Legislator Case Law & Legislation
370/2010 AI generated

370/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 370/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΚΤΕΡ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της εδρευούσης στο Χολαργό Αττικής ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΤΕ", την οποία δια συγχωνεύσεως απορρόφησε, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νικολόπουλο.

Legislator headnote

AI generated

370/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108§1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέλαβε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 370 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Α. Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΚΤΕΡ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της εδρευούσης στο Χολαργό Αττικής ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΤΕ", την οποία δια συγχωνεύσεως απορρόφησε, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νικολόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 2. Ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Αναστόπουλο και 3. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία προήλθε από την συγχώνευση με απορρόφηση των ασφαλιστικών εταιριών με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΕΑΖ" και "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΑΕΑΖ" αντίστοιχα από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ", η οποία μετονομάστηκε σε "ΑΛΦΑ ΑΑΕ" και εν συνεχεία σε "ΑΧΑ Ασφαλιστική Ανώνυμος Εταιρία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρέκκα.

Β. Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 2. Ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Αναστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2337/2001 του ιδίου Δικαστηρίου, 272/2003 του Ειρηνοδικείου Σερρών, 2198/2004 του Εφετείου Αθηνών, 278/2005 του Ειρηνοδικείου Σερρών και 83/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ως άνω αναιρεσείοντες Α' και Β' με τις από 28-8-2008 και 25-9-2008 αιτήσεις των. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων με στοιχ. Α' (2/28-8-2008) και Β' (4/25-9-2008) αιτήσεων για αναίρεση της 83/30-5-2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών και την απόρριψη των διατυπομένων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή εκάστης των αιτήσεως των , οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων έκαστος την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 2/28-8-2008 και Β. 4/25-9-2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 83/30-5-2008, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (Κ.Πολ.Δ. 573 § 1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπούμενων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, (α) με το 35866/2948/29-3-2000 δικόγραφο αγωγών με ενάγουσες τις (1) Ψ1 και (2) Ψ2 και εναγόμενες (αα) 1. την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", (2) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε, δι' απορροφήσεώς της, με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ ΑΕ" και (ββ) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία, ως και εκείνη με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΑΕΑΖ" συγχωνεύθηκαν, δι' απορροφήσεως, με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΑΕ", και στη συνέχεια σε "ΑΧΑ Ασφαλιστική ΑΕ", εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις των δι' αυτής, εναγουσών κατά των εναγομένων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, με θεμελίωσή τους στην ιστορική βάση (αα) της καταστροφής της κατ' ισομοιρία συγκυριότητάς τους οικίας τους στην πόλη των ...

κατά την εκσκαφή ομόρου ακινήτου της κυριότητας της πρώτης των εναγομένων κατ' ανάθεση από την δεύτερη τούτων και (ββ) στην ασφαλιστική κάλυψη της εκτελέσεως του έργου με βάση τη συνδέουσα την τελευταία και την τρίτη των εναγομένων σύμβαση ασφαλίσεως. Οι εν λόγω υποκειμενικώς και αντικειμενικώς σωρευόμενες αγωγές απευθύνοντο αρχικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την 2337/2001 απόφασή του διέταξε τον χωρισμό των με στοιχ.

α (αα) και α (ββ) χαρακτηριζομένων αγωγών και στη συνέχεια απέρριψε τη με στοιχ. α(ββ) αγωγή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως στο πρόσωπο της δι' αυτής εναγομένης και παράλληλα κηρύχθηκε καθύλη και κατά τρόπο αναρμόδιο προς εκδίκαση της με στοιχ. α(αα) αγωγής και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση στο καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις παραδοχές της, Ειρηνοδικείο Σερρών, το οποίο με την 272/2003 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, λόγω της εκκρεμοδίκιας από την άσκηση της 10808/2002 εφέσεως από την δεύτερη των εναγομένων κατά της περί παραπομπής αποφάσεως, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της απορριπτικής επ' αυτής 2198/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών? (β) με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών απευθυνόμενη 697/8-7-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή, με δι' αυτής ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ ΑΕ" και εναγομένη την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΑΕ", που μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε "ΑΧΑ Ασφαλιστική ΑΕ", διετυπώνετο το αίτημα, με θεμελίωσή του στη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως, καταψηφίσεως της τελευταίας σε πληρωμή του ποσού που ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει η ενάγουσα, σε περίπτωση παραδοχής της με στοιχ.

α(αα) κύριας αγωγής, στις δι' αυτής ενάγουσες και (γ) με την ασκηθείσα στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Σερρών πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης των εναγομένων στη με στοιχ. α(αα) κύρια αγωγή, η δι' αυτής παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΑΕ" εδίωκε την απόρριψη της εν λόγω κύριας αγωγής κατά την κατεύθυνσή της κατά της υπερής η παρέμβαση.

Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η 278/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, με απορριπτική κατ' ουσίαν επί της με στοιχ. α(αα) κύριας αγωγής κρίση, η οποία καθιστούσε αλυσιτελή την εξέταση της με στοιχ. (β) παρεμπίπτουσας αγωγής. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι ενάγουσες στη με στοιχ. α(αα) κύρια αγωγή με την 35/26-7-2005 έφεση και παράλληλα η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΑΕ" (εναγομένη στη με στοιχ. (β) παρεμπίπτουσα αγωγή) άσκησε την 1053/ΠΤ45/19-3-2007 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εταιρείας "ΕΚΤΕΡ ΑΕ" (δεύτερη των εναγομένων στη με στοιχ.

α(αα) κύρια αγωγή-εφεσιβλήτων). Επακολούθησε η έκδοση της 83/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι με στοιχ. α(αα) και (β) κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Οι ενάγουσες είναι συγκύριες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, ήτοι οικοπέδου εμβαδού 236,31 τμ, μετά της επ' αυτού οικοδομής που αποτελείται από ισόγεια επαγγελματική στέγη, εμβαδού 103,09τμ και κατοικία στον πρώτο όροφο, εμβαδού 137,32 τμ και συνολικού όγκου 1271,752 κμ.

Η συγκυριότητα των εναγουσών επί του άνω ακινήτου δεν αμφισβητείται. Η θεμελίωση της άνω οικοδομής από λιθόδεμα και συνθετικό υλικό ασβεστοκονίαμα έγινε μέσα σε μπάζα που άφησε πίσω της η πυρκαγιά που κατέστρεψε το 1917 την πόλη των .... Αρχικά αυτή αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης οικοδομής με ενιαίο φέροντα οργανισμό, που ήταν διπλάσια απ' αυτήν.

Κατά το έτος όμως 1970, ο θείος των εναγουσών ... που ήταν συγκύριος μ' αυτές (ενάγουσες) κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου πώλησε το άνω μερίδιο του, μετά του αναλογούντος σ' αυτόν οικοπέδου, στον εργολάβο οικοδομών ..., ο οποίος, στη συνέχεια, το έτος 1972 περίπου, κατασκεύασε την εν επαφή με το τμήμα της οικίας των εναγουσών όμορη πολυόροφη οικοδομή χωρίς δηλαδή να προβλέψει αρμό (κενό) μεταξύ της νέας πολυόροφης οικοδομής και του εναπομείναντος τμήματος της οικοδομής των εναγουσών.

Τον Οκτώβριο του 1997, η πρώτη εναγομένη Εμπορική Τράπεζα, προτιθέμενη να ανεγείρει, επί ομόρου ακινήτου της, πολυόροφη οικοδομή, για να στεγάσει τις υπηρεσίες του Υποκαταστήματος της, στις ..., ανέθεσε την εκτέλεση του έργου αυτού στην κατασκευάστρια εταιρία με την επωνυμία "Ήφαιστος ΑΕ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας, υπεισήλθε με συγχώνευση η δεύτερη εναγομένη, η οποία ασφάλισε, εν συνεχεία, το έργο κατασκευής για κινδύνους ζημιών έναντι τρίτων στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ελληνοβρετανική ΑΕΑΖ" στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε αρχικά από τη συγχώνευση με απορρόφηση αρχικά, η Ελληνοβρετανική ΑΑΕΑΖ και, εν συνεχεία, η προσεπικαλούμενη-παρεμπιπτόντως εναγομένη "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ".

Κατά την έναρξη των εργασιών και ειδικότερα, καθόλο το διάστημα που διήρκησαν οι εκσκαφές του οικοπέδου της πρώτης εναγομένης, η διώροφη οικοδομή των εναγουσών παρουσίασε ρηγματώσεις στους τοίχους και πτώση των επιχρισμάτων τους. Για τον λόγο αυτόν οι ενάγουσες με την από 16-12-1997 εξώδικη διαμαρτυρία τους προς τους εναγομένους, ζήτησαν απ' αυτούς την άμεση λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας της οικοδομής τους.

Οι ρωγμές αυτές συνεχώς διευρύνονταν κατά μήκος και πλάτος και όλη η οικοδομή τελικά πήρε κλίση προς την όμορη ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο χώρος που δημιουργήθηκε από την εκσκαφή στο οικόπεδο της πρώτης εναγομένης γέμισε νερά τόσο από τη βροχή, όσο κυρίως από το σπάσιμο ενός αγωγού ύδρευσης της ΔΕΥΑΣ που προκλήθηκε από τους προστηθέντες, τεχνικούς και εργάτες της δεύτερης εναγομένης, οι οποίοι από αμέλεια, δεν εντόπισαν αμέσως τη ζημία αυτή και το νερό συνέχισε να τρέχει για πολλές ημέρες, με αποτέλεσμα η διαρροή αυτού του νερού να συνεχιστεί τουλάχιστον επί 3 μήνες περίπου, ήτοι από αρχές Δεκεμβρίου 1997 έως αρχές Μαρτίου 1998, ότε και επισκευάστηκε.

Τελικά τα θεμέλια της οικοδομής των εναγουσών υπέστησαν - καθίζηση και όλη η οικοδομή πήρε κλίση προς το όμορο οικόπεδο της πρώτης εναγομένης, γι' αυτό το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου ..., με το υπ' αριθμ. 21/24-1-2000 έγγραφό του, κάλεσε τις ενάγουσες να προβούν στις σχετικές ενέργειες προς λήψη αδείας κατεδάφισης αυτής.

Επακολούθησε η κατεδάφιση της οικοδομής σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 35/2000 άδεια κατεδάφισης του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ... και, εν συνεχεία, η πώληση του οικοπέδου εκ μέρους των εναγουσών στους ... και ... με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Σερρών Νικ. Βαδικόλια, και, στη συνέχεια, η ανέγερση στη θέση της παλαιάς οικίας, πολυόροφης οικοδομής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ζημίες που προκλήθηκαν στην οικία των εναγουσών και η εντεύθεν κατεδάφιση της οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ότι η δεύτερη εναγομένη κατασκευάστρια εταιρία από υπαιτιότητά της δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα αντιστήριξης κατά την εκσκαφή που έκανε στο όμορο οικόπεδο της πρώτης εναγομένης, όπως υποχρεούταν από το άρθρο 1007 ΑΚ.

Ο μάρτυρας της ρητώς κατάθεσε σχετικά με το θέμα αυτό ότι έγιναν δοκάρια αντιστήριξης προσωρινά τα οποία θα αντικαθίσταντο μετά με οριστικά. Περαιτέρω, τα μέτρα αυτά έπρεπε να είναι αυξημένα, ενόψει του ότι οι τεχνικοί της δεύτερης εναγομένης αντελήφθησαν εξαρχής και μπορούσαν να αντιληφθούν καταβάλλοντος τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια τη σαθρότητα του εδάφους, ήτοι, κατά τις εκσκαφές ότι η οικία ήταν κτισμένη, όπως προαναφέρθηκε, πάνω σε μπάζα καταστραμμένων σπιτιών.

Πέραν αυτού η ευθύνη της κατασκευάστριας εταιρίας, στηρίζεται στο ότι οι προστηθέντες τεχνικοί της αδράνησαν ως προς την εξακρίβωση της αιτίας της διαρροής των υδάτων, η οποία διήρκησε, όπως προαναφέρθηκε, επί τρίμηνο, με αποτέλεσμα να διαβρωθούν τα θεμέλια της οικίας των εναγουσών, τα ύδατα δε αυτά, όπως και οι πραγματογνώμονες αναφέρουν αποτέλεσαν και την κυρία αιτία καθιζήσεως των θεμελίων της οικίας.

Βέβαια, οι πραγματογνώμονες ... και "ΝΕ ΜΑΝΟΣ ΑΕ", που διορίσθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, με αίτηση της δεύτερης εναγομένης και της προσεπικαλούμενης ασφαλιστικής εταιρίας, αντίστοιχα, αναφέρουν ότι η αιτία της καθίζησης που υπέστη η οικία, ήταν : 1) η μη ύπαρξη αρμού (κενού) μεταξύ της οικίας των εναγουσών και της πολυόροφης οικοδομής, ιδιοκτησίας ..., που ανεγέρθηκε απ' αυτόν το 1972, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η οικία των εναγουσών να παρασύρεται από την πολυόροφη οικοδομή ...

εκ του λόγου ότι επειδή οι δυο αυτές οικοδομές ήταν δεμένες η οικία ήταν υποχρεωμένη να παρακολουθεί τις μετακινήσεις της πολυόροφης οικοδομής, αλλά και στην αποκοπή τμήματος της οικίας από την όλη οικοδομή, κατά την κατασκευή της πολυόροφης οικοδομής που δημιούργησε πρόβλημα στον φέροντα οργανισμό της, 2) η ανέγερση της πάνω σε έδαφος που απαρτίζονταν από μπάζα καταστρεμμένων σπιτιών και 3) στη διαφυγή του νερού, το οποίο πότισε τα θεμέλια της οικίας.

Οι αιτίες όμως αυτές που αναφέρονται στις άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και, που συνετέλεσαν, σύμφωνα μ' αυτές, στην καθίζηση των θεμελίων και στην εντεύθεν κατεδάφιση της οικίας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που σχηματίστηκε από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αλλά και από τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη για την απαλλαγή της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης κατασκευάστριας εταιρίας αφού η σαθρότητα του εδάφους έγινε αντιληπτή, κατά την έναρξη των εκσκαφών και επομένως μπορούσαν, όπως προαναφέρθηκε, οι τεχνικοί της δεύτερης εναγομένης να λάβουν πρόσθετα μέτρα αντιστήριξης με τσιμέντο προς αντιμετώπισης της.

Περαιτέρω, θα όφειλαν να αντιληφθούν αμέσως την αιτία της διαρροής των υδάτων και όχι να αδρανήσουν επί τρεις μήνες και να επιτείνουν ειδικώς την προσοχή τους επ' αυτού, λόγω της άνω σαθρότητας του εδάφους. Αντίθετα αυτοί ανέθεσαν στην ΔΕΥΑΣ την εξακρίβωση της αιτίας της διαρροής αφού οπωσδήποτε ήταν προφανές ότι η συγκέντρωση των υδάτων προέρχονταν από διαρροή αγωγού δηλ.

στην περίπτωση αυτή οι τεχνικοί της δεύτερης εναγομένης επέδειξαν ασυγχώρητη αμέλεια. Ακόμη δεν αποδείχθηκε σχετικά με την μη δημιουργία αρμού (κενού) μεταξύ της οικίας και της πολυώροφης οικοδομής του ... ύπαρξη μικρομετακινήσεων, ώστε η οικία να παρασύρεται από την πολυόροφη οικοδομή, όπως αυτοί (πραγματογνώμονες) ισχυρίζονται στις εκθέσεις τους.

Άλλωστε η μη ύπαρξη αρμού στην συγκεκριμένη περίπτωση συνετέλεσε στην συγκράτηση μάλλον παρά στην αποκόλληση της οικίας. Τέλος η αιτία που αναφέρεται στη σαθρότητα του εδάφους δεν θα υπήρχε αν δεν γίνονταν οι εκσκαφές στο όμορο οικόπεδο πέραν του ότι, λόγω της σαθρότητας αυτής, που έγινε αντιληπτή με την εκσκαφή, θα έπρεπε να ληφθούν, όπως προαναφέρθηκε, πρόσθετα μέτρα αντιστήριξης.

Η άποψη αυτή του Δικαστηρίου περί μη επιδράσεως της νέας πολυορόφου οικοδομής στον φέροντα οργανισμό της οικίας και της σαθρότητας του εδάφους, ενισχύεται και από το ότι η οικία δεν είχε υποστεί καμία φθορά και καμία ρηγμάτωση προς της εκσκαφής του οικοπέδου. Τα όσα καταθέτει, ως επιχείρημα περί σαθρότητας του εδάφους ο μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης, δηλαδή ότι το από την απέναντι πλευρά του εκσκαφέντος οικοπέδου, κτίσμα, δεν υπέστη καμία ζημία, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη διότι δεν αποδείχθηκε αν και το κτίσμα αυτό είχε θεμελιωθεί πάνω σε μπάζα, έτσι ώστε να μπορεί να έχει την ίδια τύχη με την οικία των εναγουσών.

Βάσει όλων αυτών, οι σοβαρές ζημίες που δημιουργήθηκαν στην οικία και η εντεύθεν κατεδάφιση της οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της δεύτερης εναγομένη κατασκευάστριας εταιρίας.· Είναι, συνεπώς, υπόχρεοι προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες, τόσο η πρώτη εναγομένη όσο και η δεύτερη, ως προστηθείσα από την πρώτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1007, 297, 330, 914, 922 και 926 ΑΚ.

Η υποχρέωση αυτή των δύο πρώτων εναγομένων, δεν αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι οι ενάγουσες, μετά την επελθούσα καταστροφή της οικίας, πούλησαν προς τους ... και ..., όπως προαναφέρθηκε, το οικόπεδο τους, καθόσον το γεγονός αυτό μόνο δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ της παράνομης ενέργειας των εναγομένων και της ζημίας των εναγουσών..... .

Τέλος από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ακόμη ότι η δεύτερη εναγομένη κατασκευάστρια εταιρία, "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΤΕ", που απορροφήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με συγχώνευση από την ανώνυμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που αποτελεί καθολική διάδοχό της, είχε ασφαλιστεί στην ασφαλιστική εταιρία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΕ" στη θέση της οποίας, σήμερα παρίσταται, όπως επίσης προαναφέρθηκε, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", για το χρονικό διάστημα από 28-11-1997 μέχρι 28-3-1999 και με περίοδο εκτεταμένης συντήρησης από 28-3-1999 μέχρι 28-3-2000, με τα υπ' αριθμ....

και ... ασφαλιστήρια συμβόλαια, κατά παντός κινδύνου εργολαβίας και διαφόρων ατυχημάτων, μέχρι του ποσού των 25.000.000 ευρώ ή 73.367,57 ευρώ. Για την περίπτωση όμως των υλικών ζημιών προς τρίτους, που θα προέρχονταν από δόνηση, μετακίνηση ή εξασθένηση θεμελίων, οι οποίες θα προέρχονταν συνεπεία των άνω εργασιών, το ασφαλιζόμενο ποσό περιοριζόταν συνεπεία των άνω εργασιών βάσει της άνω 16309-7 σύμβασης σε 10.000.000 δρχ.ή 29.347,03 και μετ' αφαίρεση 1.000.000 δρχ.

ή 2934,70 ευρώ (απαλλαγή), στο ποσό των 9.000.000 δρχ. ή 26.412,33 ευρώ. Ενόψει τούτων, και λαμβανομένου υπόψη ότι η κατεδάφιση της οικίας, προήλθε από όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, από εξασθένηση των θεμελίων, και χωρίς να εξετάζεται η αιτία της εξασθένησης ήτοι αν αυτή προήλθε από διαρροή νερού ή επειδή αυτή (οικία) είχε θεμελιωθεί πάνω σε μπάζα, πρέπει η ευθύνη της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς της, να περιοριστεί στο άνω ποσό των 9.000.000 δρχ.

ή 26.412,33 ευρώ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εναγόμενες στις με στοιχ. α (αα) κύρια αγωγή και ενάγουσα στη με στοιχ. (β) παρεμπίπτουσα αγωγή με τις ένδικες και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. (i) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείουσα την δεύτερη των εναγομένων στη με στοιχ.

α(αα) κύρια αγωγή και ενάγουσα στη με στοιχ. (β) παρεμπίπτουσα αγωγή και αναιρεσίβλητες (Ι) τις ενάγουσες στη με στοιχ. α(αα) κύρια αγωγή και (

ΙΙ) την εναγομένη στη με στοιχ. (β) παρεμπίπτουσα αγωγή.

(Ι). Με στοιχ. α (αα) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

(α). Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε Εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, μεταξύ των άλλων, και για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παράβαση των διδαγμάτων τηςκοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν προς απόδειξη, με τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνδέονται με την εκτίμηση αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να σκάβεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στεριωθεί αρκετά το έδαφος με άλλο τρόπο. Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι ο κύριος οιουδήποτε ακινήτου δεν δύναται να προβαίνει σε εργασίες οι οποίες, έστω και κατόπιν αδείας της αρχής ενεργούμενες, λόγω του βάθους αυτών, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) καταρρεύσεως το γειτονικό ακίνητο.

Στερείται έννομης συνέπειας αν η εν κινδύνω επί του γειτονικού ακινήτου οικοδομή δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Το τελευταίο δύναται να αποτελέσει βάση ενστάσεως κατά το άρθρο 300 ΑΚ για τη θεμελίωση συντρέχοντος πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Ως προς την έλλειψη πρόνοιας για επαρκή στερέωση, ο ενεργών την ανόρυξη πρέπει, κατά τον χρόνο επιχειρήσεώς της, να λάβει, όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα, από την άποψη της συγκεκριμένης καταστάσεως του γειτονικού ακινήτου, ακόμα και αν το επ' αυτού έργο είναι ελαττωματικό, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 1007 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108§1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέλαβε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, του οποίου το έδαφος κινδυνεύει να χάσει το απαιτούμενο έρεισμα, λόγω της εκσκαφής, που επιχειρείται στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται το δικαίωμα να αξιώσει από τον επιχειρούντα την εκσκαφή την παράλειψη αυτής, εφόσον δεν έχει συντελεσθεί ή την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, εάν αυτή συντελέσθηκε, με αξίωση προς αποζημίωση, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, πρόκληση ζημίας (περιουσιακής ή ηθικής) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, ιδίως δε αρκεί η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας, η οποία (υποχρέωση) απορρέει από τις αρχές των χρηστών ηθών και, κυρίως, της καλής πίστεως.

Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς τη βαρύτητας της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια, Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 300 § 1 εδ. α' ΑΚ, αν αυτός που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση αυτής, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας.

Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά την γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικώς από το νόμο. Ως πταίσμα νοείται, κατά την γενικής εφαρμογής διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, ο δόλος και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Χωρίς τέτοια επιμέλεια συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς που παραλείπει να λάβει μέτρα, τα οποία, περιέχοντα εξ αντικειμένου τη δυνατότητα ανατροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και λάβει, χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο, ο μέσης εντιμότητας και επιμέλειας άνθρωπος της ίδιας με το ζημιωθέντα δραστηριότητας.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη του ζημιωθέντος συνετέλεσε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας, με την έννοια ότι η πράξη του πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του. Δεν αρκεί, δηλαδή, η αιτιώδης σύνδεση με την πράξη, αλλά πρέπει να είναι αιτιώδης συνέπεια της αθετήσεως υποχρεώσεως ή άλλης παρανομίας και υπαιτιότητας.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι οι αναιρεσίβλητες ήταν κατ' ισομοιρία συγκύριες της περιγραφόμενης διώροφης οικίας, η θεμελίωση της οποίας, από λιθόδεμα και συνθετικό υλικό ασβεστοκονίαμα, έγινε μέσα σε μπάζα που άφησε πίσω της η πυρκαγιά που κατέστρεψε το 1917 την πόλη των ..., (β) ότι αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης, διπλάσιας, οικοδομής με ενιαίο φέροντα οργανισμό, η οποία κατά το έτος 1972 διαχωρίσθηκε κατά το ήμισυ και ανηγέρθη επ' αυτού οικοπέδου νέα πολυόροφη οικοδομή σε επαφή με το υπόλοιπο τμήμα της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων, χωρίς την ύπαρξη αρμού, (κενού) μεταξύ αυτών, (γ) ότι κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1997 η Εμπορική Τράπεζα ανέθεσε την εκτέλεση του έργου της ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής επί ομόρου ακινήτου της στην αναιρεσείουσα, (δ) ότι καθόλο το διάστημα που διήρκεσαν οι εκσκαφές του εν λόγω οικοπέδου η διώροφη οικοδομή των αναιρεσιβλήτων παρουσίασε ρηγματώσεις στους τοίχους και πτώση των επιχρισμάτων της, λόγο για τον οποίο και με την από 16-12-1997 εξώδικη διαμαρτυρία τους ζήτησαν την άμεση λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας της οικοδομής τους, (ε) ότι οι ρωγμές αυτές διευρύνοντο κατά μήκος και πλάτος και όλη η οικοδομή τελικά πήρε κλίση προς την όμορη ιδιοκτησία της Εμπορικής Τράπεζας, με καθίζηση των θεμελίων της, λόγο για το οποίο και κρίθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου ...

ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί, όπως και έγινε, (στ) ότι η κατεδάφιση της οικίας των αναιρεσιβλήτων και η εντεύθεν από την αιτία αυτή ζημία τους οφείλεται στο ότι η αναιρεσείουσα από υπαιτιότητά της παρέλειψε να ανταποκριθεί στην απορρέουσα από το άρθρο 1007 ΑΚ υποχρέωσή της να λάβει τα απαραίτητα μέτρα αντιστηρίξεως κατά τις εκσκαφές που πραγματοποίησε στο όμορο της οικίας των αναιρεσίβλητων οικόπεδο και παράλληλα οι προστηθέντες από την αναιρεσείουσα τεχνικοί και εργάτες, παρέλειψαν να εντοπίσουν και αποκαταστήσουν αμέσως την διαρροή υδάτων που προήλθε από την θραύση αγωγού υδρεύσεως της ΔΕΥΑΣ, που οι ίδιοι προκάλεσαν, κατά τις εκσκαφές, η οποία διήρκεσε επί τρίμηνο, αρχές Δεκεμβρίου 1997 έως αρχές Μαρτίου 1998, με αποτέλεσμα την διάβρωση των θεμελίων της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων, η οποία αποτέλεσε την κύρια αιτία της καθιζήσεώς τους και (ζ) ότι δεν αποκλείει ή διαφοροποιεί την ευθύνη προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας (αα) η σαθρότητα του εδάφους της οικίας των αναιρεσίβλητων λόγω της ανεγέρσεώς της από λιθόδεμα και συνθετικό υλικό ασβεστοκονίαμα στα μπάζα, που άφησε η πυρκαγιά του έτους 1917, η οποία αντιθέτως έγινε αντιληπτή με την έναρξη των εκσκαφών και με την έννοια αυτή επέτεινε την ευθύνη αυτής (εργολήπτριας εταιρείας), η οποία όφειλε και ηδύνατο να λάβει πρόσθετα μέτρα αντιστηρίξεως με τσιμέντο και (ββ) η έλλειψη αρμού (κενού) μεταξύ της οικίας των αναιρεσίβλητων και της ανεγερθείσης κατά το έτος 1972 πολυόροφης οικοδομής επί του διαχωρισθέντος τμήματος αυτής, η οποία αντιθέτως συνετέλεσε μάλλον στη συγκράτηση παρά την αποκόλληση αυτής, δίδαγμα της κοινής πείρας που χρησιμοποιήθηκε όχι για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας ή την υπαγωγή εις αυτήν των πραγματικών περιστατικών κατά την εφαρμογή ή ερμηνεία των κανόνων δικαίου, αλλά για τη συναγωγή δικαστικού περί τούτου τεκμηρίου κατά το σχηματισμό της περί πραγμάτων σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, διαλαμβάνοντας το Εφετείο στη συνέχεια, προς ενίσχυση αυτής το πραγματικό επιχείρημα, ότι η οικία των αναιρεσιβλήτων δεν υπέστη καμμία φθορά και καμμία ρηγμάτωση προ της διενέργειας των εκσκαφών επί του ομόρου αυτής οικοπέδου.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν Ι. την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 1007, 914, 330 ΑΚ παραδοχή της με στοιχ. α(αα) κύριας αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την απεύθυνσή της κατά της αναιρεσείουσας, με παράλληλη

ΙΙ. απόρριψη της ερειδόμενης στο άρθρο 300 ΑΚ ενστάσεως της τελευταίας περί συντρέχοντος πταίσματος, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αντίστοιχα με τον πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω και με στοιχ. Ι και

ΙΙ διατάξεων, ως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή αυτών, να ελέγχονται ως αβάσιμες. (β) Από τα άρθρα 559 και 560 Κ.Πολ.Δ., συνάγονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως.

Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναιρέσεως, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή, ανεξάρτητα από το οικονομικό μέγεθος του αντικειμένου της διαφοράς, στις αρχές του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (αρθρ. 4 παρ. 1), για τη μη στέρηση ακουσίως του φυσικού δικαστή (αρθρ. 8 εδ.

α'), για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια (αρθρ. 20 παρ. 1) και για την υποχρέωση των δικαστηρίων να διαλαμβάνουν στις αποφάσεις τους ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (αρθρ. 93 παρ. 3), ούτε αντίκεινται στο από το άρθρο 6 ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και από το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/1997) δικαίωμα για δίκαιη δίκη, εν όψει μάλιστα του ότι αυτές οι διεθνείς Συμβάσεις δεν απαγορεύουν καν στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΕΛΔΑ DELCOURT 17-10-1970, SUTTER 22.2.1984).

Επομένως οι προβαλλόμενες με τους τέταρτο και πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 και 20 και 8 και 11 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, που δεν προβλέπονται από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται προεχόντως ως απαράδεκτες.

ΙΙ. Με στοιχ. (β) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παρά την διαπίστωση, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τον σχετικό όρο της συνδέουσας τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως κατά παντός κινδύνου εργολαβίας και διαφόρων ατυχημάτων, "για την περίπτωση των υλικών ζημιών προς τρίτους, που θα προέρχονταν από δόνηση, μετακίνηση ή εξασθένηση θεμελίων, οι οποίες θα προέρχονταν συνεπεία των άνω εργασιών, το ασφαλιζόμενο ποσό περιοριζόταν, βάσει της άνω 16309-7 σύμβασης σε 10.000.000 δρχ.

ή 29.343.073 και μετ' αφαίρεση 1.000.000 δρχ. ή 2.434,70 Ευρώ (απαλλαγή) στο ποσό των 9.000.000 δρχ. ή 26.412,33 Ευρώ", προκύπτει σαφώς ότι εφαρμόζεται και στη παρούσα περίπτωση της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι της κατεδάφισης της διώροφης οικίας των εναγουσών λόγω εξασθένισης των θεμελίων της συνεπεία της εκτιθέμενης αμέλειας της εναγομένης - αναιρεσείουσας εργολήπτριας εταιρείας.

Από την αιτιολογία αυτή της αποφάσεως δεν προκύπτει, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας στην έννοια του εν λόγω εξαιρετικού όρου της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως ασφαλίσεως. Επομένως, ο απομένων προς έρευνα τρίτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια της παραλείψεως προσφυγής στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, ερειδόμενος επί της αναληθούς, από ουσιαστικής προϋποθέσεως, διαπιστώσεως κενού και αμφιβολίας από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την έννοια του εν λόγω όρου, ελέγχεται ως αβάσιμος.

(ii).Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείουσα την πρώτη των ενογομένων στη με στοιχ. α(αα) κύρια αγωγή και αναιρεσίβλητες τις δι' αυτής ενάγουσες. Με το εν λόγω δικόγραφο διατυπώνονται κατά το αυτό περιεχόμενο και αναφορά οι αναιρετικοί λόγοι της με στοιχ. Α αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ακριβή αντιγραφή του με στοιχ. Ι κεφαλαίου αυτής, οι οποίοι ομοίως, με βάση τις αυτές αιτιολογίες, αξιολογούνται, κατά την αμέσως παραπάνω διάκριση, ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των δι' αυτών αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτών αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει με βάση την αυτοτελή εκάστης τούτων παράσταση και τις ενιαίες ή ιδιαίτερες προτάσεις τους (ΚΠολΔ 179, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΙ. Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό με στοιχ. Α (2/28-8-2008) και με στοιχ. Β (4/25-9-2008) αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 83/30-5-2008), αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών.

ΙΙ.

Απορρίπτει αυτές.

ΙΙΙ.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων της με στοιχ. Α' αίτησης και μοναδικών αναιρεσιβλήτων της υπό στοιχ. Β' αίτησης (Ψ1 και Ψ2) τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

IV. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της με στοιχ. Α' αίτησης (ΕΚΤΕΡ ΑΕ) στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης (ALPHA Α.Α.Ε. από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ