370/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated370/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίστηκε, μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια αυτού που επέβαλε την κατάσχεση, ή επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1224/2006, ΑΠ1625/2008).
Full text
Απόφαση 370 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου υπό του Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω υπό του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Μεσολογγίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Π. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 2.Ε. Ζ. του Ζ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2011 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και 7/2013 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14 Μαρτίου 2013 αίτησή του και τους από 24 Οκτωβρίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κυρίου και προσθέτου, λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης από τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τους τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντες, από 24-10-2013 προσθέτους λόγους (Ολ ΑΠ 33/1996) ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 7/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., .../10-10-13, .../4-11-13 και .../4-11-13 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 15-3-13 και με αριθμ. καταθ. 70/13, αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-12-2013) καθώς και των από 24-10-13 και με αριθμ. καταθ. 152/13 πρσθέτων λόγων, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον προς τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεση από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση και επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών.
Κατά τη διάταξη του αρθρ 975 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά τις επενεχθείσες, για τα αρθ. 31 ν.1545/1985 και 6 παρ 16α ν.2479/97, τροποποιήσεις, στην τρίτη τάξη της προβλεπομένης απ' αυτήν προνομιακής κατάταξης, κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις διδασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφ' όσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Ως ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίστηκε, μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια αυτού που επέβαλε την κατάσχεση, ή επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1224/2006, ΑΠ1625/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ.2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ου, που έχει καταταγεί, ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει), την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της (ΑΠ 1031/13, 404/03).
Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα, τα οποία έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική αυτή δύναμή τους δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν.
Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατατάξεως, στο πλαίσιο της διεξαγομένης, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ' ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως, ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αποφάσεως μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και τoυ καθ' ου η εκτέλεση (Α.Π.1501/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08).
Μέσω του παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/08) των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ - καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθ 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών. Με τους πρώτο, κύριο και πρόσθετο, λόγους, της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως αβάσιμη την από το ίδιο ασκηθείσα έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της 25/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από το άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή αυτού, (αναιρεσείοντος) κατά του .../2009 πίνακα κατάταξης της Σ/φου Ναυπάκτου Ειρήνης Νικολάου -Μουτοπούλου, με την οποία αυτό (αναιρεσείον) αμφισβήτησε το προνόμιο των καταταγεισών εργατικών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων ως μη προκυψασών εντός της τελευταίας, πριν από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού, διετίας, δεχθείσα, (εσφαλμένως και το αναιρεσείον) ότι για την πληρότητα του σχετικού δικογράφου ήταν αναγκαίο "να προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος διενέργειας αυτού καθώς και αν αυτός ήταν ο αρχικός ορισθείς ή αν έλαβε χώρα κατόπιν δηλώσεως συνέχισής του" Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και της επ' αυτής εκδοθείσας υπ' αριθμ. 25/11 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το αναιρεσείον με την από 10-12-2009 ανακοπή του ζήτησε τη μεταρρύθμιση του αναφερομένου σ' αυτήν πίνακα κατάταξης με σκοπό την αποβολή απ' αυτόν των προνομιακά καταταγεισών εργατικών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων με την επίκληση ότι"...οι απαιτήσεις των καταταγέντων αντιδίκων, προέκυψαν του μεν πρώτου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 μέχρι 2005, του δε δευτέρου κατά την περίοδο από Ιούνιο 2005 έως Δεκέμβριο 2005, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της διετίας του αρθ. 31 ν.1545/85 με δεδομένο μάλιστα ότι δεν αφορούν σε αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας".
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 25/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία την απέρριψε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι "δεν εκτίθεται ο ακριβής χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού, περαιτέρω δε, παρότι το ανακόπτον (αναιρεσείον) ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα το έτος 2009 δεν αναφέρει αν αυτός ήταν ο αρχικός ή ο ορισθείς, δυνάμει ιδιαίτερης επιταγής και αναγγελίας έχουσας τα προνόμια αυτοτελούς κατάσχεσης της επισπεύδουσας τράπεζας ενόψει και του γεγονότος ότι από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε χώρα κατόπιν δηλώσεως συνέχισής της".
Κατά της παραπάνω απόφασης το ανακόπτον (αναιρεσείον) άσκησε έφεση, προβάλλοντας την αιτίαση της, παρά το νόμο, απόρριψης, ως αόριστης, της ασκηθείσας ανακοπής του, που όμως απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη, με την ίδια αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο κήρυξε (απέρριψε), παρά το νόμο, απαράδεκτη την ανακοπή του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας το σχετικό, κύριο και πρόσθετο, λόγο της έφεσής του, δεχθείσα αοριστίας του δικογράφου αυτής (ανακοπής) απορρέουσα από τη μη αναφορά του χρόνου ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού προς τον οποίο συναρτάται ο προνομιακός χαρακτήρας των καταταγεισών εργατικών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, η οποία όμως (αοριστία) δεν συνέτρεχε στην ένδικη περίπτωση αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, εφόσον ο προβαλλόμενος μ' αυτήν (ανακοπή) λόγος συνίστατο σε απλή άρνηση του προνομίου των καταταγεισών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, εξαρκούσε για την πληρότητα (ορισμένο) αυτού η διατυπουμένη ως άνω απλή αμφισβήτηση (άρνηση) του προνομιακού χαρακτήρα αυτών και δεν ήταν αναγκαία, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η αναφορά των θεμελιωτικών του εν λόγω προνομίου- περιστατικών, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, έπρεπε να επικαλεστούν (και να αποδείξουν) οι καθών η ανακοπή αναιρεσίβλητοι, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση, δεκτών γενομένων, συνακολούθως, ως ουσιαστικά βασίμων, των προβαλλομένων με τους παραπάνω λόγους αιτιάσεων.
Από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφια α' και β' του ν.3198/1955 (όπως ισχύουν σήμερα, μετά τη συμπλήρωση και τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου από την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957, τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. Ι του ν. 435/1976 και εκείνη, του άρθρου 16 του ν. 1539/1985) προκύπτει ότι: α) εργαζόμενοι, που απασχολούνται με εργασιακή σχέση αόριστης διάρκειας, εφόσον συμπλήρωσαν 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του.
ν. 2112/1920) ή το όριο ηλικίας, που προβλέπεται από τον οικείο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης ή, σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου ηλικίας, το 65° έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την εργασία τους, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, έχουν δικαίωμα στη μισή αποζημίωση του ν. 2112/1920 ή του β.δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920, όπως αυτή προβλέπεται για την απροειδοποίητη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, η οποία υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 (άρθρο 8 του ν. 3198/1955, εδάφιο α'), β) εργαζόμενοι, γενικώς, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους, και εάν έχουν την ιδιότητα του ιδιωτικού υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν από την εργασία τους είτε να απομακρύνονται από αυτήν με απόφαση του εργοδότη και να λαμβάνουν οι μεν ασφαλισμένοι επικουρικώς το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και όσοι δεν συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις λήψεως σύνταξης από την επικουρική ασφάλιση) το 50% της αποζημίωσης την οποία θα εδικαιούτο σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας των εργασιακής τους σύμβασης από τον εργοδότη, υπολογιζόμενης κατά τους οικείους όρους των σχετικών διατάξεων των νόμων 3198/55, 2112/20 και του β.δ της 16/18-7-1920".
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 975 παρ 3 εδαφ.β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο προέκυψαν (Ολ ΑΠ 22/00 ΑΠ 1513/006).
Οι περί προνομίων διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος από την παραβίασή τους γίνεται μέσω του άρθρ. 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 21/94). Στις αποζημιώσεις που απολαμβάνουν της κατά την παραπάνω διάταξης προνομιακής, και ανεξάρτητης από τον χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν μεταχείρισης περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις του αρθ 8 ν.3198/1955 αποζημιώσεις, που χορηγούνται στον εργαζόμενο λόγω οικειοθελούς αποχώρησης ή απομάκρυνσης από την εργασία του αφού και επ' αυτών εφαρμόζονται όλες οι προστατευτικές διατάξεις του ν.3198/55 και 2112/1980.
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του αρθ 975 παρ 3 εδαφ. β' ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι απολαύουν της προβλεπομένης απ' αυτό προνομιακής κατάταξης όχι μόνο οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας αλλά και αυτές που καταβάλλονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθ. 8 του ν.3198/1955 στους οικειοθελώς αποχωρούντες ή αναγκαστικώς απομακρυνόμενους εργαζόμενους κατατάξασα, ακολούθως, προνομιακά τους αναιρεσιβλήτους για τις χορηγηθείσες σ' αυτούς, δυνάμει της εν λόγω διάταξης, αποζημιώσεις, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος επίσης κρίνεται και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το αρθ 559 αρ 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, τους θεμελιωτικούς των καταταγεισών απαιτήσεων ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που αναφέρονται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 8 εδαφ.
α' και β' του ν.3198/55 αποζημίωση "εξαιτίας της μη αναφοράς των παραγωγικών γεγονότων των εν λόγω απαιτήσεων (χρόνος σύναψης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ειδικότητα, αποδοχές)", αφού η διαλαμβανομένη στο αναιρετήριο δικόγραφο ρητή παραδοχή (βλ 6η σελίδα)του αναιρεσείοντος ότι "με την ένδικη ανακοπή μας αρνηθήκαμε τον προνομιακό χαρακτήρα και όχι την ύπαρξη της καταταγείσας απαιτήσεως των αντιδίκων" καθιστά αλυσιτελή την προβολή της παραπάνω αιτίασης.
Κατ' ακολουθίαν των ως άνω εκτεθέντων πρέπει, απορριπτομένου, κατά τα παραπάνω των δευτέρου, κυρίου και προσθέτου, λόγων αναίρεσης να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι πρώτος, κύριος και πρόσθετος, λόγοι αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη ως αόριστης της ανακοπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο και από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρ. 22 του ν.3692/1957
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 7/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά το αναφερόμενο στην απόρριψη ως αόριστης της ανακοπής του αναιρεσείοντος κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το παραπάνω μέρος στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος συγκρουτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ