθεί ή όχι στο πλαίσιο ιδιόμορφης σύμβασης ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ των αναιρεσίβλητων και του νοσοκομείου (άρθ. 361 του ΑΚ), που λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη μεταξύ αυτών υφισταμένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και παραλλήλως προς αυτήν, με συνέπεια όλες οι ιατρικές πράξεις που εκτελούντο στο πλαίσιο λειτουργίας της πιο πάνω σύμβασης και οι αντίστοιχα καταβαλλόμενες αμοιβές, επειδή οργανώνονταν και πραγματοποιούνταν από τον θεράποντα ιατρό ελεύθερα και χωρίς συνθήκες εξάρτησης, να μην συνιστούν αποδοχές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας και να εκφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002.

Συγκεκριμένα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων με το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα ...", οι τελευταίοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του νοσοκομείου και σε ωράριο - εφημερίες που καθορίζονταν από το ΚΙΕΝ, συμμορφούμενοι στις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΙΕΝ, των προϊσταμένων των τμημάτων τους που τοποθετούσε το ΚΙΕΝ και στις αποφάσεις των αρμοδίων επιτροπών και εν γένει των οργάνων του Ιδρύματος και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του ιδρύματος και τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ότι με βάση τις συμβάσεις εργασίας των τους είχε απαγορευθεί κάθε συνεργασία υπό την ιδιότητά τους ως ελευθέρων επαγγελματιών, διατηρούντων ιδιωτικό ιατρείο, με άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου και ότι οι προσωπικοί ασθενείς των αναιρεσίβλητων, που εισάγονταν στο νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό τους και κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας των αναιρεσίβλητων, δέχονταν τις ιατρικές των υπηρεσίες, όπως και οι λοιποί νοσηλευόμενοι στο νοσοκομείο ασθενείς, δεν ερεύνησε, ούτε διέλαβε σχετικές παραδοχές, εάν κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών από τους αναιρεσίβλητους τόσο στους προσωπικούς τους ασθενείς που οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι, κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, είχαν φέρει στο νοσοκομείο, όσο και στους ασθενείς που τους είχαν συστήσει άλλοι ιατροί του νοσοκομείου ή και το ίδιο το νοσοκομείο για την εκτέλεση των απαραίτητων ιατρικών πράξεων, αυτοί τελούσαν σε σχέση εξάρτησης με το νοσοκομείο τόσο αναφορικά με το χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών τους υπό την έννοια του ελεύθερου ή μη από αυτούς καθορισμού του χρόνου διενεργείας των ιατρικών πράξεων εντός ή και εκτός του ωραρίου εργασίας των πριν ή μετά την έναρξη ή τη λήξη αυτού (λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών υποχρεώσεών τους έναντι των λοιπών νοσηλευομένων ασθενών) και αν ελέγχονταν από το νοσοκομείο γι' αυτό, όσο και αναφορικά με την ανάμειξη ή μη του νοσοκομείου στον καθορισμό του τρόπου παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, εντός των χώρων των νοσοκομείων, με την άσκηση ιδίως σχετικής εποπτείας και του είδους αυτής ή, αντιθέτως, κατά την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών αυτοί ενεργούσαν ελευθέρως και ανέπτυσσαν σχετικώς πλήρη πρωτοβουλία.

Περαιτέρω, παρόλο που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν την ελευθερία καθορισμού του ύψους της αμοιβής τους για τους προσωπικούς τους ασθενείς, η οποία αμοιβή αποδιδόταν σ' αυτούς ολόκληρη χωρίς οποιαδήποτε παρακράτηση εκ μέρους του Νοσοκομείου, δεν διευκρινίζει ποιο είναι το ιδιαίτερο εκείνο στοιχείο, καθοριστικό για την κρίση του ότι οι εν λόγω αμοιβές -για την είσπραξη των οποίων απλώς μεσολαβούσε το Νοσοκομείο, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ανάμειξή του στον τρόπο καθορισμού τους- είχαν το χαρακτήρα ανταλλάγματος της παρεχόμενης στο Νοσοκομείο εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην "ειδική αμοιβή" των αναιρεσίβλητων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Β. Επί των λόγων της από 9-6-2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999). Μέσω του λόγου αυτού αναίρεσης, ερευνάται και το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων έφεσης (ΟλΑΠ 2091/1986).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 520 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως προσβληθέν "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ως και εκείνης του άρθρου 523 παρ.1 του ΚΠολΔ) νοείται η οριστική διάταξη της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, ως και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (ΑΠ 189/2016, 978/2014, 1359/2011).

Ως αναγκαία δε συνεχόμενα κεφάλαια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015, 238/2001).

Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 76/2015), τέτοια δε ένσταση συνιστά και η ένσταση παραγραφής (ΑΠ 660/1974).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ως παραδεκτό πρόσθετο λόγο έφεσης περί παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων του έτους 2009, τον οποίο στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσία, παρόλο που ο λόγος αυτός δεν είχε προβληθεί με το κύριο δικόγραφο της έφεσης, ούτε συνεχόταν αναγκαίως με τα εκκληθέντα με το κύριο δικόγραφο της έφεσης κεφάλαια.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του κυρίως δικογράφου της από 21.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 611945/507421/2017 έφεσης της τότε εκκαλούσας -εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι αυτή με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε ως συνέπεια την εσφαλμένη παραδοχή της εκκαλουμένης ότι η "ειδική αμοιβή" των μεριδολογίων - αμοιβολογίων αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών των εφεσίβλητων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, υπαγομένη στην έννοια του μισθού που οφείλει ο εργοδότης (δεύτερος λόγος έφεσης) και ότι οι εν λόγω "ειδικές αμοιβές" που εισέπρατταν αυτοί για τις υπηρεσίες που παρείχαν σε προσωπικούς τους ασθενείς συνιστούν τακτικές αποδοχές με την έννοια του οφειλομένου ανταλλάγματος για την παροχή εργασίας στον εργοδότη (τρίτος λόγος έφεσης).

Επομένως, στο πλαίσιο του εκκληθέντος κεφαλαίου που αφορούσε παράπονο για την επιδίκαση με την πρωτοβάθμια απόφαση στους ενάγοντες και τότε εφεσίβλητους [ήδη αναιρεσείοντες] της ως άνω "ειδικής αμοιβής" αυτών, ως μέρους των τακτικών τους αποδοχών για την παροχή (εξαρτημένης) εργασίας, το οποίο ως αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας περιλαμβάνει και τις κατ' αυτού ενστάσεις, ήταν παραδεκτή η προβολή της ένστασης παραγραφής μέρους των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων και τότε εφεσίβλητων με πρόσθετο λόγο έφεσης, που περιέχεται στο από 16.10.2018 και με αριθ.

κατάθ. 9023/694/2018 ίδιο δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όσον αφορά τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της, οι οποίοι αναφέρονται στην αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων που προέρχονται από και την ευθύνη της διαδόχου εργοδότριας από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2022, ως και στην επιμήκυνση αυτής (παραγραφής) λόγω τελεσιδικίας, αναγνώρισης απαιτήσεως, άλλως λόγω αναγγελίας στον πλειστηριασμό, παρέλκει η εξέτασή τους, αφού απαραίτητη προϋπόθεση είναι η κρίση του δικαστηρίου της παραπομπής επί της ουσίας, καθ' όσον αφορά στο χαρακτήρα των συμβάσεων των εναγόντων ιατρών - σε σχέση πάντοτε με τις ειδικές ως άνω αμοιβές - ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στα πλαίσια της οποίας θα εξεταστούν κατ' ουσίαν τόσο η ένσταση παραγραφής όσο και η αντένσταση διακοπής και επιμήκυνσής της.

Τέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1311/2018, 945/2008, 509/2002).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 356/22, 2/2006, 1002/2005).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραβίασε το δεδικασμένο, που παράγεται από τις υπ` αριθμ. 2036/2015, 2456/2015 και 1360/2015 αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορούν στις αξιώσεις τους από μεριδολόγια-αμοιβολόγια από το 'Ιδρυμα "..." για τα έτη 2007 έως 2010, τις οποίες είχαν ασκήσει κατά του Ιδρύματος αυτού και οι οποίες δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη ως διάδοχη εργοδότρια, καθ' όσον η πληττόμενη απόφαση, ενώ μνημονεύει τις αποφάσεις αυτές, παρόλα αυτά, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 325 ΚΠολΔ, με το οποίο καθορίζονται τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο εκάστης δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε κάθε μία από τις επικαλούμενες αμετάκλητες αποφάσεις, και συγκεκριμένα οι κριθείσες εκεί αξιώσεις εκάστου ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) κατά ποσό και χρονικό διάστημα που αφορούσαν, και προσέτι δεν αναφέρεται εάν το δικάσαν Εφετείο εξέφερε κρίση περί υπάρξεως ή όχι δεδικασμένου που να απορρέει από τις αποφάσεις αυτές, πολλώ δε μάλλον ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό (δεδικασμένο) και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Συνακόλουθα, θα πρέπει, ν' απορριφθεί η από 9-6-2021 αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις: α) από 26-7-2021 (αριθ. εκθ. κατ. 6407/826/2021) και β) από 9-6-2021 (αριθ. εκθ. κατ. 4318/570/2021) αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 5574/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, για την ανοιγείσα με την από 26-7-2021 αίτηση αναίρεσης αυτής, δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ