370/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει, ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Legislator headnote
AI generated370/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά τη διαπίστωση αυτή, για την αληθινή βούληση του τελευταίου, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Full text
Απόφαση 370 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α) Φ. Χ. Λ., κατοίκου ..., β) Τ. Α. χας Α. Λ., γ) Χ. Α. Λ. και δ) Σ. Α. Λ., κατοίκων ..., oι οποίoι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Ευθυμιάδη.
Της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μητρόπολης ..., με έδρα τη ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μίγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1998 αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Σ. χας Χ. Λ., στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/1999 μη οριστική και 36/2003 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 395/2004 μη οριστική και 78/2007 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου και 1331/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 78/2007 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 215/2016 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2017 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 215/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων της προκείμενης δίκης, έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 36/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε διεκδικητική κυριότητας ακινήτου και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αγωγή της (θανούσης στο μεταξύ) δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Σ. χας Χ. Λ., η οποία αγωγή είχε απορριφθεί και με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην με αιτιολογία που παρήγαγε διαφορετικό δεδικασμένο. Είχε προηγηθεί η 1331/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, μετά από αίτηση των αναιρεσειόντων, η 78/2007 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία είχε εξαφανιστεί, για τον ίδιο ανωτέρω λόγο, η απορριπτική της αγωγής πρωτοβάθμια απόφαση και είχε απορριφθεί η παραπάνω αγωγή με διαφορετική αιτιολογία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού προσκομίζεται και η 4/1-7-2019 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης.
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει, ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι όταν, κατά την κρίση του, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε διότι αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε διότι εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε υποχρεούται το δικαστήριο, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη (πραγματικής ή και εικαζόμενης), βούλησης του διαθέτη.
Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά τη διαπίστωση αυτή, για την αληθινή βούληση του τελευταίου, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Αντίθετα, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή, όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη του στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική του άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 97/2019).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Αν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 740/2010).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα Σ. χα Χ. Λ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν, λόγω θανάτου της, η πρώτη αναιρεσείουσα και ο Α. Χ. Λ., μετά το θάνατο του οποίου, υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση οι λοιποί αναιρεσείοντες, ζήτησε, με την από 1.8.1998 αγωγή της όπως αυτή περιορίστηκε πρωτοδίκως: 1) να αναγνωρισθεί κυρία του αναφερομένου οικοπέδου μετά των επ' αυτού Ιερού Ναού κελιών και λοιπών οικοδομημάτων, που συγκροτούν στο σύνολό τους την αναφερόμενη Ιερά Μονή, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της Χ.
συζ. Π. Κ. και αυτής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αδελφής της Φ. Σ., κληρονομίες οι οποίες έγιναν νόμιμα αποδεκτές, καθόσον η αναφερόμενη δημόσια διαθήκη της Φ. Σ., την οποία συνέταξε αυτή ως μη νομίμως περιβληθείσα το μοναχικό σχήμα και με την οποία κατέλειπε την κληρονομία της στην ανωτέρω Παλαιοημερολογίτικη Ιερά Μονή που η ίδια είχε ιδρύσει, είναι άκυρη, επειδή, κατά το χρόνο του θανάτου της, η Ιερά αυτή Μονή δεν είχε συσταθεί νόμιμα και, επομένως, ήταν ανύπαρκτη, με συνέπεια να χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή της ανωτέρω Φ.
Σ., 2) να διαταχθεί η αποβολή των αντιδίκων της από την πιο πάνω Ιερά μονή και 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν 500.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε, λόγω δεδικασμένου από την αιτιολογία της, την απορριπτική της αγωγής πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη, κρίνοντας ότι η διαθέτης, με την ανωτέρω διαθήκη, την οποία ερμήνευσε, λόγω της εσφαλμένης παράστασής της (διαθέτιδος), ως προς την ύπαρξη της κληρονόμου της Ιεράς Μονής και του συναφούς κενού της διαθήκης, συνέστησε, κατά την εικαζόμενη βούλησή της, καθολικό καταπίστευμα υπέρ της, μετά το θάνατό της, νόμιμα συσταθείσης από την Εκκλησία της Ελλάδος ομώνυμης Ιεράς Μονής και σε βάρος των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, οι οποίοι και υποχρεούνται να αποδώσουν τα επίδικα στην εν λόγω Ιερά Μονή.
Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 173 ΑΚ, καθόσον όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, η αληθινή βούληση της διαθέτιδος δεν ήταν να περιέλθουν τα επίδικα, που συνιστούν την Παλαιοημερολογίτικη Ιερά Μονή, στο νομικό πρόσωπο της συσταθείσας από την Εκκλησία της Ελλάδος ομώνυμης Ιεράς Μονής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αληθινή βούληση της διαθέτιδος, αλλά και την κρίση του ως προς την ύπαρξη του ανωτέρω κενού της διαθήκης, αφού η αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενό της που προεκτέθηκε, στηρίζεται στο κενό αυτό, ήτοι η ενάγουσα επικαλείται την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή της Φ.
Σ., ως αιτία κτήσης της κυριότητας των επιδίκων, λόγω ακυρότητας της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης της, εξαιτίας ανυπαρξίας, κατά το χρόνο του θανάτου της, της κατονομαζομένης με την εν λόγω διαθήκη, ως κληρονόμου της Ιεράς Μονής ....
2. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, "επειδή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς στο ζήτημα της ερμηνείας της διαθήκης το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποιές είναι οι αντιφατικές και ποιές οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς επίσης, ως προς μεν τις αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, ως προς δε τις ανεπαρκείς, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής.
3. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, τον ορισμό με τη διαθήκη εκτελεστών και διαχειριστών και τη σημασία της διάταξης αυτής στην ερμηνεία της διαθήκης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι τα όσα παραπάνω φέρεται, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια του όρου που προεκτέθηκε.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-6-2017 αίτηση των Φ. Χ. Λ., Τ. Α. χας Α. Λ., το γένος Π. Μ., Χ. Α. Λ. και Σ. Α. Λ., για αναίρεση της 215/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ