370/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Legislator headnote
AI generated370/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η 7η εναγόμενη ΑΧΕΠΕΥ συνεστήθη το έτος 1999 με την 6656/26-5-1999 σχετική πράξη του συμ/φου Αθηνών Δημ. Μητρέλη (3ου εναγομένου) και την 6667/3-6-1999 διορθωτική πράξη του ιδίου συμ/φου, που εγκρίθηκαν από τον Υπουργό Ανάπτυξης και της χορηγήθηκε άδεια σύστασης με την Κ2-6072/4-6-1999 απόφαση του.
Full text
Απόφαση 370 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Θεονύμφη Τζώρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Β.
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σαμόλη και Γεώργιο Αρβανίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Θεονύμφη Τζώρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3556/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1295/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις με στοιχεία Α. από 8 Ιουλίου 2009 και με στοιχεία Β. από 22 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση και απόρριψη των Α. 753/8-7-2009 και Β.1403/22-12-2009 αιτήσεων για αναίρεση της 1295/12-3-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α.753/8-7-2009 και Β.1403/22-12-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 1295/12-3-2009, απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ.Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτών λόγων με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι'αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 168889/8802/3-12-2004 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντα τον Ν. Ε. και εναγομένους (α) τον Κ. Σ., (β) τον Α. Π., (γ) τον Δ. Μ., (δ) τον Κ. Γ., (ε) τον Β. Α., (στ)τον Ε. Κ. και (ζ) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως του δι'αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή των αξιόποινων πράξεων της απάτης και υπεξαιρέσεως.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην της έβδομης των εναγομένων, η απορριπτική αυτής κατά την απεύθυνσή της κατά του πέμπτου και έκτου των εναγομένων και κατά μερική παραδοχή της κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών, η 347/2007 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i)5034/2007, (α,β)3874/2007, (γ)3748/2007 και (δ) 4555/2007 εφέσεις των διαδίκων, η 1295/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ'ουσίαν κρίση επί των εφέσεων των εναγομένων και της αξιολογηθείσης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, ως αντεφέσεως με στοιχ.(i)εφέσεως του ενάγοντος, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η 7η εναγόμενη ΑΧΕΠΕΥ συνεστήθη το έτος 1999 με την 6656/26-5-1999 σχετική πράξη του συμ/φου Αθηνών Δημ. Μητρέλη (3ου εναγομένου) και την 6667/3-6-1999 διορθωτική πράξη του ιδίου συμ/φου, που εγκρίθηκαν από τον Υπουργό Ανάπτυξης και της χορηγήθηκε άδεια σύστασης με την Κ2-6072/4-6-1999 απόφαση του.
Μεταξύ των μελών του πρώτου Δ.Σ, αυτής, του οποίου η θητεία άρχισε από τη νόμιμη σύσταση της και έληγε την 30-6-2001 περιλαμβάνονταν ο 1ος εναγόμενος (αντιπρόεδρος του Δ.Σ., διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της) και ο 4ος εναγόμενος (μέλος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της, κατά το πρακτικό του Δ.Σ. της 6-10-1999), ενώ ο 2ος εναγόμενος είχε οριστεί Α' χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της (και στη συνέχεια μέλος του Δ.Σ, και νόμιμος εκπρόσωπος της, κατά το ίδιο πρακτικό του Δ.Σ.
της 6-10-1999). Προς το τέλος του έτους 1999 η πιο πάνω ΑΧΕΠΕΥ ξεκίνησε τη διαδικασία σύστασης επενδυτικής εταιρείας, με βάση τις διατάξεις του ν. 1961/1991, που θα είχε την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ". Για το σκοπό αυτό στις 11-12-1999 πραγματοποιήθηκε σε αθηναϊκό ξενοδοχείο συγκέντρωση 77 επενδυτών, οι οποίοι συμφώνησαν στη σύσταση της εν λόγω επενδυτικής εταιρείας (βλ.
το υπογραφέν 7101/11-12-1999 προσύμφωνο σύστασης ανώνυμης εταιρείας της συμ/φου Αθηνών Άννας Παγκράτη, που αναπλήρωνε τον 3° εναγόμενο συμ/φο και το προσαρτώμενο σε αυτό σχέδιο καταστατικού της εταιρείας). Μεταξύ των ιδρυτικών μελών ήταν παρόντες ο 1ος εναγόμενος, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της 7ης εναγομένης ΑΧΕΠΕΥ, οι 2oς, 3oς και 4ος εναγόμενοι ατομικά και ο 6ος εναγόμενος, ως πληρεξούσιος των Κ.
Α. και Θ. Ζ., αλλ' όχι και ο ενάγων. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε σε 5.400.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 5.400.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. εκάστης. Με το εν λόγω προσύμφωνο, τα ιδρυτικά μέλη που το υπέγραψαν, χορήγησαν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο 4° εναγόμενο να τροποποιεί το σχέδιο του καταστατικού της υπό ίδρυση εταιρείας με αυτοσύμβαση, συναλλασσόμενος και για λογαριασμό των λοιπών.
Υποδείχθηκε επίσης στους συμβληθέντες στο ως άνω προσύμφωνο, το ποσό που θα διέθεταν για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της ιδρυόμενης εταιρείας να κατατεθεί στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στο υποκατάστημα Αθηνών της Αγροτικής Τράπεζας, με συνδικαιούχους τους δύο πρώτους εναγομένους.
Ο λογαριασμός αυτός είχε ανοιχθεί πριν την 11-12-1999 και συγκεκριμένα την 6-12-1999, γεγονός που μαρτυρεί ότι η επιλογή αυτού του λογαριασμού για τη συγκέντρωση των χρημάτων δεν έγινε από τους υποψήφιους επενδυτές κατά τη συγκέντρωση τους την 11-12-1999, αλλά από τους νομίμους εκπροσώπους της 7ης εναγομένης, με πρωτοβουλία των οποίων, στους κόλπους της ΑΧΕΠΕΥ και άρχισε η διαδικασία σύστασης επενδυτικής εταιρείας.
Και η συγκέντρωση των χρημάτων για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου γινόταν στον ως άνω κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου στο όνομα των δύο πρώτων εναγομένων, ενώ για την ίδρυση ανώνυμης εταιρείας απαιτείται κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο 4ος εναγόμενος, έχοντας σχετική πληρεξουσιότητα, κατά τα προαναφερθέντα, δυνάμει του 7407/8-3-2000 εγγράφου του 3ου εναγομένου συμ/φου, τροποποίησε το σχέδιο καταστατικού της υπό ίδρυση επενδυτικής εταιρείας κατά τα άρθρα 5 και 40 και καθόρισε το μετοχικό κεφάλαιο αυτής σε 4.900.000.000 δρχ., διαιρούμενο σε 4,900.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ.
εκάστης, ενώ απεχώρησε η συμβληθείσα στο προσύμφωνο 7η εναγομένη ΑΧΕΠΕΥ, η οποία θα κάλυπτε το ποσό των 500.000.000 δρχ. και θα ανελάμβανε 500.000 μετοχές της υπό ίδρυση εταιρείας. Στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο δήλωσε ότι τυγχάνει και νόμιμος εκπρόσωπος της 7ης εναγομένης ΑΧΕΠΕΥ. Αποδείχθηκε επίσης ότι στις αρχές Μαρτίου του 2000, οι 5ος και 6ος εναγόμενοι, οι οποίοι συνεργάζονταν για τη σύσταση πελατείας με την 7η εναγομένη εταιρεία στην πόλη της Δράμας, μετέφεραν στον ενάγοντα τις πληροφορίες που είχαν λάβει από τα όργανα της τελευταίας περί της πρόθεσης της να ιδρύσει ανώνυμη εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου και του πρότειναν να συμμετάσχει στην υπό ίδρυση εταιρεία.
Τον διαβεβαίωσαν δε ότι η τοποθέτηση των χρημάτων του θα ήταν ασφαλής και επικερδής λόγω του ότι η υπό ίδρυση εταιρεία θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο και, σε κάθε περίπτωση, η επένδυση του θα τελούσε υπό την εγγύηση της 7ης εναγομένης η οποία και θα ανελάμβανε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση επενδυτικής εταιρείας, σε εγγύηση της ποιότητας και του αποτελέσματος της επενδύσεως.
Τις διαβεβαιώσεις αυτές επανέλαβε στον ενάγοντα ο 1oς εναγόμενος και νόμιμος εκπρόσωπος της 7ης, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν και του τόνισε ιδιαίτερα ότι η επένδυσή του θα τελούσε υπό την εγγύηση της 7ης εναγομένης εταιρείας, η οποία θα ανελάμβανε μέρος του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση επενδυτικής.
Πεισθείς στις ως άνω διαβεβαιώσεις και για να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό ίδρυση εταιρείας, ο ενάγων στις 29-3-2000 κατέθεσε το ποσό των 20.000.000 δρχ. και ήδη 58.694,06 Ευρώ στον με αρ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου της Αγροτικής Τράπεζας, με συνδικαιούχους τους δύο πρώτους εναγομένους (βλ. τη σχετική από 29-3-2000 εντολή είσπραξης της Α.Τ.Ε.).
Την ίδια ημέρα δε, δυνάμει του 15.836/29-3-2000 Ειδικού Πληρεξουσίου της συμ/φου Δράμας Θεοδώρας Παπαδοπούλου, ο ενάγων διόρισε τους 1° και 4° εναγομένους ειδικούς πληρεξουσίους και τους χορήγησε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, ενεργώντας από κοινού ή ξεχωριστά ο καθένας, να συστήσουν με οποιονδήποτε ανώνυμη εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου με την ως άνω επωνυμία, το καταστατικό της οποίας θα διεπόταν από όρους της απολύτου εγκρίσεως τους.
Τους χορήγησε επίσης την εντολή να ενεργήσουν από κοινού ή ξεχωριστά για την υπογραφή και δημοσίευση του καταστατικού της υπό σύσταση εταιρείας και να ενεργούν στο όνομα του ως αντιπρόσωποι αυτού για οτιδήποτε απαραίτητο για τη σύσταση και την αποδοτική λειτουργία της. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η παραπάνω τροποποίηση του καταστατικού της υπό ίδρυση Α.Ε.
δεν γνωστοποιήθηκε ποτέ στον ενάγοντα, ο οποίος επείσθη να συμμετάσχει στην κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της ακριβώς γιατί οι παραπάνω εναγόμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι μέτοχος αυτής θα ήταν η 7η εναγόμενη ΑΧΕΠΕΥ. Τελικά, με την 7575/22-5-2000 πράξη του 3ου εναγομένου συμ/φου, σε συνδυασμό και με την 7635/15-6-2000 διορθωτική πράξη του, καταρτίστηκε το καταστατικό της ανώνυμης επενδυτικής εταιρείας με την ως άνω επωνυμία και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ", Η εταιρεία αυτή έλαβε άδεια σύστασης με την Κ2-6765/16-6-2000 σχετική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 5011/21-6-2000 τ.
Α.Ε. και Ε.Π.Ε. Παρά το γεγονός όμως ότι ο ενάγων κατέβαλε, κατά τα προαναφερθέντα, το ποσό των 20.000.000 δρχ. για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου, ουδέποτε ενεγράφη στο μετοχολόγιο ούτε απέκτησε μετοχές της συσταθείσας επενδυτικής Α.Ε. Στις προσπάθειες του δε να ενημερωθεί από τους εναγομένους για την πορεία των ενεργειών σύστασης της εταιρείας και για τη λήψη των μετοχών του, δεν έλαβε ποτέ σαφή απάντηση παρά μόνο τον καθησύχαζαν προφορικά ότι οι μετοχές που του αντιστοιχούσαν θα του εδίδοντο μετά την είσοδο της εταιρείας στο Χρηματιστήριο την οποία ανέμεναν άμεσα.
Τελικά και σε απάντηση του από 25-2-2004 εξωδίκου του προς τους 1ο και 4ο εναγομένους, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τον πρώτο εξ αυτών ότι τα χρήματα που είχε καταθέσει στον ως άνω κοινό λογαριασμό της Α.Τ.Ε. με συνδικαιούχο και τον 1° εναγόμενο, κατετέθη σε άλλον κοινό λογαριασμό των 3ου και 4ου εναγομένων, χωρίς όμως να του δοθεί καμία εξήγηση για ποιο λόγο δεν περιελήφθη και αυτός στο μετοχολόγιο της συσταθείσας επενδυτικής Α.Ε.
και δεν του εδόθησαν οι αντίστοιχες μετοχές. Όντως, όπως αποδείχθηκε, για τη συγκέντρωση του χρηματικού ποσού των 4.900.000.000 δρχ. για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της ιδρυθείσας Α.Ε. χρησιμοποιήθηκε στην αρχή και για το χρονικό διάστημα από 6-12-1999 έως 18-5-2000 ο προαναφερθείς κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου στο υποκατάστημα Αθηνών της Α.Τ.Ε.
με συνδικαιούχους τους δύο πρώτους εναγομένους. Το σύνολο του κατατεθέντος σ' αυτόν ποσού των 4,986.095.149 δρχ., πλέον τόκων έως 18-5-2000 ύψους 7.140.831 δρχ. μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του καταστήματος Χολαργού της ίδιας τράπεζας, με δικαιούχους τους 3° και 4° εναγομένους (βλ.
την 1027/29-3-2002 βεβαίωση της Α.Τ.Ε.), για να κατατεθεί στη συνέχεια σε λογαριασμό της υπό σύσταση επενδυτικής Α.Ε., όπως εξ αρχής έπρεπε να γίνει, και συγκεκριμένα στον με αριθμό ... λογαριασμό όψεως της ίδιας τράπεζας (κατάστημα Χολαργού), μόνο το ποσό των 4.900.000.000 δρχ. (βλ. την 2191/24-5-2000 βεβαίωση της Α.Τ.Ε.). Όμως οι τεσσερεις πρώτοι εναγόμενοι, με τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους ως προς την 7η εναγόμενη ΑΧΕΠΕΥ, παρότι είχαν αναλάβει, για λογαριασμό και εντός του κύκλου δράσης αυτής, την ευθύνη της σύνταξης του μετοχολογίου και της διανομής των μετοχών της υπό σύσταση επενδυτικής Α.Ε., σύμφωνα με τα συγκεντρωθέντα στους ως άνω λογαριασμούς τους κεφάλαια των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, τελικά ιδιοποιήθηκαν από κοινού το ως άνω καταβληθέν απ' αυτόν χρηματικό ποσό, χρησιμοποιώντας αυτό προφανώς είτε για την αγορά μετοχών στο όνομα τους (και οι τέσσερεις ήταν εκ των σημαντικών μετόχων της συσταθείσας Α.Ε.), είτε για την κάλυψη εξόδων της συσταθείσας Α.Ε., αφού είναι βέβαιο ότι ουδέποτε εισεφέρθη για λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό αυτό, ούτε εκδόθηκε και παραδόθηκε σ' αυτόν οποιαδήποτε μετοχή.
Αντίθετα ως προς τους 5° και 6° εναγομένους, κατοίκους Δράμας, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί συνέπραξαν στην ως άνω αδικοπραξία των λοιπών εναγομένων, αφού απλά προσέγγισαν τον ενάγοντα (με τον οποίο ο 6ος ειδικά διατηρούσε φιλικές σχέσεις) και τον προέτρεψαν να επενδύσει με αγορά μετοχών της υπό ίδρυση επενδυτικής Α.Ε., μεταφέροντας του τις πληροφορίες και διαβεβαιώσεις που είχαν από τους λοιπούς εναγομένους και τα όργανα της 7ης εναγομένης ΑΧΕΠΕΥ.
Διαμένοντας όμως στην πόλη της Δράμας, μακριά από το κέντρο λήψης των αποφάσεων, δεν είχαν γνώση των ενεργειών των λοιπών εναγομένων και ειδικότερα του γεγονότος ότι στις 8-3-2000 τροποποιήθηκε το καταστατικό της υπό ίδρυση εταιρείας και δεν συμμετείχε η ΑΧΕΠΕΥ (7η εναγομένη) στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής, αναλαμβάνοντας 500.000 μετοχές και καταβάλλοντας το ποσό των 500.000.000 δρχ., όπως είχαν πληροφορήσει τον ενάγοντα.
Αντίθετα ο νόμιμος εκπρόσωπος της 7ης εναγομένης, 10ς εναγόμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ενάγοντα τον Μάρτιο του 2000 και πριν ο τελευταίος καταβάλει το ποσό των 20.000.000 δρχ., αν και γνώριζε την εν λόγω τροποποίηση του καταστατικού, αποσιώπησε το γεγονός αυτό, διαβεβαιώνοντας τον ψευδώς ότι η επένδυση του θα ήταν ασφαλής, τελώντας υπό την εγγύηση της 7ης εναγομένης ΑΧΕΠΕΥ, γεγονός που ώθησε τον ενάγοντα να προβεί στην επένδυση του ως άνω ποσού στην υπό ίδρυση Α.Ε.
Επομένως οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος και 7η των εναγομένων ζημίωσαν παρανόμως και υπαιτίως τον ενάγοντα και οφείλουν να ανορθώσουν τη ζημία του που ανέρχεται στο ποσό των 58.694,06 Ευρώ (20.000.000 δρχ.). Η ένσταση παραγραφής κατ' άρθρο 937 ΑΚ που προβάλλει ο 3ος εναγόμενος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη αφού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας του στις αρχές του έτους 2004, οπότε και απέστειλε την προαναφερθείσα από 25-2-2004 εξώδικη διαμαρτυρία του.
Επίσης απορριπτέα είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής κατ' άρθρο 281 ΑΚ που προβάλλει ο ίδιος εναγόμενος, ως αβάσιμη, αφού δεν προέκυψαν περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του αυτόν. Τέλος από την αδικοπραξία εις βάρος του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας και της στεναχώριας που υπέστη, για την αποκατάσταση της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη ο βαθμός της υπαιτιότητας των εναγομένων, το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και οι εν γένει συνθήκες τελέσεως του αδικήματος, πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 Ευρώ, το οποίο κρίνεται ως εύλογο".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες με στοιχ.(α,β) και (γ) εκκαλούντες (εναγόμενοι) με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ.Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ'αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτών λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: (i) Με στοιχ.Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντες τους με στοιχ.(α,β) εκκαλούντες (εναγόμενους).
Ι. Κατά τα άρθρα 556 παρ.1, 68 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο ηττηθείς εκκαλών, εφόσον έχει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον, το οποίο δεν διαθέτει επί απλής, κατά την έννοια του άρθρου 74 ΚΠολΔ, ομοδικίας, όπως επί ενεχομένων εις ολόκληρο από κοινή άδικη και υπαίτια πράξη, κατά την οποία η αναίρεση εκάστου διαδίκου λειτουργεί αυτοτελώς, όταν ο λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ομόδικό του, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του (α) παράλειψεν παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την έβδομη των εναγομένων, η οποία είχε τεθεί στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 4α του ν.1806/1988 ειδική εκκαθάριση, με εντεύθεν υποχρέωσή του (β) αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ελλείψει του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, το οποίο δεν δικαιολογείται από τη σύνδεση της αναιρετικής αυτής αιτιάσεως με την κατ'εφαρμογή του άρθρου 246 ΚΠολΔ αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς του αναιρεσείοντες, δοθέντος ότι πρόκειται για διαδικαστική ενέργεια η οποία εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και με την έννοια αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Δεν προσήκουν στην αποδιδόμενη πλημμέλεια οι διατυπούμενες με το πρώτο και τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 4α του ν.1806/1988, με την οποία δεν συνδέονται αιτιωδώς, αλλά με εκείνη του άρθρου 246 Κ.πολ.Δ., προεχόντως για τον λόγο ότι για την στοιχειοθέτηση των λόγων αυτών αναιρέσεως απαιτείται παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.
ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε (α) τα καταθετήρια έγγραφα της Αγροτικής Τράπεζας, από τα οποία προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατέθεσε με την διάθεση ίδιων αυτού χρημάτων τα απαιτούμενα ποσά για την αγορά 60.000 μετοχών της υπό σύσταση εταιρείας και τα έξοδα συστάσεως της και ειδικότερα τις 0200157, 0227025,0228366, 0228850, 0229641, 0230114, 0230420, 0230771, 0156222 και 010430 πράξεις καταθέσεως κατά το από 22-12-1999 έως 3-2-2000 χρονικό διάστημα συνολικού ποσού 69.202.000 δρχ., (β)την ΕΓ 128-061 52/8 απαλλακτική για τους αναιρεσείοντες εισαγγελική πρόταση για την ασκηθείσα κατ'αυτών ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (γ)το επακολουθήσαν 2602/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διατάχθηκε η διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως προκειμένου να διακριβωθεί το ακριβές ύψος των εξόδων του τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, ενόψει της παραδοχής του ότι εντοπίζεται ύπαρξη αδιάθετου υπολοίπου, ποσού 19.038.860 δρχ., (δ) την 4410/2005 απαλλακτική για τον πρώτο των αναιρεσειόντων απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών για την αξιόποινη πράξη της απάτης, (ε)τα απαλλακτικά για τον πρώτο των αναιρεσειόντων 806/2005, 5709/2003 και 1203/2003 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και της απάτης κατ'επάγγελμα, κατά την αυτή πάντοτε αντιστοιχία, και (στ) την εκδοθείσα κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 3385/13-5-2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τις αιτιολογίες της οποίας δεν πιθανολογήθηκε ο ισχυρισμός του κατ'εκείνη την δίκη αιτούντος περί παράνομης ιδιοποιήσεως από τους καθών.
Οι αναιρεσείοντες ανταποκρίνονται ήδη στη δικονομική τους υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε πλην άλλων, " και όλα χωρίς εξαίρεση έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' οικιοθελώς καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπ'όψη και τα αφορούντα τρίτους, πλην του αναιρεσίβλητου, έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον έκτο κατά σειρά λόγο διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.14 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι (α)παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να κηρύξει-απαράδεκτη την προσθήκη στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου, την οποία κατέθεσε μετά την κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 524 παρ.1 εδ.1, 591 παρ.1 δ ΚΠολΔ τριήμερη προθεσμία (άρθρο 7 παρ.3 ν.2915/2001, 7 παρ.6 του ν.3043/2002) και (β) με τον τρόπο αυτό παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον απαραδέκτως προβληθέντα με την προσθήκη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι οι με στοιχ.
ΙΙ (α) πράξεις αφορούν τραπεζικές καταθέσεις τρίτων. Προφανές είναι ότι ο με στοιχ.(β) ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προδιαληφθείσα έννοια του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα του αναιρεσίβλητου προς επιβεβαίωση από ουσιαστική άποψη των θεμελιωτικών της αγωγής του πραγματικών περιστατικών, χωρίς περαιτέρω ως εφεσίβλητος, δοθέντος ότι η αξιολογηθείσα ως αντέφεση εφεσή του απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, να προτείνει αυτοτελείς ισχυρισμούς, πλην των αγωγικών, τους οποίους δεν υποχρεούται να επαναδιατυπώσει κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, παραδοχή σε συνέπεια με την οποία ελλείπει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την πρόταση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 ΚπολΔ, αυτοτελώς ερευνώμενου, ως μη διαθέτοντος την ικανότητα διαφοροποιήσεως του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά να αξιολογούνται, ως απαράδεκτη και αβάσιμη αντίστοιχα.
IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ,.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ η αδικοπρακτική ευθύνη για την θεμελίωση υποχρεώσεων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά, παράνομη και υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μορφή αδικοπραξίας αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ.
Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Τέλος, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 7παρ1 του ν. 2339/1995, η καταβολή των μετρητών για κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου πραγματοποιείται, υποχρεωτικά με κατάθεση σε λογαριασμό επ' ονόματι της εταιρείας.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α)ότι οι αναιρεσείοντες, ενεργούντες ο πρώτος με την ιδιότητα του αντιπροέδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου και ο δεύτερος με εκείνη του Α' Χρηματιστηριακού εκπροσώπου και στη συνέχεια μέλους του διοικητικού συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της έβδομης των εναγομένων ΑΧΕΠΕΥ, είχαν αναλάβει, κατά τα τέλη του έτους 1999, κατ'εντολή και λογαριασμό της τελευταίας και εντός του κύκλου δράσεως αυτής, την ευθύνη συντάξεως του μετοχολογίου και της διανομής των μετοχών της υπό σύσταση επενδυτικής ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με τα συγκεντρωθέντα κεφάλαια των επενδυτών, που κατετίθεντο αρχικά στον ...
κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου της Αγροτικής Τράπεζας, με συνδικαιούχους τους ιδίους, ο οποίος κατά την από 6-12-1999 έως 18-5-2000, λειτουργία του ενεφάνισε ποσό κεφαλαίου 4986.055.149 δρχ. και τόκων 7140.831 δρχ., το οποίο μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του καταστήματος Χολαργού της ίδιας τράπεζας, με δικαιούχους τον τρίτο (με στοιχ.Β αναιρεσείων) και τέταρτο των εναγομένων και ακολούθως κατατέθηκε μόνο για το ποσό των 4900.000.000 δρχ.
στον ... λογαριασμό όψεως του αυτού καταστήματος της υπό σύσταση επενδυτικής ανώνυμης εταιρείας και (β) ότι ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε στις 29-3-2000 στον αρχικά τηρούμενο λογαριασμό, με συνδικαιούχους τους αναιρεσείοντες, το ποσό των 20.000.000 δρχ, προκειμένου να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό σύσταση επενδυτικής ανώνυμης εταιρείας και αποκτήσει ισόποσης αξίας μετοχές αυτής, και παράλληλα, την ίδια ημέρα, με το 15836/29-3-2000 συμβόλαιο της συμ/φου Δράμας Θεοδώρας Παπαδοπούλου παρέσχε στον πρώτο των αναιρεσειόντων και τον τέταρτο των εναγομένων εξουσία αντιπροσωπεύσεως του για τις απαιτούμενες ενέργειες για τη σύσταση και λειτουργία της επενδυτικής εταιρείας, ποσό το οποίο ουδέποτε εισεφέρθη για λογαριασμό του, ούτε παραδόθηκε εις εκείνον οποιαδήποτε μετοχή, αλλά από κοινού ιδιοποιήθηκαν οι αναιρεσείοντες, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων, με την διαθεσή του, είτε για την αγορά μετοχών στο όνομά τους, είτε για την κάλυψη εξόδων της συσταθείσης ανώνυμης εταιρείας.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ'ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων παραδοχή της κατά των αναιρεσειόντων απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσίβλητου. Δεν αποτελούν στοιχείο του πραγματικού των κανόνων αυτών ουσιαστικού δικαίου, αλλά πραγματικό επιχείρημα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αυτής αποδεικτικού πορίσματος, η παράλληλη παραδοχή της ότι η κατάθεση των χρημάτων των επενδυτών για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου γινόταν στον κοινό λογαριασμό των αναιρεσειόντων αντί στο όνομα της υπό σύσταση εταιρείας, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρθου 11 παρ. 6 του ν. 2190/1920 με την οποία συνδέεται η προβαλλόμενη με το δεύτερο κατά σειρά λόγο και εντεύθεν ελεγχόμενη ως αβάσιμη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 11 παρ.1 του ν.2190/1920, κατά τους ορισμούς της οποίας "Εντός του πρώτου διμήνου από τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συνέλθει σε συνεδρίαση, με θέμα ημερήσιας διατάξεως την πιστοποίηση της καταβολής ή μη του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου, που ορίζεται από το καταστατικό", η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.
Επιπρόσθετα δεν είναι αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το συνολικό ποσό, κεφαλαίου και τόκων, του λογαριασμού, με συνδικαιούχους τους αναιρεσείοντες, μεταφέρθηκε στη συνέχεια στις 18-5-2000, σε κοινό λογαριασμό του τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, με την παράλληλη παραδοχή της για την από κοινού μετ'αυτών ιδιοποίηση του κατατεθέντος από τον αναιρεσίβλητο ποσού των 20.000.000 δρχ, αδικοπραξία η οποία αποδίδεται εις εκείνους με την προδιαληφθείσα εκάστου ιδιότητα ως προς την έβδομη των εναγομένων ΑΧΕΠΥ, διαθέτοντος του πρώτου εξ αυτών και εξουσία αντιπροσωπεύσεως του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να ασκεί επιρροή ο τρόπος διαθέσεως του υπεξαιρεθέντος χρηματικού ποσού, ώστε να αποτελεί ενδοιαστική διατύπωση, δημιουργούσα αμφιβολία, η αιτιολογία της αποφάσεως "Χρησιμοποιώντας αυτό είτε για την αγορά μετοχών στο όνομα τους είτε για την κάλυψη εξόδων της συσταθείσας ΑΕ>>.
Ενόψει τούτων, για την επάρκεια της τελευταίας αυτής αιτιολογίας της, δεν απαιτείται να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες συμμετείχαν στο διοικητικό συμβούλιο της υπό σύσταση εταιρείας και περαιτέρω να προσδιορισθεί το χρηματικό ποσό το οποίο έκαστος τούτων ιδιοποιήθηκε, θέμα το οποίο, κατά ορισμούς και την έννοια του άρθρου 926 ΑΚ, αφορά τη μεταξύ αυτών, κατά το άρθρο 927 ΑΚ, αναγωγή και δεν διαφοροποιεί την έναντι του αναιρεσιβλήτου εις ολόκληρο ενοχή τους, πολύ δε περισσότερο εκείνο το οποίο διατέθηκε για την αγορά μετοχών και τα έξοδα της υπό σύσταση επενδυτικής εταιρείας.
Επομένως η διατυπούμενη με τους τέταρτο και έβδομο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, που συνδέεται με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αυτές, ελέγχεται ως αβάσιμη. Η παραπάνω σημειούμενη κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης για την από κοινού από τους αναιρεσείοντες τέλεση της αποδιδόμενης εις αυτούς αδικοπραξίας, με τη μορφή της ιδιοποιήσεως, που δεν προσβάλλεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, που συνδέονται με τις επιπρόσθετες παραδοχές της που αξιολογούνται κατά το αναιρετήριο, ως παράλληλη αιτιολογία της για αδικοπραξία των αναιρεσειόντων με τη μορφή της απάτης, συνισταμένης στο ότι ο αναιρεσίβλητος πείσθηκε να συμμετάσχει στο μετοχικό κεφάλαιο της υπό σύσταση επενδυτικής εταιρείας, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις τους ότι η επένδυση θα τελούσε υπό την εγγύηση της έβδομης των εναγομένων με συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο, την οποία επανέλαβε ο πρώτος τούτων και μετά την αποχώρηση της τελευταίας, να ελέγχονται ως αλυσιτελείς.
(ii)Με στοιχ.Β αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντα τον με στοιχ.(γ) εκκαλούντα (εναγόμενο). Οι σημειούμενες με στοιχ.IV (α), (β) της παρούσης σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την αναφορά για τον αναιρεσείοντα ότι υπήρξε συνδικαιούχος με τον τέταρτο των εναγομένων από 18-5-2000 του τηρούμενου λογαριασμού για τα κατατιθέμενα από τους επενδυτές χρηματικά κεφάλαια, συνολικού ποσού κατ'εκείνο τον χρόνο {κεφάλαιο (4986095149) + τόκοι (7140831)} 4.993.235.980 δρχ, από το οποίο κατατέθηκε στη συνέχεια σε λογαριασμό της συσταθείσης εταιρείας εκείνο των 4900.000.000 δρχ, δικαιολογούσαν την κατ'ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 932 ΑΚ παραδοχή της κατ'αυτού απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των 2.200,00 ευρώ για τους με στοιχ. Α αναιρεσείοντες και στο αυτό ποσό των 2.200,00Ευρώ για τον με στοιχ. Β αναιρεσείοντα (Κ.Πολ.Δ 183)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις Α. 753/8-7-2009 και Β.1403/22-12-2009 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής 1295/12-3-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00) ευρώ για τους με στοιχ. Α αναιρεσείοντες και στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00) Ευρώ για το με στοιχ. Β αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ