370/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated370/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 370 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 370/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στρίμπερη, ο οποίος εμφανίσθηκε προσωπικά, ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. 2) Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Χαρίκλειας Απαλαγάκη και Θεοδώρας Μονοχάρτζη, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις. 3) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Ορφανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 4) Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φωτίου Κώτση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Και 5) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημοσθένη Δημοσθένους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ζ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Π. συζ. Ζ. Π., το γένος Β. Τ., κατοίκου ομοίως, 3) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Π. του Ζ., συζ. Ν. Β., 5) Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ομοίως, 7) Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., 8) Α. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 9) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Χ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 11) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 13) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 14) Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., 15) Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 16) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 17) Η. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 18) Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 19) Α. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 20) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 21) Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 22) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 23) Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 24) Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής και 25) Ε. Φ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Πεγιάνοβιτς, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σαλώμης Δερμάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-7-2012, 4-2-2013, 31-1-2013, 17-4-2013, 17-4-2013, 28-6-2013 και 1-7-2013 αγωγές και τις από 19-11-2012, 15-4-2013 (2), 11-6-2013 (3), 10-6-2013 (2) και 4-7-2013 προσεπικλήσεις των ήδη διαδίκων και προσώπων που δεν μετέχουν στην παρούσα στάση της δίκης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 432/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες, αντιστοίχως α) με την από 10-5-2016 αίτηση, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016, β) με την από 24-5-2016 αίτηση, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 και τους από 28-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν αρμοδίως την 29-11-2016, γ) με την από 23-5-2016 αίτηση, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016, δ) με την από 26-5-2016 αίτηση, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2015 και ε) με την από 19-5-2016 αίτηση, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 και τους από 5-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν αρμοδίως την 13-1-2017.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Υπόκεινται προς κρίση οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, που όλες στρέφονται κατά της αυτής, 5115/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεων κατά της 432/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών), που είχε προηγηθεί επί αγωγών των ως άνω αναιρεσιβλήτων φυσικών προσώπων, οι οποίες είχαν ασκηθεί με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας, που είχε ως αιτία το ίδιο εργατικό ατύχημα. Η συνάφεια των εν λόγω αιτήσεων αναιρέσεως είναι προφανής και γι’ αυτό πρέπει να ενωθούν και εκδικασθούν παράλληλα, αφού, όπως καταδεικνύεται στη συνέχεια, οι περισσότεροι από τους αναιρετικούς λόγους εμφανίζουν ομοιότητα μεταξύ τους (ΚΠολΔ 246).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα.
Εφ’ όσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919). Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα.
Η λειτουργία της ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951). Για την αξίωση αυτή δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση. Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των "προστηθέντων", ΑΚ 922), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932).
Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων.
Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 614/2017). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 145/ 2014).
3. Σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, εφαρμογή έχει το άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί [σ’ αυτά] και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Η διάταξη δεν ιδρύει την ευθύνη, η οποία απορρέει από άλλες, ειδικότερες διατάξεις (όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη), αλλά διαγράφει το πλαίσιο λειτουργίας τής ευθύνης αυτής. Η ευθύνη δημιουργείται προεχόντως για το νομικό πρόσωπο. Αλλά προκύπτει από τη συμπεριφορά των οργάνων του, δια των οποίων αυτό ενεργεί. Ως υπαίτιο πρόσωπο ευθυνόμενο εις ολόκληρο νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με πράξη ή παράλειψη που μπορεί να καταλογισθεί στο ίδιο, δημιούργησε για το νομικό πρόσωπο την υποχρέωση αποζημιώσεως.
4. Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, ως προς τα όρια της ευθύνης των οργάνων αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κώδικα νόμων (στο εξής: κ.ν.) 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών". Στο άρθρο 18 παρ.1 του κ.ν. 2190/1920, καθιερώνεται η εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου (στο εξής: ΔΣ) εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της εταιρίας με συλλογικό τρόπο.
Στο άρθρο 22 παρ.1 εδ. α’ του ίδιου νόμου, το ΔΣ είναι αρμόδιο ν’ αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού. Εν τούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.3 εδ. α’ και γ’ του ίδιου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007), "Επιτρέπεται το καταστατικό [της εταιρίας] να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις [δικές του] εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.
Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από αποφάσεις του ΔΣ, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους [δόθηκαν] ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους". Οι υποκατάστατοι του ΔΣ ενεργούν, όπως και αυτό, ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας.
Εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρίας και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο, το καταστατικό και την απόφαση που τους διόρισε. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ.1 του κ.ν. 2190/ 1920, κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων κάθε μέλος του ΔΣ ευθύνεται έναντι της εταιρίας για κάθε δικό του πταίσμα.
Ενδεικτικά, ευθύνεται εάν ο ισολογισμός περιέχει παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις, που αποκρύπτουν την πραγματική κατάσταση της εταιρίας. Είναι προφανές ότι ενδιαφέρει, πρωτίστως, η αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρίας, χάριν των συμφερόντων των μετόχων και των τρίτων (πρβλ. και τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου άρθρου).
Σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ.2 του ίδιου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3604/2007), "Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση την ιδιότητα του κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί.
Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος". Σύμφωνα με το άρθρο 22Α παρ.6 του ίδιου νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3604/2007), οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών του ΔΣ και περί απαλλαγής από αυτή[ν] εφαρμόζονται και ως προς την ευθύνη των υποκατάστατων προσώπων που δεν είναι μέλη του ΔΣ, αλλά ασκούν εξουσίες σύμφωνα με την παρ.3 αυτού του άρθρου.
Ειδικά για ανώνυμες εταιρίες που εισάγουν ή έχουν εισαγάγει μετοχές ή άλλες κινητές αξίες τους σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του ν. 3016/2002, οι οποίες υπερισχύουν των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, σε περίπτωση που οι τελευταίες είναι αντίθετες (άρθρο 1 του ν. 3016/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ.10 του ν. 3371/2005).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3016/2002, "Πρώτιστη υποχρέωση και καθήκον των μελών του ΔΣ κάθε εισηγμένης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά εταιρίας είναι η διαρκής επιδίωξη της ενίσχυσης της μακροχρόνιας οικονομικής αξίας της εταιρίας και η προάσπιση του γενικού εταιρικού συμφέροντος". Και για την καλύτερη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, στο άρθρο 3 παρ.1 εδ.
α’ και β’ ορίζεται ότι "Το ΔΣ αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων". Προφανής σκοπός των διατάξεων αυτών (όπως και εκείνων που έπονται στον ίδιο νόμο και αναφέρονται στα της αμοιβής των εκτελεστικών μελών του ΔΣ) είναι το να υπάρχουν στελέχη τα οποία θα ενδιαφέρονται πραγματικά για την οικονομική πορεία της εταιρίας, προς εξυπηρέτηση όχι μόνο του εταιρικού σκοπού, αλλά και των οικονομικών συμφερόντων των μετόχων και των τρίτων.
Και περαιτέρω, με τις ίδιες διατάξεις ρυθμίζεται προεχόντως η εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας και των υποκατάστατων αυτών, έναντι της εταιρίας και των μετόχων. Η εξωτερική ευθύνη, έναντι των τρίτων, ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου.
5. Από τις προηγηθείσες σκέψεις (αρ.2 έως 4) συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Η ευθύνη του εργοδότη για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, που επήλθε στον εργαζόμενο συνεπεία εργατικού ατυχήματος (ή στα μέλη της οικογένειας αυτού, σε περίπτωση θανάτου) δεν είναι αντικειμενική, αλλά αδικοπρακτική. Ως εκ τούτου, προϋποθέτει πταίσμα και, κατά λογική συνέπεια, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και του επελθόντος αποτελέσματος.
Β) Σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, η εν λόγω ευθύνη προϋποθέτει πράξη ή παράλειψη του ΔΣ που ενεργεί συλλογικώς ή του οργάνου, το οποίο έχει ορισθεί νομίμως ως υποκατάστατο του ΔΣ και ενεργεί ατομικώς ή κάποιου περαιτέρω υποκατάστατου ή προστηθέντος υπαλλήλου ή τρίτου. Γ) Όπως, για την αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας, δεν νοείται ευθύνη της εταιρίας αντικειμενική, μη συνδεόμενη δηλαδή με πράξη ή παράλειψη, έτσι δεν νοείται και αντικειμενική ευθύνη των μελών του ΔΣ (ακόμη και των εξ αυτών εκτελεστικών μελών) ή των υποκατάστατων οργάνων ή των προστηθέντων.
Η ευθύνη όλων αυτών προϋποθέτει την επίκληση και απόδειξη πταίσματος. Και Δ) Τα μέλη του ΔΣ δεν ευθύνονται, ατομικώς, για το τυχόν πταίσμα των υποκατάστατων οργάνων ή των προστηθέντων, εκτός εάν βαρύνονται με υπαιτιότητα ως προς την επιλογή αυτών ή ως προς την εποπτεία επ’ αυτών κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, ήτοι υπό περιστάσεις οι οποίες πρέπει να προβληθούν νομίμως και να αποδειχθούν.
6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5115/2015 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τις συνθήκες του βιοτικού συμβάντος που συγκροτεί το ένδικο εργατικό ατύχημα: Ότι σε νεοκλασικό, διατηρητέο κτίριο της οδού ..., στην Αθήνα, στεγαζόταν από το έτος 1991 τραπεζικό κατάστημα, αρχικά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και στη συνέχεια της "...
ΑΕ", στη θέση της οποίας έχει υποκατασταθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία "..." (στο εξής: Τράπεζα), της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Κ. Β., αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Η. Κ., εκτελεστικό μέλος του ΔΣ ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Ε.
Μ. και προϊστάμενος του τμήματος Ασφαλείας ήταν ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Α. Κ.. Ότι το κτίριο αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως τραπεζικό κατάστημα, είχε ανακατασκευασθεί και διαρρυθμισθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις .../1991 και ... οικοδομικές άδειες της Πολεοδομίας Αθηνών. Ότι το κτίριο αποτελείτο από υπόγειο εμβαδού 85 μ2, ισόγειο εμβαδού 86 μ2 και ημιώροφο (πατάρι) εμβαδού 65 μ2, στους οποίους στεγαζόταν το κατάστημα λιανικής τραπεζικής (ένα, από τα περίπου 200, που διέθετε η Τράπεζα), καθώς και από πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και πατάρι, στους οποίους στεγαζόταν η λειτουργικώς ανεξάρτητη (ως προς το κατάστημα λιανικής τραπεζικής) διεύθυνση επιχειρηματικών δανείων (στο εξής:
τραπεζικό κέντρο) της Τράπεζας. Ότι το κτίριο είχε αποτελέσει στο παρελθόν στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων, ακόμη και σε ώρες λειτουργίας των υπηρεσιών που στεγάζονταν σ’ αυτό. Ότι, ειδικότερα, το Νοέμβριο 2007, με βόμβες "μολότοφ" είχε προκληθεί φωτιά στον προθάλαμο του ισογείου του κτιρίου, η οποία σβήστηκε με φορητούς πυροσβεστήρες.
Ότι την 12-3-2010 και την 24-4-2010 άγνωστοι διαδηλωτές είχαν σπάσει υαλοπίνακες της πρόσοψης του κτιρίου. Ότι την 5-5-2010 (εν όψει υπογραφής του λεγομένου "πρώτου μνημονίου", προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως) επρόκειτο να γίνει γενική απεργία και να λάβει χώρα μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας (που, ως συνήθως, θα διερχόταν από την οδό ...).
Ότι ήδη από την 4-5-2010, η υποδιευθύντρια του καταστήματος λιανικής, Α. Κ. (διότι απουσίαζε σε άδεια η διευθύντρια, Ά. Β.), είχε επικοινωνήσει αρχικά με το Β. Τ., περιφερειακό διευθυντή καταστημάτων λιανικής της Τράπεζας, στην αρμοδιότητα του οποίου περιλαμβανόταν και το ανωτέρω και στη συνέχεια, λόγω απουσίας του Α.
Κ., προϊσταμένου του τμήματος ασφαλείας της Τράπεζας, με τον Α. Κ., στέλεχος του ίδιου τμήματος, ο οποίος της δήλωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για τη λήψη έκτακτων μέτρων κατά την προγραμματισμένη διαδήλωση. Ότι κατά τις πρωινές ώρες της 5-5-2010, η Α. Κ. τηλεφώνησε εκ νέου, αρχικά στο Β. Τ., ο οποίος της απάντησε ότι "δεν υπάρχει εντολή" και στη συνέχεια στον Α.
Κ., ο οποίος, ενοχλημένος, της απάντησε "ουδέν νεώτερο". Ότι την 13:40 ώρα της 5-5-2010, σε νέα τηλεφωνική κλήση της Α. Κ., Β. Τ. έδωσε την εντολή να κλείσουν τα ταμεία την 14:30 ώρα και να φύγουν οι υπάλληλοι του καταστήματος την 15:00 ώρα, διότι σύμφωνα με πληροφορίες μετά την 15:00 θα ξεκινούσε μία "άγρια πορεία". Ότι περί την 14:00 ώρα, άγνωστα άτομα, αφού έσπασαν τον εξωτερικό υαλοπίνακα της πρόσοψης του ισογείου καταστήματος, έριξαν στο εσωτερικό αυτού δύο ή τρεις αυτοσχέδιους εκρηκτικούς - εμπρηστικούς μηχανισμούς ("μολότοφ"), με αποτέλεσμα σε μικρό χρονικό διάστημα να προκληθεί μεγάλη πυρκαγιά και να γεμίσει με πυκνό καπνό όχι μόνο το ισόγειο, αλλά προοδευτικά ολόκληρο το κτίριο.
Ότι αμέσως μετά την τρομοκρατική ενέργεια και την πυρκαγιά που αυτή προκάλεσε, κάποιοι υπάλληλοι προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τη χρήση πυροσβεστήρων, αλλά εγκατέλειψαν σύντομα την προσπάθεια. Ότι οι υπάλληλοι, που εργάζονταν τόσο στο κατάστημα λιανικής τραπεζικής όσο και στο τραπεζικό κέντρο, προσπάθησαν άτακτα να σωθούν και κάποιοι το κατόρθωσαν, ενώ άλλοι όχι.
Ότι η υπάλληλος Α. Π., ηλικίας 32 ετών, διένυε τον τέταρτο μήνα εγκυμοσύνης και εργαζόταν στο δεύτερο όροφο του κτιρίου. Ότι αυτή δεν μπόρεσε ούτε από το κτίριο να βγει ούτε στα εξωτερικά μπαλκόνια αυτού να σταθεί, αλλά κατέφυγε στο πατάρι του δευτέρου ορόφου, στο οποίο υπήρχε μεταλλική πόρτα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου.
Ότι η πόρτα αυτή ήταν κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί εκεί και να πεθάνει λόγω δηλητηρίασης με μονοξείδιο του άνθρακα από την εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων. Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Α. Ι., Χ. Λ., Κ. Μ., Η. Μ., Γ. Σ., Α. Ζ., Δ. Κ., Μ. Μ., Ε. Σ. και Ε. Φ. (δέκα) κατέφυγαν σε δωμάτιο που υπήρχε στο δεύτερο όροφο του κτιρίου.
Ότι, εκεί, ο εξ αυτών Η. Μ., με υπερέκταση των δυνάμεων του, έσπασε το μεταλλικό πλέγμα που ήταν η οροφή του δωματίου και η βάση μεταλλικού εξώστη, μέσω του οποίου ανέβηκαν στη συνέχεια στο σιδερένιο μπαλκόνι του δώματος, απ’ όπου με διαδοχικά άλματα βγήκαν αρχικά σε περβάζι και στη συνέχεια στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου και από εκεί στο δρόμο.
Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Μ. Κ., Α. Χ. και Ε. Μ. (τρεις) κατέφυγαν στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου του κτιρίου, απ’ όπου κατέβηκαν στο δρόμο με σκάλες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ότι οι ενάγοντες υπάλληλοι Π. Β., Κ. Κ. και Ε. Λ. (τρεις) κατέφυγαν σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου και από εκεί, πατώντας στο περβάζι του κτιρίου, έφθασαν στο όμορο κτίριο που στέγαζε το κατάστημα "...".
Ότι ο ενάγων υπάλληλος Α. Ν. (ένας) κατόρθωσε να βγει στο δρόμο από τον κλωβό ασφαλείας της κεντρικής εισόδου, που βρισκόταν στο ισόγειο του κτιρίου. Ότι ο ενάγων υπάλληλος Σ. Π. (ένας) κατέφυγε σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, απ’ όπου με άλμα αρχικά και αναρρίχηση στη συνέχεια βρέθηκε στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου, όπου συνάντησε τους προαναφερόμενους συναδέλφους του.
Ότι ο ενάγων υπάλληλος Γ. Γ. (ένας) κατέφυγε σε μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, απ’ όπου πήδησε σε όμορο σκέπαστρο, το οποίο κατέρρευσε και στη συνέχεια έπεσε σε τσιμεντένιο σκέπαστρο, σπάζοντας τρία πλευρά. Ότι αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα μετέβησαν στο χώρο οι εναγόμενοι Ε. Μ. και Α. Β., εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της Τράπεζας, ο δεύτερος από τους οποίους μερίμνησε για την παροχή ιατρικής φροντίδας στους διασωθέντες υπαλλήλους, στο ιδιωτικό νοσοκομείο "...".
7. Περαιτέρω, ως προς τις παραλείψεις της Τράπεζας, ως εργοδότη, οι οποίες συνέβαλαν στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και στις συνδεόμενες με αυτό συνέπειες που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το ισόγειο και ο ημιώροφος (του καταστήματος λιανικής τραπεζικής) χρησιμοποιούνταν για την εξυπηρέτηση των πελατών σε τραπεζικές συναλλαγές και συνιστούσαν "χώρο συνάθροισης κοινού" κατά την έννοια της πυροσβεστικής διάταξης (στο εξής:
ΠυρΔ) 3/1981, ενώ οι λοιποί όροφοι χρησιμοποιούνταν ως γραφεία του τραπεζικού κέντρου. Ότι το κατάστημα λιανικής τραπεζικής υπαγόταν στην κατηγορία Α των χώρων συνάθροισης κοινού, στην υποκατηγορία "χωρίς σταθερές θέσεις", με χωρητικότητα μέχρι 200 άτομα, όπως αυτό προκύπτει από τη διαίρεση του εμβαδού του με το συντελεστή 1,4 [(ισόγειο 86μ2 + πατάρι 65μ2 =) 151μ2 / 1,4 = 107 άτομα].
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 της ΠυρΔ 3/1981, το κατάστημα λιανικής τραπεζικής έπρεπε να διαθέτει δύο εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστη οδό ή πόρτες προς διάδρομο ή άλλους χώρους που να οδηγούν, από διαφορετικές κατευθύνσεις, σε δύο ανεξάρτητες διόδους διαφυγής. Ότι αντ’ αυτών, διέθετε μόνο μία έξοδο κινδύνου, στο ισόγειο, δίπλα στην κεντρική είσοδο του κτιρίου, η οποία (αν και χαρακτηριζόταν "έξοδος κινδύνου") δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι δεν άνοιγε με απλή ώθησή της από μέσα προς τα έξω, αλλά αφού προηγουμένως ενεργοποιείτο με ταυτόχρονη χρήση τηλεχειριστηρίου.
Ότι, ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.3 της ΠυρΔ, έπρεπε να διαθέτει υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο ή αντ’ αυτού εύκαμπτο σωλήνα με ακροφύσιο, το άλλο άκρο του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο προς το σκοπό αυτό, μήκους 15 μέτρων, τα οποία δεν διέθετε.
Ότι το τραπεζικό κέντρο που στεγαζόταν στους πρώτο και δεύτερο ορόφους, καθώς και στο πατάρι του δευτέρου ορόφου του κτιρίου, με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων, έπρεπε να διαθέτει μία έξοδο κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 εδάφιο τελευταίο της ΠυρΔ 3/1981, την οποία δεν διέθετε. Ότι λόγω των προηγηθεισών επιθέσεων, η Τράπεζα όφειλε, σύμφωνα με την υποχρέωση πρόνοιας που είχε προς τους υπαλλήλους της, είτε να εγκαταστήσει στην πρόσοψη του ισόγειου καταστήματος άθραυστους "αντιβανδαλικούς" υαλοπίνακες, οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα, σε αντίθεση με αυτούς που υπήρχαν, οι οποίοι ήσαν μεν "αντιβανδαλικοί", αλλά με την ελάχιστη αντοχή για την κατηγορία αυτή, καθότι είχαν το ελάχιστο πλάτος των 5mm+5mm (με ενδιάμεση μεμβράνη συγκράτησης σε περίπτωση θραύσεως), δηλαδή συνολικό πλάτος 1cm (το μέγιστο ανέρχεται σε 6,5cm), είτε να προσθέσει ρολά ασφαλείας.
Ότι η τοποθέτηση ρολών ασφαλείας στην πρόσοψη διατηρητέου κτιρίου (όπως αυτό της οδού ...) δεν απαγορευόταν, αλλά προϋπέθετε την έγκριση του συμβουλίου αρχιτεκτονικής της κατά τόπον αρμόδιας Περιφέρειας, στο οποίο δεν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από την Τράπεζα. Ότι τόσο στο από 23-6-2008 "εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων - επιχειρησιακής συνέχειας - ανάκαμψης από καταστροφή" όσο και στο άρθρο 10 παρ.4 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας" της Τράπεζας αναφέρεται ρητά ως πιθανός κίνδυνος για τα καταστήματά της, μεταξύ άλλων, η πυρκαγιά, η τρομοκρατική ενέργεια και ο εμπρησμός.
Ότι λαμβάνοντας υπ’ όψη την πιθανότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις τρομοκρατικές ενέργειες που είχαν προηγηθεί και την πληροφορία για μια ιδιαίτερα έντονη διαδήλωση την 5-5-2010, η Τράπεζα, ως μέσος συνετός εργοδότης, όφειλε "δια των οργάνων και των προστηθέντων της" να έχει κλείσει το ανωτέρω κατάστημα είτε από την αρχή του ωραρίου λειτουργίας εκείνης της ημέρας είτε πριν από την έναρξη της πορείας, δηλαδή νωρίς το μεσημέρι.
Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΠυρΔ 3/1981, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ΠυρΔ 3α/1981, 3β/1983, 3γ/1995 και 3δ/1995, η Τράπεζα είχε την υποχρέωση να οργανώνει και να εκπαιδεύει το προσωπικό της, συνεχώς (τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.6 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας"), σε θέματα πυροπροστασίας, κατασβέσεως πυρκαγιών, εκκενώσεως των χώρων εργασίας κλπ.
Ότι ούτε η υποχρέωση αυτή είχε τηρηθεί, η δε ανάρτηση στο δεύτερο όροφο του κτιρίου αφίσας με έντυπες οδηγίες για τον τρόπο κατάσβεσης και για τις λοιπές, άμεσες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς δεν συνιστά συμμόρφωση προς αυτήν. Ότι, επί πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων" και το άρθρο 10 παρ.6 του "εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας", η Τράπεζα όφειλε να έχει καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, όπως απαιτείτο από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης (κτίριο αποτελούμενο από πολλούς ορόφους, σε κεντρικό σημείο της Αθήνας, που είχε ήδη γίνει στόχος επιθέσεων), υποχρέωση την οποία παρέλειψε να τηρήσει.
Ότι, πέραν τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΠυρΔ 3/1981, έπρεπε να υπάρχει μελέτη που να καθορίζει το σύστημα πυροπροστασίας και τις λοιπές εγκαταστάσεις ασφαλείας, συνταγμένη από διπλωματούχο ή τεχνολόγο μηχανικό και θεωρημένη από την αρμόδια πυροσβεστική αρχή.
8.Έτι περαιτέρω, ως προς την ευθύνη του νομικού προσώπου της Τράπεζας, των εκτελεστικών μελών του ΔΣ αυτής, ως οργάνων του νομικού προσώπου και του προϊσταμένου του τμήματος Ασφαλείας ως υποκατάστατου αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι την 5-5-2010, ο εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσείων Κ.
Β. ήταν διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Ότι ο Η. Κ. ήταν αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Ότι ο Ε. Μ. ήταν, επίσης, εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού της Τράπεζας, "Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια) σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση της ανάθεσης αυτής".
Ότι με την από 30-9-2009 απόφαση του ΔΣ της Τράπεζας, καθένα από τα προαναφερόμενα εκτελεστικά μέλη αυτού, ενεργώντας ξεχωριστά και χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, είχε από την εν λόγω ημερομηνία και μέχρι την 25-6-2012, άρα και κατά την 5-5-2010, τη διοίκηση, τη διαχείριση της περιουσίας, τη διεύθυνση των υποθέσεων και την εκπροσώπηση της Τράπεζας, καθώς και την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΔΣ, εκτός εκείνων για τις οποίες απαιτείτο συλλογική ενέργεια των μελών του, κατά το νόμο ή το καταστατικό.
Ότι, ειδικά για τον αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ Η. Κ., οι ανωτέρω εξουσίες είχαν ανατεθεί για ποσό μέχρι 1.000.000 ευρώ ανά πράξη. Ότι η επίτευξη του σκοπού της Τράπεζας και η σύννομη λειτουργία της πραγματώνονταν όχι μόνο μέσω των ενεργειών των καταστατικών οργάνων της ή των υποκατάστατων αυτών, αλλά και μέσω του προσωπικού της, το οποίο στελέχωνε τους τομείς, τις διευθύνσεις και τις επιτροπές, όπως αυτές εκάστοτε προβλέπονταν από το οργανόγραμμα λειτουργίας της Τράπεζας.
Ότι παρά το γεγονός ότι για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας αρμόδια ήταν η διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας της Τράπεζας, καθένα από τα ανωτέρω εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, ενεργώντας ξεχωριστά και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών μελών, είχε μεταξύ άλλων εξουσιών τη διοίκηση και τη διεύθυνση των υποθέσεων της Τράπεζας.
Ότι μία από τις υποθέσεις, και μάλιστα βαρύνουσας σημασίας, ήταν αυτή της ασφάλειας του προσωπικού στους χώρους εργασίας, διότι είχε να κάνει με τη ζωή και την υγεία, που στο συγκεκριμένο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας στην Αθήνα είχαν στο παρελθόν τεθεί σε κίνδυνο, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ότι ο καθένας από τους προαναφερθέντες, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία, ως μέσος συνετός άνθρωπος με βάση την προαναφερόμενη θέση που κατείχε στην Τράπεζα, όφειλε να καταβάλλει, δεν μερίμνησε ατομικά για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που είτε προβλέπονταν από το νόμο είτε επιβάλλονταν από την υποχρέωση πρόνοιας για τους εργαζόμενους του συγκεκριμένου καταστήματος της Τράπεζας.
Ότι ο Α. Κ., προστηθείς της Τράπεζας, ήταν προϊστάμενος στο τμήμα Ασφαλείας, που υπαγόταν στη διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας, που με τη σειρά της υπαγόταν στο διευρυμένο τομέα "..." της Τράπεζας. Ότι αυτός ήταν αρμόδιος για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας, στα οποία περιλαμβάνονταν αυτά που αφορούν στην πυρασφάλεια, όπως προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Ότι ο ίδιος, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός άνθρωπος, δεν μερίμνησε για την εφαρμογή και τήρηση των μέτρων πυρασφάλειας στο τραπεζικό κέντρο της Τράπεζας, που στεγάζονταν στο κτίριο της οδού ..., με αποτέλεσμα κατόπιν εμπρησμού του [ισογείου] καταστήματος από τρίτα άτομα να προσκληθεί αιτιωδώς ο θάνατος της Α.
Π., που εργαζόταν σ’ αυτό (σημειώνεται ότι ο Α. Κ. είχε εναχθεί μόνο από τους ενάγοντες οικείους της θανούσας και όχι από τους ενάγοντες διασωθέντες υπαλλήλους).
9. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (ανεξάρτητα από την ευθύνη της Τράπεζας και την έκταση αυτής, για τη διερεύνηση της οποίας πρέπει να αξιολογηθούν οι αναφερόμενες παραλείψεις των προσώπων που είτε υποκατέστησαν το ΔΣ της Τράπεζας είτε προστήθηκαν σε συγκεκριμένο καθήκον, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος εκάστης παραλείψεως αφ’ ενός με το βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας των παθόντων και αφ’ ετέρου με το αποτέλεσμα που το συμβάν αυτό είχε για τη ζωή ή την υγεία ενός εκάστου εργαζομένου, ήτοι ζητήματα που εξετάζονται σε άλλη θέση της παρούσας, βλ.
παρακάτω αρ.17), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι τόσο η ίδια η Τράπεζα όσο και όλα τα εναγόμενα εκτελεστικά μέλη του ΔΣ έχουν προσωπική ευθύνη για όλες τις παραλείψεις που αποδίδονται συλλήβδην στην Τράπεζα (βλ. παραπάνω, αρ.7). Και πέραν αυτού, έκρινε ότι, ιδίως: α) η έλλειψη στην πρόσοψη του ισόγειου καταστήματος είτε ενισχυμένων "αντιβανδαλικών" υαλοπινάκων είτε ρολών ασφαλείας, β) η παράλειψη να δοθεί εντολή, κατά την 5-5-2010, για έγκαιρη αποχώρηση των υπαλλήλων πριν από την έναρξη της πορείας και γ) η έλλειψη σχεδίου εκκένωσης των χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς και εκπαίδευσης του προσωπικού ως προς την εφαρμογή του σχεδίου, συνδέονται αιτιωδώς με το θάνατο της Α.
Π. και τις σωματικές βλάβες των λοιπών εναγόντων υπαλλήλων, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν οι παραλείψεις αυτές είχαν αποφευχθεί, τότε, αντιστοίχως, είτε δεν θα ήταν δυνατή η πρόκληση πυρκαγιάς από τους τρομοκράτες, είτε δεν θα βρίσκονταν άνθρωποι μέσα στο κτίριο, είτε οι ευρισκόμενοι θα είχαν κατορθώσει να το εγκαταλείψουν έγκαιρα.
Και για να καταλήξει στην κρίση περί προσωπικής ευθύνης ενός εκάστου των εκτελεστικών μελών του ΔΣ, διατύπωσε το συλλογισμό ότι αφού το καθένα από αυτά είχε την εξουσία να ενεργεί ατομικώς κατά πάντα, όφειλε, στο πλαίσιο της εξουσίας αυτής και της εκπλήρωσης των καθηκόντων που απορρέουν από αυτήν, να έχει αποφύγει όλες τις παραλείψεις που αποδόθηκαν στην Τράπεζα, ως εργοδότη.
Με το συλλογισμό αυτό, όμως, και με την κρίση την οποία αυτός παρήγαγε (ήτοι, την κατ’ ουσίαν απόρριψη των εφέσεων των αναιρεσειόντων), το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω (αρ.2 έως 4), διότι: α) καταλόγισε στα εκτελεστικά μέλη του ΔΣ, ως υποκατάστατα αυτού όργανα της Τράπεζας, την παράλειψη υποχρεώσεων οι οποίες είχαν ή μπορούσαν να έχουν ανατεθεί νομίμως (σύμφωνα με το καταστατικό ή με επί μέρους αποφάσεις του ΔΣ, όπως εκ των παραδοχών του συνάγεται, βλ.
παραπάνω, αρ.8) σε υφιστάμενους υποκατάστατους ή προστηθέντες υπαλλήλους ή τρίτους, χωρίς να διαλάβει πρόσθετη παραδοχή περί του ότι τα εκτελεστικά μέλη βαρύνονται με πταίσμα ως προς την επιλογή ή την εποπτεία των προσώπων αυτών, κατά περίπτωση, άνευ του οποίου δεν μπορεί να θεμελιωθεί ατομική τους ευθύνη και β) δεν διευκρίνισε ποιες από τις παραλείψεις που κατέγνωσε αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις, οι οποίες δεν είχαν ανατεθεί σε κανένα υφιστάμενο πρόσωπο, έτσι ώστε να διατηρηθούν ως υποχρεώσεις των εκτελεστικών μελών του ΔΣ και ποίου συγκεκριμένα κατά περίπτωση.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β., ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως του Η. Κ. ως προς το πρώτο μέρος αυτού και ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως του Ε. Μ. ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
10. Κατά το χρόνο του βιοτικού συμβάντος που συνιστά το αντικείμενο της υπόθεσης αυτής (5-5-2010) ίσχυε η ΥΑ 3015/30/6 (ΦΕΚ Β’ 536/23-3-2009), με τον τίτλο "Καθορισμός όρων ασφαλείας καταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων". Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 παρ.1 αυτής, οι διατάξεις της εφαρμόζονται σε όλα τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν σε ολόκληρη την επικράτεια.
Και ως όροι ασφαλείας νοούνται τα μέτρα φυσικής και τεχνικής προστασίας, τα οποία υποχρεούνται να λαμβάνουν οι φορείς στους οποίους ανήκουν τα καταστήματα αυτά προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και των πελατών των εν λόγω καταστημάτων. Όπως συνάγεται από την απαρίθμηση μέτρων ασφαλείας που ακολουθεί στο άρθρο 2 παρ.1 της ΥΑ 3015/30/6 (συστήματα συναγερμού, χρονοκαθυστέρησης, καταγραφής κινήσεως προσώπων, θυρών ασφαλείας εισόδου - εξόδου κλπ), αυτά αποβλέπουν, κυρίως, στην αποτροπή ή τη ματαίωση εγκληματικών πράξεων που έχουν ως στόχο την περιουσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και ενδέχεται κατά την εκτέλεσή τους να επιφέρουν πλήγματα σε βάρος του προσωπικού ή της πελατείας.
Παράλληλα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 περ. θ’ και παρ.2 περ. ε’ της ΥΑ 3015/30/6, οι ως άνω φορείς έχουν την υποχρέωση να καταρτίζουν σχέδιο ασφαλείας, το οποίο διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για ενημέρωση (η υποχρέωση αυτή μεταφέρθηκε λίγους μήνες αργότερα από την παρ.1 περ.
θ’ , στην παρ.2 περ. ι’ του ίδιου άρθρου, βλ. άρθρο 1 παρ.5 της ΥΑ 3015/30/6-ε’ , ΦΕΚ Β’ 1393/6-9-2010) και να φροντίζουν για την περιοδική εκπαίδευση και παροχή οδηγιών στο προσωπικό, σχετικά με τις ενέργειες και τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει κατά το χρόνο που διαπράττεται ληστεία ή άλλη παράνομη πράξη και αμέσως μετά από αυτές.
Τέλος, σχετικά με τις προσόψεις, στο άρθρο 2 παρ.3 περ. β’ της ΥΑ 3015/30/6 (όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 της ΥΑ 3015/30/6-δ, ΦΕΚ Β’ 196/26-2-2010 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 της ΥΑ 3015/30/6-ε, ΦΕΚ Β’ 1393/6-9-2010) ορίζεται ότι "Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εξωτερικά των καταστημάτων του άρθρου 1 εγκαθίστανται ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό ή άθραυστοι υαλοπίνακες (προθήκες), μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Ασφαλείας ή Αστυνομικής Διεύθυνσης, η οποία εκδίδεται μετά από αυτοψία που διενεργείται από το διοικητή του οικείου Τμήματος Ασφαλείας ή της Υπηρεσίας που ασκεί αρμοδιότητες ασφαλείας στην περιοχή αυτή.
Η αυτοψία πραγματοποιείται το μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους και εκτάκτως όταν επιβάλλεται από ειδικούς λόγους. Για την έκδοση της απόφασης αυτής λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η εγκληματικότητα ή η πραγματοποίηση συναθροίσεων ή συγκεντρώσεων στην περιοχή, η διάπραξη στο κατάστημα φθορών ή ληστείας με θραύση των υαλοπινάκων, καθώς και η διακίνηση από το κατάστημα μεγάλων χρηματικών ποσών ή η φύλαξη σ’ αυτό αντικειμένων σημαντικής αξίας.
Η απόφαση κοινοποιείται στο διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του οικείου γενικού αστυνομικού διευθυντή εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της. Ο γενικός αστυνομικός διευθυντής αποφασίζει εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής.
Οι φορείς των πιστωτικών ιδρυμάτων υποχρεούνται στην υλοποίηση του μέτρου εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στο διευθυντή του καταστήματος και σε περίπτωση προσφυγής από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόρριψης αυτής". Σύμφωνα με την παρ.3 περ. β’ της ως άνω ΥΑ, η υποχρέωση τοποθέτησης ρολών ασφαλείας ή άθραυστων υαλοπινάκων προβλέπεται ως μέτρο επιβαλλόμενο από την αστυνομική αρχή, που είναι αρμόδια για τη στάθμιση της αναγκαιότητάς του.
Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της ΥΑ 3015/30/6, ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή και συνδέεται με τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του εκάστοτε συγκεκριμένου καταστήματος του υπόχρεου πιστωτικού ιδρύματος, ενώ η παράλειψη των μέτρων συνεπάγεται οικονομικές κυρώσεις.
Εξ όλων των ως άνω διατάξεων της ΥΑ 3015/30/6 συνάγονται τα εξής: Α) Με αυτές δεν γίνονται ειδικές προβλέψεις για την περίπτωση πυρκαγιάς, εμπρησμού ή τρομοκρατικής ενέργειας σε βάρος καταστήματος πιστωτικού ιδρύματος ή του προσωπικού ή της πελατείας αυτού. Β) Η υποχρέωση τοποθέτησης ρολών ασφαλείας ή άθραυστων υαλοπινάκων, εφ’ όσον δεν επιβληθεί από την αρμόδια αρχή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στα μέτρα πρόνοιας, τα οποία οίκοθεν οφείλει να τηρεί ο εργοδότης.
Διότι ένα μέτρο πρόνοιας προσδιορίζεται από την επιμέλεια που οφείλει και μπορεί να επιδείξει ο μέσος εργοδότης, για την αντιμετώπιση κινδύνων που μπορούν αναμένονται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η σχέση αυτή, όμως, ανατρέπεται σε περίπτωση μιας δόλιας εγκληματικής ενέργειας και, μάλιστα, οργανωμένης και τρομοκρατικής, την οποία ο μέσος εργοδότης ούτε υποχρέωση, αλλά ούτε και δυνατότητα έχει να προβλέψει ή να αποτρέψει.
Και Γ) Επιβάλλεται γενική υποχρέωση αφ’ ενός για την κατάρτιση σχεδίου ασφαλείας σε περίπτωση κινδύνων και αφ’ ετέρου για την εκπαίδευση του προσωπικού ως προς τη σωστή εφαρμογή του.
11. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 1568/1985 για την "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", ο οποίος ναι μεν καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ΦΕΚ Α’ 84/2-6-2010, αλλά ήταν σε ισχύ κατά την 5-5-2010, "1. Ο εργοδότης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον απαιτείται από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας. Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκήσεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να διασωθούν". Και "2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανάλογες με τις εγκαταστάσεις, τη χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων. Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλληλα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο".
12. Κατά την 5-5-2010 ήταν σε ισχύ η πυροσβεστική διάταξη (στο εξής: ΠυρΔ) 3/1981, η οποία καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 21 της ΥΑ 14980 Φ.700.5/2015 (ΦΕΚ Β’ 529/3-4-2015). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΠυρΔ, αυτή αποβλέπει στον προσδιορισμό των μέτρων πυροπροστασίας στις αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού. Τέτοιες θεωρούνται τα "κτίρια ή τμήματα κτιρίων [...], στα οποία συγκεντρώνεται κοινό για κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές, ψυχαγωγικές, επιστημονικές και αθλητικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες, καθώς και για την αναμονή συγκοινωνιακών μέσων, όπως συνεδριακά κέντρα, αίθουσες διαλέξεων, συναυλιών, δικαστηρίων, συμβουλίων, αμφιθέατρα και μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας, ναοί, χώροι εκθέσεων, μουσεία, [...], αίθουσες γυμναστικής, άθλησης, χορού, εντευκτήρια, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία, κέντρα διασκέδασης, λέσχες, μπαρ".
Αν και η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική και αναφέρεται σε "οικονομικές" "εκδηλώσεις και δραστηριότητες", κατά την αληθινή της έννοια δεν περιλαμβάνει τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αφ’ ενός, διότι κανένα από τα ενδεικτικώς αναφερόμενα είδη χώρων δεν προσιδιάζει σε χώρο τραπεζικών συναλλαγών και αφ’ ετέρου, διότι σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική στα καταστήματα "λιανικής τραπεζικής" γίνονται μεν "οικονομικές" συναλλαγές, αλλά αυτές δεν συνιστούν ούτε "εκδηλώσεις" ούτε "δραστηριότητες", οι οποίες εκ της φύσεώς τους συγκεντρώνουν κόσμο που παραμένει για πολύ χρόνο σε συγκεκριμένο χώρο.
Στο τραπεζικό κατάστημα οι πελάτες προσέρχονται μεμονωμένα, σε ποικίλες χρονικές στιγμές μέσα στο ωράριο λειτουργίας και, ύστερα από κάποια αναμονή η οποία τόσο από αυτούς όσο και από την Τράπεζα επιδιώκεται να είναι σύντομη, εξυπηρετούνται και απέρχονται. Δεν "συναθροίζονται". Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι σε κάποιες περιπτώσεις, η μεν προσέλευση πελατών είναι μεγάλη, η δε εξυπηρέτησή τους καθυστερεί, ως χώρος συγκέντρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί το σύνολο του εμβαδού του τραπεζικού καταστήματος (π.χ.
το υπόγειο, το πατάρι, ο χώρος των γραφείων όπου ασκείται προσωπική τραπεζική, ο χώρος πίσω από τα "γκισέ" όπου δεν μπαίνουν οι πελάτες και οι βοηθητικοί χώροι), αλλά μόνο το τμήμα που χρησιμοποιείται για την παραμονή των πελατών μέχρι να εξυπηρετηθούν από τους ταμίες, καθώς και οι διάδρομοι για την κυκλοφορία τους στο τμήμα αυτό (άρθρο 1 παρ.2 και 4 παρ.2 της ΠυρΔ 3/1981).
13. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 της ΠυρΔ 3/1981, ως "έξοδοι κινδύνου" θεωρούνται οι θύρες, οι οποίες οδηγούν απ’ ευθείας έξω από το κτίριο, σε ασφαλή ελεύθερο χώρο ή σε κοινόχρηστη οδό ή σε οποιαδήποτε προστατευόμενη δίοδο διαφυγής. Στην εξαιρετική περίπτωση, λοιπόν, που κάποιο κατάστημα λιανικής τραπεζικής λόγω του μεγέθους του και των ειδικών συνθηκών ήθελε θεωρηθεί ως "αίθουσα συγκέντρωσης κοινού", θα έπρεπε να υπαχθεί στην κατηγορία Α’ "χωρητικότητα μέχρι 200 ατόμων", στην υποκατηγορία "χώροι χωρίς σταθερές θέσεις" και στην περίπτωση "χώροι μικρότερου συνωστισμού", όπου ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση την αναλογία 1 άτομο προς 1,40 τετραγωνικά μέτρα εμβαδού δαπέδου (άρθρο 4 παρ.1.Β.2 της ΠυρΔ 3/1981).
Τότε, για να ισχύσει η επιβαλλόμενη από την ΠυρΔ υποχρέωση της προβλέψεως δύο εξόδων κινδύνου, θα έπρεπε το εμβαδόν του δαπέδου που χρησιμοποιείται από τους πελάτες να είναι τουλάχιστον 70 τετραγωνικά μέτρα (70μ2 / 1,4 = 50 άτομα). Διότι "κατ’ εξαίρεση, αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων επιτρέπεται να διαθέτουν [μόνο] μία (1) έξοδο κινδύνου, εφόσον δεν στεγάζονται σε ορόφους υποκείμενους των κυρίων εξόδων του κτιρίου" (άρθρο 7 παρ.1 της ΠυρΔ 3/1981, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ.4 του άρθρου μόνου της ΠυρΔ 3γ/1995, ΦΕΚ Β’ 717/18-8-1995).
Τόσο από τις διατάξεις της ΠυρΔ 3/1981 όσο και από τις αντίστοιχες του π.δ. 71/1988 "κανονισμός πυροπροστασίας κτιρίων", που έχει εφαρμογή μόνο επί οικοδομών οι οποίες κατασκευάσθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του (ήτοι, όχι στο ..., που ήταν προϋφιστάμενο νεοκλασικό κτίριο), δεν επιβάλλεται υποχρέωση να ανοίγουν οι έξοδοι κινδύνου με απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω.
Εν τούτοις, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 3, 4 και 10 παράρτημα
ΙΙ παρ.4.2.7 του π.δ. 16/1996 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 1989 "Σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας", συνάγεται ότι και στην ένδικη περίπτωση, στην οποία επρόκειτο για χώρους εργασίας που χρησιμοποιούνταν ήδη πριν από την 1-1-1995, υπήρχε υποχρέωση "να μην κλειδώνονται" οι έξοδοι κινδύνου, "ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανεμπόδιστα ανά πάσα στιγμή".
Η υποχρέωση αυτή είχε ενσωματωθεί και στο άρθρο 10 παρ.6 του "εγχειρίδιου ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας" της Τράπεζας, που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του συμβάντος. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.2 της ΠυρΔ 3/1981, πρέπει να τοποθετείται υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο σε αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού των κατηγοριών Β’ και Γ’ (χωρητικότητας 201 ατόμων και άνω, δηλαδή όχι της κατηγορίας Α’ , όπως εν προκειμένω) και, επί πλέον, α) σε αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού ανεξαρτήτως κατηγορίας, εφ’ όσον βρίσκονται σε όροφο κτιρίου που υπερβαίνει σε ύψος τα 20 μέτρα και β) σε αίθουσες οιουδήποτε ορόφου, των οποίων η προσέγγιση με εύκαμπτους σωλήνες, τροφοδοτούμενους με νερό από το εξωτερικό του κτιρίου, είναι δυσχερής.
Και πάλι, όμως, από την υποχρέωση αυτή (όπως και από την εναλλακτική υποχρέωση τοποθέτησης εύκαμπτου σωλήνα μήκους 15 μέτρων, με ακροφύσιο, του οποίου η άλλη άκρη πρέπει να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό της εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο προς το σκοπό αυτό, άρθρο 12 παρ.3 της ΠυρΔ 3/1981) απαλλάσσονται όσοι εκμεταλλεύονται αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων, στις οποίες θεωρείται αρκετή η πρόβλεψη τουλάχιστον 2 φορητών πυροσβεστήρων ξηράς κόνεως (άρθρο 12 παρ.1 περ.
δ’ της ΠυρΔ 3/1981). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΠυρΔ 3/1981, οι διευθυντές και οι επιχειρηματίες αιθουσών συγκεντρώσεως κοινού, κατά την έννοια της ΠυρΔ, υποχρεούνται να οργανώνουν και εκπαιδεύουν το προσωπικό τους, συνεχώς, σε θέματα πυροπροστασίας, κατάσβεσης πυρκαγιών, εκκένωσης των χώρων κλπ, συμφώνα προς τα καθοριζόμενα στο οικείο Παράρτημα αυτής.
Ανάλογη, γενική υποχρέωση ενημέρωσης και εκπαίδευσης των εργαζομένων, σχετικά με τους επαγγελματικούς κινδύνους και την αντιμετώπισή τους, επιβάλλεται σε όλους τους εργοδότες από τις διατάξεις του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" (άρθρα 1 παρ.3, 12 παρ.1 και 2).
14. Εξ όλων των ως άνω διατάξεων (βλ. παραπάνω, αρ.11, 12 και 13) συνάγονται τα εξής: Α) Τα καταστήματα λιανικής τραπεζικής δεν θεωρούνται, κατ’ αρχήν, "αίθουσες συγκέντρωσης κοινού", κατά την έννοια της ΠυρΔ 3/1981. Β) Ακόμη και αν κάποιο από αυτά ήθελε θεωρηθεί, κατ’ εξαίρεση, τέτοιος χώρος, για την εφαρμογή των αυξημένων μέτρων πυροπροστασίας, που προβλέπονται από την ΠυρΔ 3/1981, πρέπει το εμβαδόν του χώρου, που χρησιμοποιείται μόνο για την παραμονή και κυκλοφορία των πελατών και όχι για την παροχή της εργασίας των υπαλλήλων, να είναι μεγαλύτερο από 70 μ2, έτσι ώστε να προκύπτει θεωρητικός πληθυσμός του χώρου αυτού μεγαλύτερος από 50 άτομα.
Γ) Εφ’ όσον δεν συμβαίνει αυτό, είναι ανεκτή η πρόβλεψη μιας μόνο εξόδου κινδύνου, που πρέπει να ανοίγει με απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω. Δ) Παρομοίως, σε χώρους συγκέντρωσης κοινού με θεωρητικό πληθυσμό μικρότερο από 50 άτομα, είναι ανεκτός για την κατάσβεση πυρκαγιών ο εφοδιασμός του προσωπικού με πυροσβεστήρες ξηράς κόνεως.
Ε) Υποχρέωση για πρόβλεψη εξόδου κινδύνου δεν επιβάλλεται σε όσους εκμεταλλεύονται χώρους γραφείων σε ορόφους κτιρίου, όταν σε αυτούς δεν προβλέπεται "συγκέντρωση κοινού". Και Στ) Ο εργοδότης έχει υποχρέωση διαρκούς οργάνωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού σε θέματα κατάσβεσης πυρκαγιών και εκκένωσης των χώρων, σύμφωνα με συγκεκριμένο σχέδιο που οφείλει να έχει καταρτίσει.
Με άλλα λόγια και με ευθύνη του εργοδότη, ο κάθε εργαζόμενος πρέπει να έχει μάθει τι θα κάνει και πώς θα το κάνει, ώστε να αποφεύγεται ο πανικός και να επιτυγχάνονται αποτελεσματικές αντιδράσεις σε περίπτωση κινδύνου. Κι αν κάποιος εργαζόμενος είναι απρόθυμος να το μάθει, πρέπει να ξέρει ότι παραβιάζει τις δικές του νόμιμες (άρθρο 13 παρ.1 και 3 του π.δ. 17/1996) υποχρεώσεις κι ότι σε περίπτωση κινδύνου που θα επιφέρει ζημία στον ίδιο, ενδέχεται να τεθεί ζήτημα συντρέχουσας δικής του υπαιτιότητας.
15. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές και τις εξ αυτών απορρέουσες κρίσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, αρ.7), έγινε δεκτό ότι πρέπει να καταλογισθούν στην Τράπεζα, ως παραλείψεις απάντων των εκτελεστικών μελών του ΔΣ και των υπ’ εκείνων προστηθέντων υπαλλήλων, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Α) Το ότι στο κατάστημα λιανικής τραπεζικής της οδού ... δεν υπήρχε δεύτερη έξοδος κινδύνου, ενώ, σύμφωνα με την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, θα έπρεπε να υπάρχει, διότι επρόκειτο για χώρο συγκέντρωσης κοινού 107 ατόμων (με βάση το συνολικό εμβαδόν του ισογείου και του αντίστοιχου παταριού).
Β) Το ότι δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου στο τραπεζικό κέντρο, που στεγαζόταν στους επάνω ορόφους του κτιρίου, το οποίο, επίσης, θεωρήθηκε ως χώρος συγκέντρωσης κοινού. Γ) Το ότι δεν υπήρχε υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο ούτε, εναλλακτικά, εύκαμπτος σωλήνας μήκους 15 μέτρων με ακροφύσιο, συνδεδεμένος μόνιμα σε εσωτερική παροχή ύδατος, αλλά μόνο φορητοί πυροσβεστήρες.
Και Δ) Το ότι δεν είχαν τοποθετηθεί στην πρόσοψη του ισογείου άθραυστοι υαλοπίνακες ή ρολά ασφαλείας, αλλά μόνο δίδυμοι υαλοπίνακες με πλάτος 5+5 χιλιοστών και ενδιάμεση μεμβράνη συγκράτησης. Με τις κρίσεις αυτές, όμως, και με τη συνεπεία αυτών απόρριψη των εφέσεων των αναιρεσειόντων το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις (βλ.
παραπάνω, αρ.10 έως 13), ενώ εάν τις εφάρμοζε σωστά θα έπρεπε, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές του, να κρίνει ότι οι εν λόγω ελλείψεις δεν συνιστούσαν παραλείψεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του και κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών. Έτσι, ώστε να περιορίσει τις πραγματικές παραλείψεις μόνο στις υπόλοιπες από αυτές που σημειώνονται στην ως άνω σκέψη αρ.7.
Επομένως, οι τρίτος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β., ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως της Τράπεζας ως προς το πρώτο και τρίτο μέρος αυτού και οι πέμπτος, έβδομος και όγδοος από τους λόγους της αιτήσεως του Α. Κ., με τους οποίους επισημαίνονται οι παραβιάσεις αυτές και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 (και κατά περίπτωση αρ.19) ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
16. Με τον τέταρτο από τους λόγους των αιτήσεων του Κ. Β. και του Α. Κ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι δεν διευκρινίζεται στις παραδοχές της ποιοι από τους παθόντες υπαλλήλους, κατά το χρόνο του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, εργάζονταν στο ισόγειο κατάστημα τραπεζικής λιανικής και ποιοι στο υπερκείμενο τραπεζικό κέντρο.
Μετά την επικείμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η έρευνα του συγκεκριμένου λόγου παρέλκει. Αλλά και πέραν αυτού, από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών του Μονομελούς Εφετείου προκύπτει ότι η επισημαινόμενη ασάφεια δεν επηρεάζει τη δικαστική διάγνωση. Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος των ως άνω αιτήσεων είναι αβάσιμος.
Παρέλκει, επίσης, η έρευνα του δέκατου από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β., του δεύτερου από τους λόγους της αιτήσεως του Η. Κ. και του πρώτου από τους λόγους της αιτήσεως του Α. Κ., από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αφού τα έγγραφα που φέρονται ότι δεν έχουν ληφθεί υπ’ όψη από το δικαστήριο της ουσίας θα πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου, κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση ενώπιον αυτού.
Περαιτέρω, με τον έκτο από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β. και τους τρίτο και έκτο από τους λόγους της αιτήσεως του Α. Κ. διατυπώνεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε την ύπαρξη κανονισμού πυροπροστασίας για το κτίριο ή σχεδίου ασφαλείας για το κατάστημα ή σχεδίου διαφυγής για το ανθρώπινο δυναμικό, που θα βρισκόταν μέσα σ’ αυτό σε περίπτωση επελεύσεως ενός σοβαρού κινδύνου.
Από την προηγηθείσα παράθεση των διατάξεων που έχουν σχέση με την εν γένει ασφάλεια και με την πυρασφάλεια ειδικότερα, συνάγεται ότι από τυπική άποψη ο κανονισμός πυροπροστασίας απαιτείται ως προϋπόθεση της έκδοσης οικοδομικής άδειας σε νέα κτίρια. Το σχέδιο ασφαλείας πρέπει να υπάρχει πάντοτε (βλ. παραπάνω, αρ.10).
Και το σχέδιο διαφυγής πρέπει να υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αυτό θεωρείται επιβεβλημένο από τις περιστάσεις (βλ. παραπάνω, αρ.11). Εν όψει, όμως, του ότι κατ’ επανάληψη στις διατάξεις αυτές γίνεται αναφορά σε υποχρέωση του κυρίου ή του επιχειρηματία ή του διευθύνοντος για συνεχή οργάνωση και εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού σε θέματα κατάσβεσης πυρκαγιών και εκκένωσης χώρων, συνάγεται ότι η διαδικασία αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη ενός έστω ατύπου πρωτοκόλλου ενεργειών.
Ακόμη και υπό αυτήν την έννοια, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου, σχέδιο δεν υπήρχε. Επομένως, ο εξεταζόμενος έκτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή άλλως αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
17. Αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.2) ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της ευθύνης του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού για την αποκατάσταση ζημίας μη περιουσιακής από εργατικό ατύχημα συγκαταλέγεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην πράξη ή παράλειψη που καταλογίζεται σ’ αυτούς και στο αποτέλεσμα που επήλθε.
Με τον ένατο από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β., με τον πρώτο από τους λόγους των αιτήσεων του Η. Κ. και του Ε. Μ. ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως της Τράπεζας κατ’ εκτίμηση του πρώτου μέρους αυτού και με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως του Α. Κ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας (ΚΠολΔ 559 αρ.19) ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συναφείας μεταξύ αφ’ ενός των παραλείψεων των οργάνων ή προστηθέντων της Τράπεζας και αφ’ ετέρου του επελθόντος κινδύνου και των συνεπειών που αυτός είχε επί των εναγόντων.
Μετά την επικείμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ελλείψεις που εσφαλμένως καταλογίσθηκαν ως παραλείψεις της Τράπεζας ή των οργάνων και προστηθέντων αυτής (βλ. παραπάνω, αρ.15), οι εξεταζόμενοι λόγοι καθίστανται άνευ αντικειμένου ως προς τη στάθμιση της πληρότητας της αιτιολογίας για την αιτιώδη συνάφεια στις αντίστοιχες περιπτώσεις.
Είναι ελλιπής, όμως, η αιτιολογία ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συναφείας σε ό,τι αφορά στις υπόλοιπες παραλείψεις και συγκεκριμένα στο ότι: Α) Η υφιστάμενη πρόσθετη θύρα του ισογείου (πέραν της κυρίας εισόδου - εξόδου), που χαρακτηριζόταν ως "έξοδος κινδύνου", δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι για το άνοιγμά της δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω, αλλά χρειαζόταν ταυτόχρονη, ηλεκτρονική εντολή από τηλεχειριστήριο.
Β) Δεν δόθηκε εγκαίρως εντολή αποχώρησης του προσωπικού, εν όψει της πληροφορίας που υπήρχε για "άγρια πορεία", των επιθέσεων που είχαν προηγηθεί στο συγκεκριμένο κατάστημα και της ανησυχίας που είχε εκφράσει προς τους ανωτέρους της η υποδιευθύντρια αυτού, εν όψει της συγκεκριμένης διαδήλωσης. Γ) Δεν είχε διαμορφωθεί συγκεκριμένο πλαίσιο αντίδρασης ("σχέδιο ασφάλειας" και "σχέδιο διαφυγής") του προσωπικού σε περίπτωση επανάληψης των βιαιοτήτων, ενδεχομένως με μεγαλύτερη ένταση, σε χρόνο λειτουργίας του καταστήματος και με κίνδυνο όχι μόνο για πράγματα (όπως στις προηγούμενες φορές), αλλά και για πρόσωπα.
Και Δ) Δεν είχε προηγηθεί οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού, ώστε να μη δημιουργηθεί πανικός, αλλά ο κάθε υπάλληλος να γνωρίζει τι θα κάνει και πού θα πάει, προκειμένου σε πρώτη φάση να ματαιώσει τον κίνδυνο και σε έσχατη να διασώσει τον εαυτό του. Και είναι μεν αληθές ότι από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αν όχι πάντοτε ευθέως, τουλάχιστον σιωπηρώς καταφάσκεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των εν λόγω παραλείψεων και των εκ του εμπρησμού του καταστήματος συνεπειών σε βάρος της ζωής της υπαλλήλου Α.
Π. και της υγείας των λοιπών εναγόντων υπαλλήλων. Παρά ταύτα, δεν διευκρινίζεται επαρκώς: α) εάν, ενόψει της σφοδρότητος και του είδους της επιθέσεως, θα ήταν δυνατή η αποφυγή του πανικού και η ευχερής διάσωση του προσωπικού, σε περίπτωση που αυτό θα ήταν καλώς οργανωμένο και εκπαιδευμένο στην εφαρμογή συγκεκριμένου πρωτοκόλλου ενεργειών, β) εάν, ακόμη και στην περίπτωση που η υφιστάμενη έξοδος κινδύνου στο ισόγειο μπορούσε να ανοίξει με απλή ώθηση χωρίς την ανάγκη ταυτόχρονου τηλεχειρισμού, η χρησιμοποίησή της θα ήταν εφικτή και δεν θα παρεμποδιζόταν από τη φωτιά που μαινόταν στον ίδιο χώρο, γ) εάν η καλή οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού μπορούσε να εξασφαλίσει την έγκαιρη απασφάλιση της πόρτας της ταράτσας του κτιρίου, από την οποία οι εργαζόμενοι, που σε κατάσταση πανικού κατέφυγαν στο πατάρι του δευτέρου ορόφου, θα μπορούσαν να βγουν στον καθαρό αέρα, έστω κι αν η πόρτα αυτή δεν χαρακτηριζόταν επισήμως ως έξοδος κινδύνου (μπροστά στην πόρτα της ταράτσας βρέθηκαν νεκροί η Α.
Π. και ο Ε. Τ., ο οποίος λογικά, ως διευθυντής του τραπεζικού κέντρου, θα έπρεπε να είναι σε θέση να την ανοίξει εγκαίρως), δ) ποια πρόσωπα είχαν την ευθύνη του σχεδιασμού των αντιδράσεων σε περίπτωση κινδύνου, όπως αυτός που επισυνέβη (με την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί), ε) ποια πρόσωπα είχαν την ευθύνη της οργάνωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού για τη σωστή εφαρμογή ενός πρωτοκόλλου ασφαλείας και διάσωσης, στ) ποιο πρόσωπο είχε την αρμοδιότητα να διατάξει, εκτάκτως, την πρόωρη αποχώρηση των υπαλλήλων κατά την ημέρα του συμβάντος, ζ) ποια ήταν η λειτουργική σχέση του εναγομένου ως προστηθέντος υπαλλήλου, Α.
Κ., με τις παραπάνω υποχρεώσεις ή τα αντιστοίχως υπεύθυνα πρόσωπα και η) ποια ήταν η λειτουργική σχέση των λοιπών εναγομένων ως εκτελεστικών μελών του ΔΣ, με τις παραπάνω υποχρεώσεις ή τα αντιστοίχως υπεύθυνα πρόσωπα και με την επιλογή ή εποπτεία αυτών. Οι ελλείψεις αυτές στην αιτιολογία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την από άποψη αιτιώδους συναφείας κατάφαση της ευθύνης είτε της Τράπεζας είτε των εναγομένων φυσικών προσώπων για τις αντιστοίχως αναφερόμενες παραλείψεις.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι, με τους οποίους, σε συνδυασμό με την όλη επιχειρηματολογία των αντιστοίχως αναιρεσειόντων, επισημαίνονται τα παραπάνω κενά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμοι κατά το αντίστοιχο μέρος.
18. Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην πρόσφατη ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.
Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υπόχρεου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ.
19. Στο άρθρο 932 εδ. α’ ΑΚ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Και στο εδ. γ’ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης".
Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ’ αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ’ αυτόν.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015).
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.
Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.
ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό τής κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.
Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015).
Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή/και αρ.19).
20. Πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου εργατικού ατυχήματος και την ευθύνη της Τράπεζας και των υποκατάστατων οργάνων του ΔΣ αυτής ή των προστηθέντων υπαλλήλων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τη σχέση που η θανούσα Α. Π. είχε εν ζωή με τα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητα μέλη της οικογένειάς της: Ότι ο Ζ. Π., συνταξιούχος δικηγόρος, γεννηθείς το 1930, ήταν πατέρας της Α. Π.. Ότι η Π. σύζυγος Ζ. Π., συνταξιούχος υποθηκοφύλακας, γεννηθείσα το 1940, ήταν μητέρα της. Ότι ο Χ. Κ., γεννηθείς το 1978, είχε γνωριστεί μαζί της όταν ήσαν φοιτητές, είχε τελέσει με αυτήν γάμο την 5-9-2009 και ήταν σύζυγός της. Ότι Α. Π., δικαστική αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, γεννηθείσα το 1972, ήταν αδελφή της. Ότι, επιπλέον, η θανούσα είχε βαπτίσει τη μεγαλύτερη σε ηλικία από τις κόρες της αδελφής της. Ότι ο Ι. Κ., γεννηθείς το 1947, ήταν πατέρας του συζύγου της θανούσας και πεθερός της. Ότι η Ε. σύζυγος Ι. Κ., γεννηθείσα το 1950, ήταν μητέρα του συζύγου της θανούσας και πεθερά της. Ότι οι σχέσεις όλων των ανωτέρω με την Α. Π. ήσαν σχέσεις αγάπης και στοργής, γι’ αυτό και όλοι δοκίμασαν μεγάλη θλίψη από την απώλεια της ιδίας και του τεσσάρων μηνών εμβρύου, στο οποίο κυοφορούσε.
21. Αντιστοίχως, ως προς τις συνέπειες που είχε το συμβάν στην υγεία των διασωθέντων υπαλλήλων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής: Ότι από τους ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι κατάφεραν να βγουν έξω από το φλεγόμενο κτίριο, η Π. Β., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με κεφαλαλγία, αίσθημα καύσης στο φάρυγγα και δυσχέρεια στην αναπνοή και έλαβε φαρμακευτική αγωγή για τρεις εβδομάδες.
Ότι η ίδια παρουσίασε μετατραυματική κατάθλιψη με συμπτώματα αϋπνίας, επιθετικότητας και εναλλαγής διάθεσης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι πριν από την 5-5-2010 είχε ξεκινήσει διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, που διακόπηκε λόγω της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων κατά το συμβάν. Ότι η Α. Ι., γεννηθείσα το 1977, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με αναπνευστικό πρόβλημα, έντονη κεφαλαλγία, πόνους στο λαιμό, σύγχυση κίνησης, αντίληψης και όρασης και έφερε στο σώμα της μώλωπες και εκδορές και εξήλθε από το νοσοκομείο με σύσταση για φαρμακευτική αγωγή.
Ότι η Μ. Κ., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με λοίμωξη του αναπνευστικού, της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, εξήλθε από το νοσοκομείο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή και την 26-5-2010 και 14-6-2010 εξετάστηκε από νευρολόγο - ψυχίατρο. Ότι ο Κ. Κ., γεννηθείς το 1981, παρουσίασε δυσφορία στην αναπνοή για αρκετές ημέρες μετά το συμβάν και το Σεπτέμβριο 2011 διαγνώστηκε με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.
Ότι η Χ. Λ., γεννηθείσα το 1969, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με κεφαλαλγία, πόνο στο φάρυγγα και κάκωση του δεξιού ώμου και εξήλθε από το νοσοκομείο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή για 15 ημέρες. Ότι η ίδια, την 12-5-2010 και 14-6-2010, διαγνώστηκε με καταθλιπτική συνδρομή. Ότι η Κ. Μ., γεννηθείσα το 1978, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." λόγω εισπνοής καπνού και τοξικών που προκάλεσαν συγκινησιακή φόρτιση.
Ότι ο Η. Μ., γεννηθείς το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με δύσπνοια, βήχα, κεφαλαλγία, πόνο στο φάρυγγα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο ίδιος, σε σπιρομέτρηση που υποβλήθηκε την 9-6-2010 και 16-7-2010, διαγνώστηκε με δυσλειτουργία μικρού βαθμού των μικρών αεραγωγών του αναπνευστικού, η οποία επιδεινώθηκε στη δεύτερη κατά χρονική σειρά εξέταση σε σχέση με την πρώτη.
Ότι ο Α. Ν., γεννηθείς το 1975, δεν νοσηλεύτηκε, αλλά υποβλήθηκε σε εξετάσεις για το αναπνευστικό και τις αλλεργίες. Ότι ο Γ. Σ., γεννηθείς το 1973, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "...", λόγω εισπνοής καπνού και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι η Α. Χ., γεννηθείσα το 1962, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "..." πέντε ημέρες με λοίμωξη του αναπνευστικού και πιθανές ενδείξεις εμφράγματος, τρεις ημέρες στη μονάδα ειδικής φροντίδας και πήρε εξιτήριο με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή για το αναπνευστικό και την καρδιά.
Ότι, επιπλέον, η ίδια παρουσίασε αϋπνίες και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο Γ. Γ., γεννηθείς το 1979, νοσηλεύτηκε αρχικά στο νοσοκομείο "..." και στη συνέχεια πέντε ημέρες στο νοσοκομείο "...", από τις οποίες δύο στη μονάδα εντατικής θεραπείας, με κάταγμα τριών πλευρών, διάτρηση πνεύμονα, διαστρέμματα, θλάσεις, έγκαυμα στον πνεύμονα, μετακίνηση του διαφράγματος, μώλωπες στο κεφάλι και πρήξιμο στο αυτί.
Ότι η Α. Ζ., γεννηθείσα το 1976, εξετάστηκε στο νοσοκομείο "...", της δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και παρουσίασε έντονο μετατραυματικό shock, για το οποίο υποβλήθηκε σε ήπια φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Ότι ο Δ. Κ., γεννηθείς το 1961, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με έντονη κεφαλαλγία, ζάλη, πόνο στο λαιμό, δυσκολία στην αναπνοή και υψηλούς σφυγμούς και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο Ε. Λ., γεννηθείς το 1979, νοσηλεύτηκε δύο ημέρες στο νοσοκομείο "..." με δύσπνοια, ζάλη, πόνο στο λαιμό και στα μάτια και θλάση οπίσθιου χιαστού του δεξιού γόνατος. Ότι η Μ. Μ., γεννηθείσα το 1961, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με δύσπνοια, ζάλη, πονοκέφαλο, πόνο στο λαιμό και βήχα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο Ε. Μ., γεννηθείς το 1964, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με δύσπνοια, δυσφορία, ζάλη, βήχα, πόνο στο λαιμό, στα μάτια και στο κεφάλι και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή. Ότι η Ε. Σ., γεννηθείσα το 1975, νοσηλεύτηκε μία ημέρα στο νοσοκομείο "..." με ζάλη, βήχα, πόνο στα μάτια, στο κεφάλι και στο σώμα και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι η Ε. Φ., γεννηθείσα το 1964, εξετάστηκε στο νοσοκομείο "...", διαγνώστηκε με λοίμωξη του αναπνευστικού και της προτάθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι ο Σ. Π., γεννηθείς το 1980, χωρίς παθολογικό μέχρι τότε ιστορικό, μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "..." και στη συνέχεια στο νοσοκομείο "...", όπου νοσηλεύτηκε τρεις ημέρες με συμπτώματα δηλητηρίασης από την εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα, λοίμωξη του αναπνευστικού, πονοκεφάλους, ζάλη, εμετούς, πόνους στην καρδιά, εκδορές, σκισίματα και μελανιές στο σώμα και μετατραυματικό στρες και εξήλθε με προτεινόμενη φαρμακευτική αγωγή.
Ότι ο ίδιος την 27-6-2010 διακομίστηκε με πόνους στην καρδιά στο "..." καρδιοχειρουργικό κέντρο, όπου διαγνώστηκε μυοσκελετικό άλγος. Ότι την 16-6-2011 εξετάστηκε από γαστρεντερολόγο του "...", όπου διαγνώστηκε με οισοφαγίτιδα και διαφραγματοκήλη. Ότι την 11-7-2011 εξετάστηκε από νευρολόγο, ο οποίος διέγνωσε κρίση ημικρανίας, με κεφαλαλγία και εμέτους, φωτοφοβία και φωνοφοβία.
Ότι όλες οι νοσηλείες και οι ιατρικές εξετάσεις των παραπάνω εναγόντων στο νοσοκομείο "..." έγιναν με έξοδα της Τράπεζας. Ότι όλοι οι παθόντες, πλην των Α. Ν., Γ. Σ., Δ. Κ. και Ε. Μ., που δεν το ζήτησαν, εξετάστηκαν ψυχιατρικά από γιατρούς του νοσοκομείου "...". Ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν μόνιμη βλάβη, σωματική ή ψυχική.
Ότι ύστερα από το ανωτέρω συμβάν οι κατωτέρω ενάγοντες επέστρεψαν στην εργασία τους μετά την παρέλευση των ακόλουθων χρονικών διαστημάτων: η Π. Β. μετά από 2 μήνες και 14 ημέρες, η Μ. Κ. μετά από 4 μήνες, ο Κ. Κ. μετά από 50 ημέρες, η Κ. Μ. μετά από 5 ημέρες, ο Η. Μ. μετά από 3 μήνες και 14 ημέρες, ο Α. Ν. μετά από 40 ημέρες, ο Σ.
Π. μετά από 10 ημέρες, η Μ. Μ. μετά από 2 εβδομάδες, ο Ε. Μ. μετά από 40 ημέρες, η Ε. Σ. μετά από 1 μήνα και η Ε. Φ. μετά από 20 ημέρες, χωρίς κανείς τους να στερηθεί το μισθό του, για το χρονικό διάστημα που απουσίασε από την εργασία του ή την προοπτική επαγγελματικής εξέλιξης.
22. Τέλος, ως προς την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ότι η Τράπεζα, η οποία ανήκε στον όμιλο ..., το 2009 είχε συνολικά κέρδη προ φόρων 173,9 εκατομμύρια ευρώ. Ότι το καλοκαίρι του 2013, δηλαδή πριν από τη συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έλαβε χώρα την 3-12-2013, η Τράπεζα κατέρρευσε, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για τη μετέπειτα οικονομική κατάστασή της και, ειδικότερα, αυτήν κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά μόνο για το ότι τελεί υπό ειδική διαχείριση στα πλαίσια εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ότι, σύμφωνα με δημοσίευμα του ημερήσιου τύπου, κατά την περίοδο 2006 - 2009 ο μεν Ε. Μ., με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, είχε λάβει από την Τράπεζα το ποσό των 1.875.000 ευρώ ως μπόνους, ο δε Η. Κ., παρομοίως, είχε λάβει το ποσό των 1.775.000 ευρώ. Ότι ο Κ. Β., όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμό κατάθεσης ...1-2014 αγωγής των οικείων της Α. Π., μεταβίβασε στα παιδιά του Π. και Ι. εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα, συνολικής αντικειμενικής αξίας 582.935,59 ευρώ.
23. Σύμφωνα με το σύνολο των παραδοχών που προαναφέρθηκαν και αφού το δικαστήριο της ουσίας, όπως ρητώς διαλαμβάνει στις αιτιολογίες του, έλαβε υπόψη: α) την ένταση της αμέλειας των εναγομένων, για τους οποίους κρίθηκε ότι ευθύνονται για το θάνατο της Α. Π. και τις βλάβες της υγείας των λοιπών εναγόντων, β) την ηλικία της θανούσας, το γεγονός ότι ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών και τον τρόπο θανάτου αυτής από εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων, γ) τις σχέσεις αγάπης και στοργής που συνέδεαν τη θανούσα με τα μέλη της οικογένειας της και την ένταση του ψυχικού άλγους, που αυτά αισθάνθηκαν από την απώλεια τόσο της ίδιας όσο και του εμβρύου που κυοφορούσε, δ) την ηλικία και την κοινωνική ή επαγγελματική κατάσταση των εναγόντων μελών της οικογένειάς της, ε) τον τρόπο επέλευσης των σωματικών βλαβών στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες υπαλλήλους, είτε από εισπνοή καπνού και τοξικών αερίων είτε από τραυματισμό κατά την προσπάθεια διαφυγής του, στ) την ένταση και τη διάρκεια της στεναχώριας ενός εκάστου εξ αυτών από τις βλάβες που υπέστησαν στη σωματική και ψυχική υγεία τους, ζ) την ηλικία και την κοινωνική ή επαγγελματική κατάσταση των εναγόντων υπαλλήλων, η) την οικονομική κατάσταση των εναγομένων κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θ) τις λοιπές συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και ι) τη συμπεριφορά της Τράπεζας μετά το ατύχημα, με τη δωρεάν παροχή ιατρικής εξέτασης και νοσηλείας στους παθόντες υπαλλήλους, [το δικαστήριο της ουσίας] έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται κατά περίπτωση να λάβουν τα κατωτέρω ποσά (από τα οποία αφαιρέθηκε ένα μικρό μέρος για να ασκηθεί η αντίστοιχη αξίωση ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου) Α) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: 1) ο Ζ.
Π., πατέρας, 250.000 ευρώ, 2) η Π. σύζυγος Ζ. Π., μητέρα, 250.000 ευρώ, 3) ο Χ. Κ., σύζυγος, 350.000 ευρώ, 4) Α. Π., αδελφή, 150.000 ευρώ, 5) ο Ι. Κ., πεθερός, 80.000 ευρώ και 6) η Ειρήνη σύζυγος Ι. Κ., πεθερά, 80.000 ευρώ και Β) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης: 7) η Π. Β. 29.960 ευρώ, 8) η Α. Ι. 29.960 ευρώ, 9) η Μ. Κ. 29.960 ευρώ, 10) η Χ. Λ. 29.960 ευρώ, 11) Κ.
Μ. 29.960 ευρώ, 12) ο Α. Ν. 24.960 ευρώ, 13) ο Γ. Σ. 24.960 ευρώ, 14) η Α. Χ. 49.960 ευρώ, 15) ο Σ. Π. 60.000 ευρώ, 16) ο Κ. Κ. 29.960 ευρώ, 17) ο Η. Μ. 54.960 ευρώ, 18) ο Γ. Γ. 55.000 ευρώ, 19) η Α. Ζ. 30.000 ευρώ, 20) ο Δ. Κ. 30.000 ευρώ, 21) ο Ε. Λ. 35.000 ευρώ, 22) η Μ. Μ. 30.000 ευρώ, 23) ο Ε. Μ. 30.000 ευρώ, 24) η Ε. Σ. 30.000 ευρώ και 25) η Ε. Φ. 30.000 ευρώ.
24. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση ως χρηματική ικανοποίηση, τόσο για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης ενός εκάστου εκ των εναγόντων μελών της οικογένειας της θανούσας σε εργατικό ατύχημα, Α.
Π. όσο και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ενός εκάστου των λοιπών εναγόντων. Διότι, αν και οι συνθήκες του θανάτου της πρώτης και του τραυματισμού ή της ψυχικής αναστάτωσης των λοιπών κατά το χρόνο παροχής της εργασίας τους ήσαν, πράγματι, τραγικές και απρόβλεπτες για τραπεζικούς υπαλλήλους, όπως αυτοί, εν τούτοις δεν ήσαν περισσότερο έντονες σε σχέση με εκείνες, υπό τις οποίες επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός άλλων προσώπων σε ατυχήματα που συμβαίνουν στην καθημερινή πραγματικότητα, με τρόπο εξ ίσου αιφνίδιο και αποτρόπαιο.
Το δε γεγονός ότι στην ένδικη περίπτωση προκαλεί αγανάκτηση στο μέσο κοινωνικό άνθρωπο μια "τυφλή" και παράλογη τρομοκρατική ενέργεια που πλήττει σε ώρα εργασίας απλούς εργαζόμενους, οι οποίοι δεν έχουν δώσει ουδεμία αφορμή στους δράστες της ενέργειας (πλην, ενδεχομένως, του ότι εργάζονταν σε ημέρα γενικής απεργίας), δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εις ύψος εκτίναξη του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία καλείται να πληρώσει ο εργοδότης ή οι προστηθέντες και όχι οι άγνωστοι τρομοκράτες.
Και τούτο, ακόμη περισσότερο στην περίπτωση κατά την οποία η αμέλεια, που αποδίδεται στον εργοδότη ή στους προστηθέντες από αυτόν, μόνο κατά ένα μικρό μέρος συνδέεται με το αποτέλεσμα, διότι την υπερακοντίζει ο δόλος της τρομοκρατικής ενέργειας. Με τις συνέπειες της οποίας, ως κοινωνικού φαινομένου ή πολιτικού συμπτώματος, δεν είναι εύλογο να επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο εργοδότης ή οι προστηθέντες, που ούτως ή άλλως πλήττονται από την αυθαιρεσία της τρομοκρατίας μέσα σε ένα κράτος δικαίου.
Ως εκ τούτου, τα ποσά που επιδικάσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τα ευλόγως επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις θανατώσεως προσώπου ή ελαφρού τραυματισμού από αμέλεια, ακόμη και υπό εξαιρετικά οδυνηρές συνθήκες, αλλά κρίνονται συναισθηματικώς διογκωμένα. Γι’ αυτό διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή τους πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος των δικαιούχων και στο βάρος των υπόχρεων.
Επομένως, οι ενδέκατος και δωδέκατος από τους λόγους της αιτήσεως του Κ. Β., ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως του Η. Κ. και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων του ιδίου που τον συμπληρώνει, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως του Ε. Μ. και ο ένατος από τους λόγους της αιτήσεως του Α. Κ., με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
25. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ ΑΚ δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, τα οποία ενδέχεται να υποστούν επιδράσεις από τις κοινωνικές εξελίξεις στη διαδρομή του χρόνου. Κατά τη σαφή, όμως, έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην "οικογένεια του θύματος" περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι κατά το χρόνο του αδικήματος συνδέονται στενά με αυτόν και κατά κανόνα, αδιάφορα προς το αν συγκατοικούν ή διαμένουν χωριστά, δοκιμάζονται ψυχικά από την απώλειά του, στην ανακούφιση των οποίων αποβλέπει η χρηματική ικανοποίηση.
Έτσι, στην "οικογένεια του θύματος", πέραν των συζύγων και των συγγενών εξ αίματος πρώτου και δευτέρου βαθμού (ήτοι, των τέκνων, των γονέων, των εγγονών και των αδελφών), περιλαμβάνονται και εκ των αγχιστέων οι συγγενείς μόνο του πρώτου βαθμού (ήτοι, οι σύζυγοι των τέκνων ή οι γονείς των συζύγων), όχι όμως και οι αγχιστείς περαιτέρω βαθμού (ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1503/2012).
Πάντοτε, βέβαια, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα εκτιμώμενο από το δικαστή της ουσίας, της ύπαρξης μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όσο ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων ενδέχεται να οδηγήσει στον αποκλεισμό κάποιου από αυτά από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 436/2017).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων του αναιρεσείοντος Α. Κ., με τον οποίο (υπό την επίκληση παλαιότερης νομολογίας, πρβλ. ΑΠ 581/2010, ΑΠ 731/2005) υποστηρίζεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ως μέλη της οικογένειας της θανούσας Α. Π. και τους γονείς του συζύγου αυτής (ήτοι, τα πεθερικά της, ήδη πέμπτο και έκτη από τους αναιρεσίβλητους) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
26. Με τις διατάξεις του ν. 1568/1985 για την "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" επιβλήθηκε στις επιχειρήσεις, που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους, η υποχρέωση να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας. Ο τεχνικός ασφαλείας αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.
Για το σκοπό αυτό, ο τεχνικός ασφαλείας οφείλει να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από άποψη υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση των υποδείξεων ενυπογράφως και να συμμορφώνεται προς αυτές.
Αν από τις ελλείψεις που επισημαίνονται, προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει η εργασία να διακόπτεται αμέσως (άρθρα 4 παρ.1, 6, 7 παρ.1 και 19 παρ.1 του ν. 1568/1985, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ΦΕΚ Α’ 84/2-6-2010, αλλά ήταν σε ισχύ κατά την 5-5-2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 και 3 του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", η εκ μέρους του εργοδότη ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή ιατρού εργασίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτός της επιχείρησής του (ήτοι, πάροχο "εξωτερικών υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης", στο εξής:
ΕΞΥΠΠ), δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις πρόνοιας στον τομέα αυτό. Και αντιστοίχως, η εκ μέρους του τεχνικού ασφάλειας ανάληψη των σχετικών υποχρεώσεων δεν θίγει την αρχή της ευθύνης του εργοδότη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφαλείας ανάγονται στην επισήμανση ελλείψεων και στην υπόδειξη μέτρων που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση επαγγελματικών κινδύνων στους χώρους εργασίας.
Β) Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών ή η πλημμελής εκπλήρωσή τους δημιουργεί υπέρ του εργοδότη τις αξιώσεις που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι και αξίωση αποζημίωσης εφ’ όσον η παραβίαση οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια (ΑΚ 330, 334). Γ) Με δεδομένο το ότι πρόκειται για συμβατική ενοχή, σε περίπτωση εναγωγής ο εργοδότης έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του περιεχομένου της σύμβασης και της ζημίας που συνδέεται με αυτήν.
Η υπαιτιότητα του τεχνικού ασφαλείας τεκμαίρεται υπέρ του εργοδότη. Και Δ) Ο τεχνικός ασφαλείας, για την απόκρουση ενδεχόμενης αγωγής σε βάρος του, έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης είτε της προσήκουσας εκπλήρωσης είτε της ελλείψεως οποιασδήποτε ευθύνης αυτού για τη μη εκπλήρωση ή για την εξ αυτής ζημία του εργοδότη (ΑΚ 336, 342).
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 88 ΚΠολΔ, ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνον, από τον οποίο σε περίπτωση ήττας θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση. Εφ’ όσον η προσεπίκληση είναι παραδεκτή και βάσιμη, υπό την έννοια ότι υφίσταται πράγματι μεταξύ εναγομένου και προσεπικαλουμένου κάποια ενοχική σχέση, η οποία δημιουργεί δικαίωμα αποζημίωσης του πρώτου εκ μέρους του δευτέρου, διευρύνονται τα όρια της κυρίας δίκης και ο προσεπικαλούμενος δεσμεύεται από το δεδικασμένο που θα παραχθεί μεταξύ των διαδίκων εκείνης.
Γι’ αυτό και σε περίπτωση που η προσεπίκληση απορρίπτεται από το δικαστήριο της ουσίας ως απαράδεκτη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί παραδεκτή, υφίσταται έννομο συμφέρον υπέρ του εναγομένου και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
27. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η δια πλειόνων αγωγών εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα προσεπικάλεσε στη δίκη την ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ΕΞΥΠΠ. Σε κάθε προσεπίκληση εκθέτει ότι είχε αναθέσει συμβατικώς στην ΕΞΥΠΠ την παροχή υπηρεσιών τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας για την, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, παροχή προς την Τράπεζα όλων των αναγκαίων συμβουλών και υποδείξεων που συνδέονται με την υγιεινή και ασφάλεια του προσωπικού της.
Ότι οι ενάγοντες έχουν ασκήσει εναντίον της Τράπεζας τις ένδικες αγωγές, με τις οποίες επικαλούνται παραβάσεις της Τράπεζας ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και ζητούν χρηματική ικανοποίηση για τη μη περιουσιακή ζημία που επήλθε στον καθένα από αυτούς από εργατικό ατύχημα, το οποίο οι ενάγοντες αποδίδουν στις εν λόγω παραβάσεις.
Και ότι σε περίπτωση ήττας αυτής επιφυλάσσεται να ζητήσει αποζημίωση από την ΕΞΥΠΠ (που δεν την ενημέρωσε για τους υφιστάμενους κινδύνους, όπως είχε συμβατική υποχρέωση), γι’ αυτό και την καλεί σε παρέμβαση προς υποστήριξή της. Με το περιεχόμενο αυτό οι προσεπικλήσεις (σε κάθε προσεπίκληση ενσωματώθηκε η αντίστοιχη αγωγή σε βάρος της Τράπεζας, ενώ δεν σωρεύθηκε αγωγή αποζημίωσης της Τράπεζας σε βάρος της ΕΞΥΠΠ) είναι επαρκώς ορισμένες, διότι η εναγομένη εκθέτει τη συμβατική σχέση που λειτούργησε ανάμεσα σ’ αυτήν και στην προσεπικαλούμενη, από την οποία απέρρεε υποχρέωση της τελευταίας για παροχή συμβουλών και υποδείξεων σχετικών με την ασφάλεια, καθώς και τη ζημία, την οποία οι ενάγοντες αποδίδουν σε παραλείψεις ως προς τη λήψη μέτρων ασφαλείας.
Το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι όλες οι προσεπικλήσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, διότι η Τράπεζα δεν εκθέτει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν το πταίσμα της προσεπικαλούμενης. Όπως, όμως, αναφέρθηκε, η Τράπεζα δεν είχε τέτοιο βάρος επίκλησης, αλλά η εκ συμβάσεως ενεχομένη ΕΞΥΠΠ θα έπρεπε να ισχυρισθεί και να αποδείξει είτε ότι είχε εκπληρώσει προσηκόντως τις υποχρεώσεις της είτε ότι η τυχόν μη εκπλήρωση ή πλημμελής εκπλήρωση αυτών οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως της Τράπεζας, με τον οποίο επισημαίνεται ότι το Μονομελές Εφετείο παρά το νόμο απάγγειλε απαράδεκτο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
28. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους εδώ διαδίκους και στην έκταση που προσδιορίζεται από τις αιτιολογίες της παρούσας. Κατόπιν αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα εκάστου αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις ή και πρόσθετους λόγους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αιτήσεων αναιρέσεως α) από 10-5-2016, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016, β) από 24-5-2016, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 μαζί με τους από 28-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν αρμοδίως την 29-11-2016, γ) από 23-5-2016, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016, δ) από 26-5-2016, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2015 και ε) από 19-5-2016, με αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 μαζί με τους από 5-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν αρμοδίως την 13-1-2017.
Αναιρεί την 5115/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον καθένα από τους δεύτερο και πέμπτο από τους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και στον καθένα από τους πρώτο, τρίτο και τέταρτη από τους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Δεκεμβρίου 2017, την 23η Ιανουαρίου 2018 και την 6η Φεβρουαρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ