Supreme Court dismisses appeal on Christmas bonus calculation error, ruling lower court applied law correctly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a Christmas bonus calculation. The appellant argued the First Instance Court erred by using a fixed daily rate instead of a proportional monthly salary calculation for partial employment periods. The court held that the First Instance Court correctly applied the relevant labor laws and did not violate them in its application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3 of the 1981 Ministry of Labor Decision; Article 1 of Law 1082/1980: The Supreme Court ruled that a lower court's calculation of a Christmas bonus based on a fixed daily rate for partial employment periods does not constitute a violation of law if the actual daily rate used was correct and the final amount paid was not less than what was owed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 370 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Ναούμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." (....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4656/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1265/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.6.2008 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της από 1.7.2005 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία συνεδέετο με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, να υποχρεωθεί το τελευταίο αφ' ενός μεν να αποδέχεται την εργασία της, αφ' ετέρου δε να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 9.5.2008 μέχρι 9.9.2008 το ποσό των 3.945,04 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη αρχικά η υπ' αριθμ. 23038/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1259/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2236/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου και με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, οι δε απαιτήσεις της ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 9.5.2008 μέχρι την 9.9.2008 ύψους 3.495,04 ευρώ συμψηφίσθηκαν με την ανταπαίτηση του εναγομένου για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης, ενώ τη αγωγική αξίωση περί υποχρέωσης του εναγομένου σε αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας απορρίφθηκε ως αόριστη.
Ακολούθως, με την υπό κρίση από 10.10.2012 νέα αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας περαιτέρω χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα από 9.9.2008 μέχρι 9.10.2012 το ποσό την 56.216,82 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει για την ίδια αιτία για το διάστημα από 9.10.2012 μέχρι 9.1.2016 το ποσό των 44.381,70 ευρώ, επί πλέον δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4656/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1265/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 9.9.2008 μέχρι 9.9.2009 το ποσό των 12.701,95 ευρώ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 2199/2014, ΑΠ 276/2009). Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο, για τη μεταγενέστερη δίκη, χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη, για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου, ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη (ΑΠ 257/2016).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: "Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση, από την ως άνω τελεσίδικη (και αμετάκλητη) απόφαση παρήχθη δεδικασμένο, λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρασταθέντων και στην προηγούμενη δίκη και της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, ως προς τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη από την 1-7-2005 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 9-5-2008 ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς την ακυρότητα της από 9-5-2008 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου και ως προς την αξίωση, για μισθούς υπερημερίας του ορισμένου χρονικού διαστήματος, από το οποίο δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο, καθώς δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η ένδικη απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο.
Η απόφαση, ωστόσο, αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο, για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη και νυν επίδικη (από 1-1-2010 μέχρι 9-1-2016), χρονική περίοδο, αφού κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή οι ζητούμενες, με την υπό κρίση, μεταγενέστερη, αγωγή, επιμέρους, αξιώσεις της ενάγουσας, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη τελεσιδίκως κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη και ειδικότερα, στους όρους των άρθρων 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α715-3-2010), άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 (ΦΕΚ 65 Α76-5-2010).
Εν προκειμένω, συνεπώς, ανακύπτουν ως προδικαστικά ζητήματα η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η ακυρότητα της από 9-5-2008 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου, για τα οποία υφίσταται το παραπάνω δεδικασμένο, το οποίο, όμως, δεν εκτείνεται και στους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας από 1-1-2010 μέχρι 9-1-2016.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. Με την επωνυμία "..." (Ε.Κ.Ε.Τ.Α), συστάθηκε με το π.δ. 77/2000, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1514/1985 με τίτλο "Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, αποτελείται δε από τα εξής έξι (6) Ινστιτούτα:
α) το Ινστιτούτο Τεχνικής Χημικών Διεργασιών (Ι.Τ.ΧΗ.Δ), β) το Ινστιτούτο Πληροφορικής και Τηλεματικής (I.Π.THΛ), γ) το Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ), δ) το Ινστιτούτο Αγροβιοτεχνολογίας (ΙΝΑ), ε) το Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ) και στ) το Ινστιτούτο Βιοϊατρικών και Βιομοριακών Ερευνών (Ι.Β.Β.Ε), που το καθένα από αυτά έχει τη δική του γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη (άρθρα 1-13 του Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου) και την Κεντρική Διεύθυνση (Κ.Δ), η οποία συνεπικουρείται από το διοικητικό προσωπικό κάθε Ινστιτούτου, αλλά διαθέτει και αυτοτελή διοικητική υπηρεσία (άρθρο 4 περ.
ζ π.δ. 77/2000 και 1 και 2 του Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου). Η ενάγουσα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του, την 1-4-2002, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως προσωπικό γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης, συνέχισε δε να εργάζεται στο τελευταίο με τις από 3-3-2003, 2-2-2004 και 18-1-2005 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι την 1-7-2005, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με ρητό όρο της τελευταίας σύμβασης (άρθρο 5) η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο σε θέση Διοικητικού ΔΕ, υπήχθη υπηρεσιακά στο Ινστιτούτο Μεταφορών του εναγομένου, συμφωνήθηκε όμως, ότι θα παρέχει τις υπηρεσίες της σε οποιαδήποτε δραστηριότητα - έργο (συναφές με τα καθήκοντα της θέσεώς της) του εναγομένου απαιτηθεί (πλέον των αναφερομένων) στην έδρα των Ινστιτούτων ή της Κεντρικής Διεύθυνσης.
Η ενάγουσα απασχολήθηκε με την παραπάνω ειδικότητα αρχικά στο Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ) μέχρι τον Ιανουάριο του 2007 και έκτοτε με την 79/29-11-2006 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου μετακινήθηκε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ) μέχρι που το εναγόμενο κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας της, όπως τούτο έχει κριθεί αμετακλήτως με τη με αριθ. 1259/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, επί πλέον, οι απαιτήσεις της ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας του από 9-5-2008 μέχρι 9-9-2008 χρονικού διαστήματος ποσού 3.945,04 ευρώ, συμψηφίστηκαν με την ανταπαίτηση του εναγομένου, για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης.
Για την υπερημερία του εναγομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συντρέχει, όπως προεκτέθηκε, δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, που αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, για τον αμέσως προηγούμενο χρόνο. Δεν επικαλείται το εναγόμενο περιστατικά άρσεως της υπερημερίας του, ήτοι δεν ισχυρίζεται, ότι προσκάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει να εργαστεί.
Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι συνέχισε να αρνείται την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να είναι υπόχρεο σε καταβολή μισθών υπερημερίας. Το εναγόμενο, ωστόσο, ισχυρίστηκε, κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο, ότι η ενάγουσα καταχρηστικά αξιώνει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφευγε να ανεύρει άλλη εργασία, προκειμένου να λάβει το μισθό της από το εναγόμενο, χωρίς να εργαστεί παρότι η ανεύρεση εργασίας ειδικότητας γραμματέας στον ιδιωτικό χώρο ήταν ευχερής.
Η άσκηση της εν λόγω αξίωσης της ενάγουσας δεν είναι εξαρχής καταχρηστική, απορριπτομένου, κατ' αρχήν, ως αβάσιμου του σχετικού αυτού ισχυρισμού του εναγόμενου. Η ενάγουσα εύλογα ανεζήτησε εργασία, με βάση τα προσόντα της, τουλάχιστον μέχρι την 9-9-2009, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί, λόγω της περιορισμένης δυνατότητας εύρεσης εργασίας, με την ειδικότητα της υπαλλήλου στον τομέα γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης σε παρεμφερείς επιχειρήσεις, νπιδ.
Ενόψει των ειδικών συνθηκών, ήτοι της ηλικίας, της προϋπηρεσίας, εμπειρίας, των γνώσεων χειρισμού προγραμμάτων Η/Υ και υγείας της ενάγουσας, αυτή κατέβαλε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, προσπάθειες, για ανεύρεση όμοιας εργασίας και δεν έμεινε άνεργη ηθελημένα και από κακοβουλία της, για να εισπράξει μισθούς υπερημερίας από το εναγόμενο.
Σημειώνεται, ότι η μνεία, εκ μέρους του εναγομένου, πληθώρας αγγελιών εύρεσης εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία, που παρείχε στο εναγόμενο η ενάγουσα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ποια είναι η ωφέλεια, που η ενάγουσα θα αποκόμιζε από την προσφερόμενη ισότιμη ή ανάλογη εργασία της, δηλαδή ποιες είναι οι συγκεκριμένες αποδοχές, που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας, που αποκόμισε η ενάγουσα.
Επομένως κατά το, από 9-9-2008 μέχρι 9-9-2009, χρονικό διάστημα, το εναγόμενο είναι υπόχρεο σε καταβολή μισθών υπερημερίας. Η μάρτυρας, που εξετάστηκε κατά πρόταση της ενάγουσας, καταθέτει σαφώς, ότι αναζητούσε εργασία και δεν βρήκε. Ο μάρτυρας που εξετάστηκε, κατά πρόταση του εναγομένου, καταθέτει, ότι εάν ήθελε μπορούσε να βρει εργασία.
Η πρώτη είναι περισσότερο πειστική, διότι ζούσε κοντά στην ενάγουσα. Τουναντίον, ο μάρτυρας του εναγομένου, δεν γνωρίζει σχετικά με τη ζωή της ενάγουσας. Τέτοια εργασία η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε βρει τουλάχιστον δώδεκα μήνες, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος, για το οποίο είχε ζητήσει μισθούς υπερημερίας με την προηγούμενη αγωγή της.
Παρά ταύτα όμως καθ' όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα, μέχρι την ένδικη αγωγή, ήτοι επί σειρά έξι και πλέον ετών αυτή θα μπορούσε εάν εκδήλωνε ενδιαφέρον και προέβαινε σε αληθινή προσπάθεια στον χώρο αγοράς εργασίας, να απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη. Αντίθετα, όμως, από ηθελημένη κακοβουλία, ήτοι με πρόθεση να αποκομίσει, χωρίς δικαιολογητικό λόγο, ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη (εισπράττοντας τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται), συνέχισε να εμμένει στην ανωτέρω τακτική, επιμένοντας να ζητεί την επαναπρόσληψή της από το εναγόμενο, παρά το ότι γνώριζε, ότι το τελευταίο πλέον δεν είχε τέτοια δυνατότητα, δεδομένης της χρηματοδότησης των δομών του εναγομένου από το ελληνικό κράτος.
Με τα δεδομένα αυτά, η άσκηση από την εκκαλούσα του δικαιώματος καταβολής μισθών υπερημερίας, για τον από 10-9-2009 και εφεξής χρόνο, προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ., διότι υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα, από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όρια και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 656 και 281 Α.Κ., προταθείσα - όπως προεκτέθηκε - με τις προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως, από την εκκαλούσα του δικαιώματος της, για καταβολή μισθών υπερημερίας, την οποία επαναφέρει και με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Επομένως, η εκκαλούσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όχι, όμως, για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα, αλλά από 9-9- 2008 μέχρι 9-9-2009. Ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ενάγουσας, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της υπολογίστηκε αμετάκλητα στο ποσό των 986,26 ευρώ - καθώς δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η ένδικη απαίτηση, για τον προγενέστερο χρόνο - και επομένως δικαιούται αυτή, ως μισθούς υπερημερίας του επιδίκου τούτου χρονικού διαστήματος, το συνολικό ποσό των 11.835,12 ευρώ (986,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες).
Επίσης δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων 2008 ποσό 986,26 ευρώ [986,26 Χ 1 μηνιαίο μισθό]. Για δώρο Πάσχα 2009 ποσό 493,13 ευρώ [986,26 Χ 1/2 του μηνιαίου μισθού] και για άδεια - επίδομα άδειας 2009 ποσό 493,13 ευρώ [986,26 Χ 1/2 του μηνιαίου μισθού]. Για δώρο Χριστουγέννων 2009 ποσό 552,30 ευρώ (2 ημερομίσθια, για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης, από 1-5-2009 μέχρι 9-9- 2009, ήτοι 14 ημερομίσθια Χ 39,45 ευρώ το ημερομίσθιο).
Συνολικά, επομένως, δικαιούται να λάβει το ποσό των 14.359,94 Ευρώ....".
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 9 περ. γ. του άρθρου 559 ΚπολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση των εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη ότι η προσβαλλόμενη ".....σιγή απορρίπτει το αίτημά μου για μελλοντικούς μισθούς υπερημερίας πέραν της 9.9.2009 εξαιτίας του ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης, παρά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος άρσης της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου μέχρι την 14.9.2012...".
Με το ως άνω περιεχόμενο η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στηριζόμενη επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο σιγή απέρριψε το ανωτέρω αίτημα της αγωγής βασιζόμενο δήθεν στην μη δέσμευσή του από το δεδικασμένο της προαναφερθείσης αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Αντιθέτως, όμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το πέραν της 10.9.2009 διάστημα δεχόμενο ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την παραδεκτώς προταθείσα ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας.
Συγκεκριμένα, δέχθηκε "Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση από την εκκαλούσα του δικαιώματος καταβολής μισθών υπερημερίας για τον από 10.9.2009 και εφεξής χρόνο προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη η στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ προταθείσα ένσταση....".
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 και 1 (αληθώς όμως μόνο εκ του αριθ. 9) πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚπολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις".
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο, αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη των ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη ότι "....ενώ αναφέρει ότι το δεδικασμένο δεν εκτείνεται στους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας από 1.1.2010 μέχρι 9.1.2016....στη συνέχεια μου επιδικάζει μισθούς υπερημερίας μόνο έως την 9.9.2009.....". Το Εφετείο όμως με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως περιέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές διατάξεις, δεδομένου ότι, όπως προεξετέθη, απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, για το διάστημα πέραν της 9.9.2009, δεχόμενο ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως (αρθ. 281 ΑΚ) του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου του εκ του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚπολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος της αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο Ν. 1082/1980 και η απόφαση του Υπουργείου Εργασίας 19040/1981 ρυθμίζουν τον υπολογισμό των Επιδομάτων Εορτών. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, Επιδόματα Εορτών καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε εργοδότη. Για τον υπολογισμό του ποσού των Επιδομάτων Εορτών λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος αμοιβής των μισθωτών (δηλαδή ο μηνιαίος μισθός, ημερομίσθιο, ωρομίσθιο κλπ) και όχι η ιδιότητά τους ως υπαλλήλων ή εργατοτεχνιτών.
Συγκεκριμένα, το Επίδομα - Δώρο Εορτών Χριστουγέννων είναι ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για όσους αμείβονται με μισθό και με 25 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, (άρθρο 1. περ. α της υπ' αριθμ. 19040/1981 απόφασης του Υπουργείου Εργασίας) Το Επίδομα - Δώρο Εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται ολόκληρο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε καθ' όλη τη χρονική περίοδο από 1/5 έως 31/12 κάθε έτους.
Για όσους μισθωτούς η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, δίνεται τμήμα του Επιδόματος - Δώρου Εορτών Χριστουγέννων ανάλογο με τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης (άρθρο 1. Ν. 1082/1980). Συγκεκριμένα, δίνεται ποσό ίσο με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης (άρθρο 3.
περ. α της υπ' αριθμ. 19040/1981 απόφασης του Υπουργείου Εργασίας). Για χρονικό διάστημα μικρότερο των 19 ημερών καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα του δώρου, χωρίς βέβαια να αφαιρούνται οι Κυριακές και εορτές που περιλαμβάνονται μέσα σε αυτά τα διαστήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις κατά τον υπολογισμό της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2009 διότι υπελόγισε αυτήν καταλογίζοντας 2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο απασχόλησης από 1.5.2009 έως 9.9.2009 και όχι 2/25 του μηνιαίου μισθού της για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης κατά το άνω διάστημα, δίχως όμως να αμφισβητεί τον σωστό υπολογισμό του ημερήσιου ποσού που αποτελούσε την βάση για την εξεύρεση του οφειλόμενου ποσού ήτοι 39,45 ευρώ ημερησίως (1/25 του μηνιαίου μισθού του ύψους 986,26 ευρώ), ποσό το οποίο και έλαβε πράγματι ως βάση το Εφετείο κατά τον υπολογισμό του συνολικού ποσού, το οποίο άλλωστε ουδόλως αμφισβητεί η αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, ουδόλως ισχυρίζεται αυτή ότι από τον χαρακτηρισμό 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης αντί 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης της επιδικάσθηκε τελικά μικρότερο του οφειλόμενου πράγματι συνολικού ποσού ή ότι αυτή υπέστη οποιαδήποτε οικονομική βλάβη από τον ως άνω χαρακτηρισμό.
Κατόπιν, αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης δεδομένου ότι το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ), που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.7.2017 αίτηση για αναίρεση της 1265/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ