Legislator Case Law & Legislation
370/2015 AI generated

Appeal dismissed because alleged forgery claim did not affect the outcome of the property ownership case.

Case Number 370/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider a specific date for a alleged forgery, but the court found this argument inadmissible as it lacked legal basis. The court ruled that the validity of the document was irrelevant because the appellants had acquired ownership through adverse possession, rendering the forgery claim immaterial to the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-340, 559(11), 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The court must examine all evidence, but an appeal based on non-consideration of evidence is inadmissible if the alleged fact does not substantially influence the outcome or if the argument is not properly raised in the lower instance.

Keywords

AI generated
adverse possession appellate review admissibility of appeal materiality of facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 370 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 370/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Ι. Κ., κατοίκου ..., και 2)Γ. Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 10/11/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ολ ΑΠ 42/2002 ΕλλΔνη 2003.375).

Επίσης, θα πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, έτσι ώστε αυτό να ήταν διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν είχε ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο. Τον παρόντα λόγο αναίρεσης μπορεί να προβάλει και ο αντίδικος του διαδίκου που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο, όταν και αυτός το επικαλέσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού ισχυρισμού στοιχείο που πρέπει να αναφέρει ο αναιρεσείων για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στη θέση " ΔΡΑΚΩΝΑ- ΒΑΘΥ" της κτηματικής περιφέρειας τέως κοινότητος Κριτσά, ήδη Δημοτικού διαμερίσματος Κριτσάς του Δήμου Αγίου Νικολάου.

Έχει έκταση 4.500 τ.μ. περίπου και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστων, δυτικά με ασφαλτοστρωμένο αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Ζ. και νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ.. Αυτό ανήκε αρχικά στην απώτερη δικαιοπάροχο των διαδίκων Δ. χήρα Γ. Κ.. Το έτος 1957, μετά από άτυπη διανομή της περιουσίας της προαναφερομένης δικαιοπαρόχου των διαδίκων, μεταξύ των τέκνων αυτής Κ.

Κ., Μ. Κ., Ι. Κ. (πατέρα των εναγόντων- εναγομένων Κ. και Γ. Κ.) και Π. Β. το γένος Κ. (μητέρα της ενάγουσας- εναγομένης Μ. Π.), το ακίνητο αυτό περιήλθε στη νομή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων-εναγομένων πατέρα τους Ι. Κ., ενώ στη νομή των λοιπών αδελφών περιήλθαν άλλα περιγραφόμενα ακίνητα. Ειδικότερα στα πλαίσια της άτυπης αυτής διανομής, στην οποία μετείχαν οι ως άνω αδελφοί Κ., Μ.

και Ι. Κ. , καθώς και από την πλευρά της αδελφής τους Π., ο σύζυγος της Σ. Γ. Β. (πατέρας της εναγομένης), ο οποίος και εκπροσωπούσε την άνω σύζυγο του Π. Β. το γένος Κ., συντάχθηκε και υπογράφηκε από όλους τους μετέχοντες το από 9-3-1957 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο " Ο Ι. Γ. Κ.ς έλαβε εις θέσιν βαθύ Δρακώνα αγρό ως ευρίσκεται...", δηλαδή το επίδικο ακίνητο.

Το γεγονός ότι πράγματι έλαβε χώρα το έτος 1 957 άτυπη διανομή της γονεϊκής περιουσίας των τέκνων του Γ. και Δ. Κ. (απώτερων κοινών δικαιοπαρόχων των διαδίκων), ενισχύεται και από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του μάρτυρα της ενάγουσας -εναγομένης, αδελφού της, ο οποίος αναφέρει ότι "έγινε διανομή το 1 957 και το πήρε η μάνα μου", έρχεται δε σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας- εναγομένης αδελφής της, σύμφωνα με τους οποίους το επίδικο περιήλθε στον μεν πατέρα τους Σ.

Β. σε ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου από αγορά του μεριδίου του δικαιοπαρόχου των εναγόντων- εναγομένων, Ι. Κ., στη δε μητέρα τους, αδελφή του πατέρα των άνω εναγόντων-εναγομένων, κατά το υπόλοιπο ποσοστό (6/7 εξ αδιαιρέτου), μετά από άτυπη διανομή και παραχώρηση των γονέων της το έτος 1946. Παρά δε το γεγονός ότι την 2-11-1948 συντάχθηκε το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό άτυπης πώλησης, σύμφωνα με το οποίο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων- εναγομένων φέρεται να πωλεί και μεταβιβάζει στον πατέρα της ενάγουσας- εναγομένης Σ.

Β. την "πάρτη του της πατρικής του κληρονομιάς αδιανεμήτου στη θέση Δρακόνας ή Βαθύ", στη συνέχεια εννέα χρόνια μετά, την 9-3-1957 συντάχθηκε το άνω ρηθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των τέκνων του Γ. και της Δ. Κ., με βάση το οποίο ως προελέχθη διένειμαν άτυπα μεταξύ τους τη μητρική τους, όπως σε αυτό αναφέρεται περιουσία, στην υπογραφή του οποίου η μητέρα της ενάγουσας- εναγομένης, τέκνο και εκείνη των ανωτέρω, Π.

Β., εκπροσωπήθηκε από τον σύζυγο της Σ. Β., στα πλαίσια της οποίας διανομής ο αδελφός της και δικαιοπάροχος των εναγόντων-εναγομένων Ι. Κ., έλαβε ολόκληρο το επίδικο, ενώ η ίδια έλαβε έτερα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και ένα στη θέση Πλατιά Κεραθιά. Σύμφωνα δε με την ένορκη κατάθεση του Γ. Β. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Μαρίας Τζενάκη- Ταβλά την 20-11-2007, η μητέρα του και μητέρα της ενάγουσας- εναγομένης πράγματι είχε λάβει ένα ακίνητο στην ίδια παραπάνω θέση, κατάθεση που ενισχύει το γεγονός της λαβούσας χώρα το έτος 1957 διανομής μεταξύ των παραπάνω αδελφών με το ρηθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, την οποία όχι μόνο γνώριζε αλλά και είχε αποδεχθεί τόσο η δικαιοπάροχος της ενάγουσας- εναγομένης και η οικογένειά της, όσο και η ίδια.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων- εναγομένων Ι. Κ., μετά την κατά τα άνω άτυπη διανομή το έτος 1957, παρέλαβε τη νομή και κατοχή του επιδίκου και έκτοτε άρχισε να νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, χωρίς την εναντίωση καθενός.

Συγκεκριμένα το επισκεπτόταν και το επέβλεπε, και λόγω της φύσεώς του ως βοσκότοπου, εκμίσθωνε τούτο σε τρίτους για την βοσκή των ζώων του, συνέλεγε τους καρπούς από τις χαρουπιές που φύονταν μέσα σε αυτό καθώς εξαιτίας του εδάφους του (ημιβραχώδες με μικρές κλίσεις) είχε εγκαταλειφθεί η καλλιέργειά του από παλαιότερα και είχε αναπτυχθεί, σε τμήμα του, δασική έκταση από άρκευθο, λιοπρίνι, αγιελιά, αγριοχαρουπιά και φρύγανα.

Το έτος 1985, το παραχώρησε άτυπα στους ενάγοντες-εναγομένους, τέκνα του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα τους, και έκτοτε αυτοί συνέχισαν να το νέμονται και να το κατέχουν με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας σε αυτό διακατοχικές υλικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του. Ειδικότερα επέβλεπαν αυτό, το επισκεπτόταν συχνά, ενώ προέβησαν στη περίφραξή του με συρματόπλεγμα και σιδερένιους πασσάλους, από τις τρεις πλευρές του, καθώς από τη νότια πλευρά του ο ιδιοκτήτης του ομόρου από την πλευρά αυτή ακινήτου είχε κατασκευάσει τράφο.

Ήταν δε τόσο εμφανείς έναντι των τρίτων οι διακατοχικές πράξεις νομής που αυτοί ενεργούσαν επί του ακινήτου, με διάνοια κυρίου, ώστε στο υπ' αριθ. .../3-9- 1986 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Δημητρίου Γεωργίου Καραβελάκη, με το οποίο οι Ε. και Α. Κ. αγόρασαν το όμορο νοτίως του επιδίκου ακίνητο, αναφέρεται ότι το αγορασθέν ακίνητο συνορεύει με ακίνητο κληρονόμων Ι.

Κ., ήτοι των εναγόντων- εναγομένων. Το αυτό δε αναγράφεται και στο υπ' αριθ. .../29-1-1990 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Ανθούλας Χουρδάκη, με το οποίο οι άνω αγοραστές προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στην ανεγερθείσα επί του άνω ακινήτου οικοδομή, αλλά στο με αριθμό .../22-10-1991 συμβόλαιο παραιτήσεως από επικαρπία των ίδιων ως άνω αγοραστών, της συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Κλειώς Μπετούρα που επακολούθησε.

Αλλά και από το υπ' αριθ. .../4-10-1083 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Γεωργίου Καραβελάκη, με το οποίο οι ίδιοι ως άνω Ε. και Α. Κ. αγόρασαν όμορο του επιδίκου ακίνητο, το οποίο φέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ. Κ., δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, καθόσον αφενός μεν κληρονόμοι Γ.

Κ., είναι τόσο οι ενάγοντες- εναγόμενοι, όσο και η ενάγουσα- εναγομένη, αφού τυγχάνουν εγγόνια του, αφετέρου το εν λόγω συμβόλαιο συντάχθηκε σε χρόνο προγενέστερο των προαναφερομένων και πριν γίνει γνωστό σε αυτούς ποιός εκ των κληρονόμων του Γ. Κ. ήταν πραγματικός νομέας και κύριος του επιδίκου. Η ενάγουσα- εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ίδια καλλιεργούσε το επίδικο από το έτος 1981 φυτεύοντας σε κατάλληλα διαμορφωμένο τμήμα αυτού πατάτες έως και τη χειμερινή περίοδο του έτους 2005, πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε.

Όπως αντίθετα προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ίδια υπ' αριθ. 16/2006 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λασιθίου, όπου αναφέρεται για το επίδικο ότι έχει έδαφος γαιώδες- ημιβραχώδες με κλίσεις επιφανείας του εδάφους μικρές, ότι πρόκειται για εγκαταλελειμμένο αγρό, με ίχνη παλιάς καλλιέργειας (λιθοσωρούς, βαθμίδες) και ότι λόγω της εγκατάλειψης έχει αναπτυχθεί δασική βλάστηση.

Εάν δε, είχε πράγματι καλλιεργηθεί και μάλιστα πρόσφατα (το 2005 όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα-εναγομένη), τότε στην ως άνω απόφαση δεν θα αναφερόταν για το επίδικο ότι πρόκειται για εγκαταλελειμμένο αγρό με ίχνη παλιάς καλλιέργειας, αλλά θα γινόταν λόγος για πρόσφατη καλλιέργεια. Γεγονός λοιπόν είναι ότι λόγω της φύσεως του εδάφους του επιδίκου, αυτό, πέραν της συγκομιδής των καρπών των χαρουπιών που υπήρχαν στο ακίνητο, μόνο για βοσκή ζώων μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, όπως και πράγματι χρησιμοποιήθηκε από το 1981 και εφεξής.

Έτσι όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες- εναγομένους ενοικιαστήρια, ο πατέρας τους κατά τα έτη 1981 έως και το έτος 1985 είχε εκμισθώσει το επίδικο στον κτηνοτρόφο Μ. Σ. για τη βοσκή του ποιμνίου του αντί ετησίου μισθώματος 5.000 δραχμών. Εξάλλου η ενάγουσα- εναγομένη προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η ίδια νεμόταν το ένδικο ακίνητο από το έτος 1981 και εφεξής, προσκομίζει δύο ενοικιαστήρια των ετών 1995 και 1998 που αφορούν όπως ισχυρίζεται στην εκμίσθωση του επιδίκου στον κτηνοτρόφο Μ.

Κ. κατά τα έτη αυτά. Όπως όμως προκύπτει από τα εν λόγω ενοικιαστήρια όχι η ίδια, αλλά η μητέρα της Π. συζ. Σ. Β., για τον εαυτό της ατομικά είχε εκμισθώσει ακίνητο στην Θέση Δρακώνα στον άνω κτηνοτρόφο, που αυτή ισχυρίζεται ότι αφορά το επίδικο, έρχεται δε σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της ότι η τελευταία της είχε παραχωρήσει άτυπα το επίδικο από το έτος 1981 και ότι έκτοτε αυτή η ίδια ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού.

Επιπλέον όλες οι καταθέσεις των με επιμέλεια της ενάγουσας- εναγομένης εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ενώπιον συμβολαιογράφων, αλλά και εκείνων που εξετάστηκαν στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των εδώ διαδίκων, αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ειδικότερα όσα καταθέτουν οι μάρτυρές της στις ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον συμβολαιογράφων, έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της που εξετάστηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου, που δίκασε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής προστασίας της νομής που άσκησαν οι ενάγοντες- εναγόμενοι σε βάρος της, που τυγχάνει θυγατέρα αδελφού των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και εξαδέλφη αυτών, η οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι και ο πατέρας της έλαβε μερίδιο από την περιουσία του Γ.

Κ., αναφερόμενη στην διανομή της περιουσίας του τελευταίου από τα τέκνα του και ότι στην περιοχή "Δρακώνα" που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, τουλάχιστον το μισό το πήρε ο Ι. Κ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων-εναγομένων), τον οποίο όπως καταθέτει έβλεπε στο επίδικο ("στο δικό του χωράφι") να ασκεί πράξεις νομής, όταν περνούσε από εκεί για να επισκέπτεται αγρό ιδιοκτησίας της στην ίδια περιοχή.

Ενώ δε στην κατάθεσή της η ίδια αναφέρει άσκηση διακατοχικών υλικών πράξεων δηλωτικών εξουσίασης του επιδίκου εκ μέρους των γονέων της ενάγουσας- εναγομένης και της τελευταίας, δεν μπορεί να αποσυνδέσει το επίδικο από την παρουσία του πατέρα των εναγόντων- εναγομένων Ι. Κ.. Αντίθετα στις ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον συμβολαιογράφων οι λοιποί μάρτυρες της, αναφέρουν ότι ποτέ δεν είδαν τους ενάγοντες -εναγομένους ούτε και τον δικαιοπάροχο- πατέρα τους να νέμονται το επίδικο.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα- εναγομένη τον Απρίλιο του έτους 2006, αφαίρεσε τμήμα της περίφραξης της βόρειας πλευράς του επιδίκου, καθώς και την περίφραξη της δυτικής του πλευράς καθ' όλο της το μήκος που εφάπτεται με τον αγροτικό δρόμο και φύτεψε πατάτες και κουκιά σε τμήμα του επιδίκου που ήταν δεκτικό καλλιέργειας και το οποίο διαμόρφωσε ειδικά.

Οι ενάγοντες-εναγόμενοι όταν έλαβαν γνώση της αφαίρεσης της περίφραξης, κατήγγειλαν το συμβάν στο Αστυνομικό τμήμα Αγίου Νικολάου στρεφόμενοι κατ' αγνώστων, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο δεν γνώριζαν ότι στην πράξη αυτή είχε προβεί η ενάγουσα-εναγομένη (βλ. από 2-3-2007 βεβαίωση του Διοικητή του άνω Α.Τ.) και στη συνέχεια οι ίδιοι προέβησαν στην αποκατάσταση τμημάτων της περίφραξης που είχαν αφαιρεθεί.

Τέλη δε Φεβρουαρίου του έτους 2007 η ίδια ενάγουσα- εναγομένη αφαίρεσε και πάλι την περίφραξη του επιδίκου από τη δυτική του πλευρά και με χρήση σκαπτικών μηχανημάτων άρχισε εργασίες εκχέρσωσης αυτού. Την 2-3-2007 που ειδοποιήθηκαν σχετικά οι ενάγοντες- εναγόμενοι αυτή είχε ήδη εκχερσώσει τη μισή έκταση του επιδίκου, για το λόγο αυτό και οι τελευταίοι άσκησαν σε βάρος της την από 5-3-2007 και με αριθ.

καταθ. 50/2007 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την με αριθ. 46/2007 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η άνω αίτηση, αναγνώρισε τους αιτούντες (ενάγοντες- εναγομένους) προσωρινά νομείς του επιδίκου κατά ποσοστό Vi εξ αδιαιρέτου έκαστο και υποχρέωσε την καθ' ης (ενάγουσα- εναγομένη) να τους αποδώσει τη νομή του και αποκαταστήσει τμήμα της περίφραξης της δυτικής πλευράς του.

Στη συνέχεια η καθ' ης ενάγουσα- εναγομένη, άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο με την 7/2009 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της. Συγκύριοι συνεπώς του επιδίκου ακινήτου είναι, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες- εναγόμενοι κατά ποσοστό γ/ι εξ αδιαιρέτου έκαστος, την συγκυριότητά δε αυτή κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος απέκτησαν με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενοι αυτό κατά τα άνω, συνεχώς κι αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου χωρίς την εναντίωση κανενός , ενεργούντες επ' αυτού τις παραπάνω υλικές διακατοχικές υλικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του οι ίδιοι από το έτος 1985 ο δε δικαιοπάροχος πατέρας τους, η νομή του οποίου επί του επιδίκου προσμετράται στο χρόνο νομής τους από το έτος 1957, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Σημειώνεται εδώ ότι απορριπτέο τυγχάνει το με τον τελευταίο λόγο εφέσεως υποβληθέν εκ μέρους της εκκαλούσας ενάγουσας- εναγομένης αίτημα διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης ως μη αναγκαίων επί του επιδίκου, καθόσον το Δικαστήριο μπορούσε να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιον του.

Επομένως εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την από 10-11-2007 αγωγή της ενάγουσας- εναγομένης ως ουσία αβάσιμη (γενομένου σιωπηρά δεκτού του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας που οι με αυτήν εναγόμενοι προέβαλαν, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το επίδικο αποτελεί ιδιοκτησία τους και ότι το νέμονται από το έτος 1 985, που τους το παραχώρησε άτυπα ο πατέρας τους) και έκανε δεκτή την από 2-4-2007 αγωγή των εναγόντων- εναγομένων, αναγνώρισε τη συννομή και συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο και υποχρέωσε την με αυτήν εναγομένη να αποδώσει τούτο σε αυτούς κατά το άνω ποσοστό σε καθένα τους, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 10/11/2007 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, στηριζόμενης στην έκτακτη χρησικτησία και δέχθηκε την από 2/4/2007 αντίθετη διεκδικητική αγωγή των τελευταίων, αναγνωρίζοντάς τους ως συγκυρίους του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, και διατάσσοντας την απόδοσή του σε αυτούς κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά συγκυριότητας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την .../2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αγ. Νικολάου Κρήτης Πελαγίας Πλεξουδάκη- Σπανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι, αποδεχόμενοι την εξ αδιαθέτου επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του πατέρα τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δήλωσαν ότι το επίδικο (κληρονομιαίο) ακίνητο είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του με έκτακτη χρησικτησία και ότι από τις δηλώσεις τους αυτές προκύπτει ότι κύριος του πιο πάνω ακινήτου μέχρι το θάνατο του στις 17/4/2005, ήταν ο πατέρας τους και ότι οι ίδιοι δεν ήταν συννομείς και συγκάτοχοι του ακινήτου αυτού μέχρι τότε.

Από το προαναπτυχθέν όμως περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την περιλαμβανόμενη σε αυτή ρητή βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι, καθίστανται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική μνεία του προαναφερθέντος εγγράφου, το έλαβε υπόψη και το συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εκτός του ότι είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται για το ορισμένο αυτού αν το εν λόγω έγγραφο το επικαλέστηκε και η ίδια η αναιρεσείουσα ενώπιον του δικαστηρίου για την απόδειξη ή ανταπόδειξη συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού της και ποιο είναι το περιεχόμενο του τελευταίου (ισχυρισμού).

Από το συνδυασμό των άρθρων 261, 269, 460, 461, 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η προσβολή εγγράφου ως πλαστού αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο μπορεί να προταθεί με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όπου η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, εκτός εάν το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα έχει παραγραφεί, οπότε ο ισχυρισμός περί πλαστότητας πρέπει να προταθεί στη συζήτηση κατά την οποία το πρώτο προσκομίζεται το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο, άλλως ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111 παρ.1, 2, 3 και 112 ΠΚ ορίζεται ότι τα κακουργήματα παραγράφονται μετά είκοσι., άλλως μετά δεκαπέντε έτη, τα δε πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως. Κατά δε το άρθρο 113 παρ.3 περ.α', β' ΠΚ, ορίζεται ότι η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ολ ΑΠ 963/1985).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πρόβαλε με σχετικό λόγο της έφεσης που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης τον ισχυρισμό ότι η φερόμενη στο από 9/3/1957 ιδιωτικό συμφωνητικό άτυπης διανομής υπογραφή (ολογράφως) του δικαιοπαρόχου πατέρα της Σ. Β. δεν έχει τεθεί από τον ίδιο, διότι αυτός ήταν εντελώς αγράμματος και υπέγραφε πάντα με τα αρχικά του ονόματος του, αλλά αντίθετα τέθηκε από τους εναγόμενους- ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, τους οποίους κατονόμασε ως πλαστογράφους, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα σχετικά έγγραφα και ανέφερε ονομαστικά τους προτεινόμενους μάρτυρες.

Το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση, ο περί πλαστότητας ισχυρισμός της εκκαλούσας του προσκομισθέντος από τους ενάγοντες- εναγόμενους από 9-3-1 957 ιδιωτικού εγγράφου (προς απόδειξη της περιελεύσεως της νομής του επιδίκου ακινήτου στον δικαιοπάροχο τους, λόγω ατύπου διανομής μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και των λοιπών αδελφών τους), απαράδεκτα προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί, καθόσον το αδίκημα της πλαστογραφίας, φερόμενο ως τελεσθέν την 9-3-1957 και το οποίο η ενιστάμενη εκκαλούσα αποδίδει σε ορισμένο πρόσωπο (ενάγοντες- εναγόμενους) έχει παραγραφεί γεγονός που επέβαλλε την υποχρεωτική πρόταση του περί πλαστότητας ισχυρισμού κατά την πρώτη συζήτηση, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την οποία το έγγραφο είχε προσαχθεί και όχι σε κάθε στάση της δίκης, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφερόνται".

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού αυτή ουδέποτε επικαλέσθηκε ως χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης πλαστογραφίας το έτος 1957, αλλά το χρόνο προσκόμισης του στο δικαστήριο της ουσίας και β) από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ ότι έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό της περί τέλεσης της πλαστογραφίας το έτος 1957.

Από την επισκόπηση όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 29/7/2009 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας (καθώς και του εκκαλούντος Σ. Π., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, κατά την προβολή του ισχυρισμού της περί πλαστότητας ανέφερε ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία (9/3/1957) ουδεμία άτυπη διανομή έλαβε χώρα, όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι αντίδικοι", χωρίς να διαλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ως προς το χρόνο τέλεσης της πιο πάνω αξιόποινης πράξης.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πιο πάνω αποδιδόμενες πλημμέλειες και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Πέραν, όμως, τούτου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και απαράδεκτος, διότι μετά τη σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.

Κ. παρέλαβε στη νομή και κατοχή του το επίδικο ακίνητο, κατά το έτος 1957, ασκώντας έκτοτε συνεχώς επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, που ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση, χωρίς την εναντίωση κανενός μέχρι το έτος 1985, οπότε το παραχώρησε άτυπα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι συνέχισαν τις ίδιες πράξεις νομής μέχρι το έτος 2006 κι έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας του επίμαχου εγγράφου δεν ασκεί σε κάθε περίπτωση ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης και, συνεπώς, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον πιο πάνω ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα που δεν αναφέρονται στο λόγο έφεσης, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι η πιο πάνω πλαστογραφία φέρεται να τελέστηκε το έτος 1957, διότι κρίσιμο γεγονός για την απόδειξη της κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) δεν είναι η πλαστότητα ή μη του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού άτυπης διανομής, αλλά η συνδρομή των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των τελευταίων και του δικαιοπαρόχου τους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/7/2014 αίτηση της Μ. Π. για αναίρεση της 94/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ