Legislator Case Law & Legislation
370/2009 AI generated

370/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 370/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

370/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλη σύνθεση είναι δυνατή ( άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
assessment of candidates’ abilities improvement of employability bankruptcy official limited work availability benefit for course attendance capacity as reporting officer
AI generated
1498/2010
Το Εφετείο, το οποίο, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού, ήταν κατάδηλη η υπεροχή του έναντι του προαχθέντος και προταθέντος προς σύγκριση συναδέλφου του και των τριών, με τη διακωλυτική ένσταση προταθέντων συναδέλφων του, διέλαβε δε στην απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
73/2010
Supreme Court dismisses bank's appeal on promotion dispute, ruling lower court properly considered all arguments.
430/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
46/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
126/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 370 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 370/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Λιάπα.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελένη Ζωγράφου - Ευθυμίου και Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2160/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7624/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 3-3-2008 αίτησή της και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 4-3-2008 αίτησή της και τους από 15-11-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε τις από 22-12-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της από 3-3-2008 αίτησης αναίρεσης και β) την απόρριψη της από 4-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου τους και την καταδίκη στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Επομένως, οι από 3-3-2008 και από 4-3-2008 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, εκ των οποίων οι λόγοι της τελευταίας διευρύνθηκαν με το από 15-11-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, κατά της υπ' αριθμ. 7624/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 14, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 267 της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου, η προαγωγή στις οργανικές θέσεις, από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και πάνω γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας σε καθένα από τους προηγούμενους βαθμούς.

Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στην περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 2-1-1970 ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Προήχθη διαδοχικά στους διάφορους βαθμούς της ιεραρχίας που προβλέπονται από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης και κατά την αποχώρησή της την 1-1-2006 λόγω συνταξιοδότησης έφερε το βαθμό του Συμπράττοντα Διευθυντή (και ήδη του Υποδιευθυντή Β').

Η ενάγουσα είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και γνωρίζει καλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και μέτρια τη γερμανική γλώσσα. Μέχρι το έτος 2000 είχε παρακολουθήσει 36 επιμορφωτικά σεμινάρια. Από την πρόσληψή της τοποθετήθηκε στο κατάστημα ...... και μετά τρίμηνο μετατέθηκε στη Διοίκηση και συγκεκριμένα στην Υποδιεύθυνση Επιλογής Προσωπικού, η οποία υπαγόταν απευθείας στον Διοικητή.

Η Υποδιεύθυνση αυτή είχε αρμοδιότητα να ανιχνεύει το κατάλληλο προσωπικό για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας και ρόλους. Για το σκοπό αυτό διενεργούσε προσωπικές συνεντεύξεις και ειδικές ψυχομετρικές δοκιμασίες με τους εκάστοτε υποψηφίους. Υπηρετούσε στη Γραμματεία της Υποδιεύθυνσης αυτής ως απλή υπάλληλος, ασκώντας τα συνήθη καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης και απασχόλησης, καθώς επίσης προσκαλούσε και υποδεχόταν τους προς συνέντευξη υπαλλήλους και διαχειριζόταν τους ατομικούς φακέλους αυτών που περιείχαν τα προσωπικά τους στοιχεία και τα στοιχεία που αφορούσαν τις υπηρεσιακές τους ικανότητες, μέχρι 15-11-1988.

Στις 25-1-1982 της ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας και στις 21-6-1982 οριστικά καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας ( 7ο κλιμάκιο ευθύνης), τα οποία άσκησε με επιτυχία μέχρι τον Ιανουάριο 1983, οπότε στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των Διευθύνσεων της Διοίκησης τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη Υπηρεσίας στο Τμήμα Εκπαίδευσης προσωπικού.

Στις 16-11-1988 με την υπ' αριθμ. ...... πράξη Διοίκησης της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένης Τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης), τα οποία άσκησε με επιτυχία μέχρι τις 3-1-1997. Στις 4-1-1997 εντάχθηκε στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Προσωπικού λόγω αναδιάρθρωσης των Μονάδων της Διεύθυνσης, αρχικά ως Προϊσταμένη Τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης ) μέχρι τις 2-11-2000 και από 3-11-2000 μέχρι 31-12-2005 ως Υποδιευθύντρια (3ο κλιμάκιο ευθύνης) της Υποδιεύθυνσης "Στήριξη Ενεργειών Εκπαίδευσης".

Από 10-5-2005 μέχρι 31-12-2005 είχε τεθεί στη διάθεση Διεύθυνσης Προσωπικού ενόψει της συνταξιοδότησής της την 1-1-2006. Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης θητείας της ως προϊσταμένη της ως άνω υπηρεσίας, πέρα από τακτικά καθήκοντα, της ανατέθηκαν κατά περιόδους και έκτακτα καθήκοντα, τα οποία εκτέλεσε με επιτυχία, όπως, μεταξύ άλλων, 1) η διοργάνωση και η διεξαγωγή σεμιναρίων προς Διευθυντές και Υποδιευθυντές της Διοίκησης στα πλαίσια εκσυγχρονισμού της Τράπεζας τα έτη 1987-1988, 2) η μετάφραση επαγγελματικών κειμένων από τα γαλλικά στα ελληνικά και αντιστρόφως, 3) η διερεύνηση και η μελέτη σκοπιμότητας για τον εφοδιασμό της εκπαίδευσης με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, 4) η εφαρμογή και ο σχεδιασμός προγράμματος εναλλαγής των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων σε θέματα εμπορικής τραπεζικής αλληλογραφίας, 5) η οργάνωση εκπαιδευτικού προγράμματος με τίτλο "οι τράπεζες στην Ευρώπη" 25 υπαλλήλων τραπεζών από βαλκανικές χώρες διαρκείας 2 εβδομάδων το έτος 1994, 6) ο σχεδιασμός σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο "συστήματος διερεύνησης εκπαιδευτικών αναγκών του προσωπικού", 7) ο σχεδιασμός σε συνεργασία με το Ανοικτό Πανεπιστήμιο συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και 8) η διοργάνωση του inter Alpha Banking School.

Από το έτος 1984 μέχρι και το έτος 1994, που συντάχθηκε το τελευταίο φύλλο ποιότητας, χαρακτηριζόταν "διακεκριμένη" υπάλληλος. Όσον αφορά τις δυνατότητες εξέλιξης η ενάγουσα από το έτος 1983 και εντεύθεν κατατάσσεται στην α' κατηγορία εξέλιξης (ώριμη για ανώτερη θέση). Εξάλλου, ως προς τα επιμέρους προσόντα των δελτίων ποιότητάς της βαθμολογείται με 6 στη γνώση της αγγλικής γλώσσας, 9 της γαλλικής γλώσσας και 3 της γερμανικής, ενώ ως προς τα λοιπά προσόντα (υπηρεσιακή κατάρτιση, φιλοπονία, ζήλο, ποιοτική και ποσοτική απόδοση, ευφυΐα, κρίση, κοινωνική παράσταση, χαρακτήρα, πρωτοβουλία και διοικητικές ικανότητες) βαθμολογείται κατά τα έτη 1984-1994 με 7 και 9.

Επίσης και στα Δελτία Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Υπαλλήλου (ΔΑΑΥ) των ετών 1995 μέχρι και 2000 έλαβε ποσοστό ανταπόκρισης το έτος 1995 136%, το έτος 1996 137%, το έτος 1997 139%, το έτος 1998 139% και το έτος 2000 139% (με άριστα 140%). Στα ΔΑΑΥ έφερε διαβάθμιση 1 ("άμεσα") για θέση στελέχους (3ου κλιμακίου ευθύνης). Η ενάγουσα συγκεντρώνει πολλά ευμενή σχόλια από τους κριτές της στα δελτία ποιότητας και στα δελτία ποιότητας και στα δελτία αξιολόγησης και ανάπτυξης.

Χαίρει εκτιμήσεως και σεβασμού στο υπηρεσιακό περιβάλλον και χειρίζεται με αποτελεσματικό τρόπο τόσο θέματα ανθρώπινων σχέσεων όσο και εργασίας. Επικοινωνεί και ρυθμίζει συνεργασίες με εξωτερικούς συνεργάτες ή και με "πελάτες"- συναδέλφους και στελέχη της τράπεζας. Την χαρακτηρίζουν ψυχραιμία, κρίση αποφασιστικότητα και άψογη συμπεριφορά.

Λόγω γλωσσομάθειας αυτή συνήθως χειρίζεται επικοινωνίες με αλλοδαπούς συνεργάτες. Παρόμοια σχόλια αναφέρονται και στα δελτία αξιολόγησης και ανάπτυξης των επόμενων ετών 1996 και 1997.Στο δελτίο αξιολόγησης και ανάπτυξης του έτους 1998 αναφέρεται ότι πρόκειται για "στέλεχος σταθερά υψηλής αποδόσεως με κριτήρια ποιοτικά και ποσοτικά ταυτόχρονα.

Χαίρει γενικής αποδοχής και εκτιμήσεως και έχει πραγματική συνολική εικόνα των εργασιών της εκπαίδευσης από διοικητικής απόψεως. Συνεργάζεται στενά με το επιστημονικό προσωπικό της Μονάδας και με τη Διεύθυνση εξ ου και η αυξημένη κριτική της αντίληψη και πολύτιμη συμβουλευτική της συμβολή. Πρέπει να υλοποιηθεί η εισήγησή μας για ανάληψη ρόλου Υποδιευθύντριας σε αναγνώριση των υπηρεσιών της και της αφοσίωσής της στην Τράπεζα".

Παρόμοια σχόλια αναφέρονται και στο δελτίο αξιολόγησης και ανάπτυξης του έτους 1999. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του βαθμού του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που έγιναν την 1-7-2000 η ενάγουσα παραλείφθηκε, ενώ προάχθηκαν, εκτός άλλων, και οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί της Α και Β. Ο Α προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 17- 7-1972, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-7-1995 και είναι απόφοιτος γυμνασίου.

Χαρακτηρίζεται "πολύ καλός" τα έτη 1993 και 1994 στα δελτία ποιότητάς του, καθώς και ώριμος υπάλληλος από το 1993. Βαθμολογείται με 3 στη γνώση της αγγλικής γλώσσας, ενώ ως προς τα λοιπά προσόντα (υπηρεσιακή κατάρτιση, φιλοπονία, ζήλο, ποιοτική και ποσοτική απόδοση, ευφυΐα, κρίση, κοινωνική παράσταση, χαρακτήρα, πρωτοβουλία και διοικητικές ικανότητες ) βαθμολογείται κατά τα έτη 1993-1994 με 8 και 9.Στα ΔΑΑΥ των ετών 1995 μέχρι και 1998 έλαβε ποσοστό ανταπόκρισης το έτος 1995 135%, το έτος 1996 134%, το έτος 1997 134% (Επιθ. 135%) και το έτος 1998 134%.Στα ίδια δελτία έφερε διαβάθμιση 1 ("άμεσα") για θέση στελέχους (3ου κλιμακίου ευθύνης).

Κρίθηκε ασκώντας από 4-1-1999 καθήκοντα Υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Κτηματικής Πίστης (3ο κλιμάκιο ευθύνης). Εποπτικά καθήκοντα του ανατέθηκαν την 1-9-1982. Από 24-10-1983 μετατέθηκε στο υποκατάστημα ...... με προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου Θυρίδας μέχρι 24-4-1984. Κατά το διάστημα από 26-4-1984 έως 1-10-1986 τέθηκε στη διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού, προκειμένου να αποσπασθεί στο Σύλλογο Υπαλλήλων ΕΤΕ-Τράπεζας Αθηνών.

Την 1-10-1986 τοποθετήθηκε στο κατάστημα ...... ως Διευθυντής, θέση που διατήρησε μέχρι 28-2-1992 (8ο κλιμάκιο ευθύνης). Στις 2-3-1992 μετατέθηκε στο κατάστημα ...... ως Υποδιευθυντής μέχρι 2-9-1984 (8ο κλιμάκιο ευθύνης). Την περίοδο από 17-10-1994 έως 31-3-1995 αναπλήρωνε κατά διαστήματα τον Διευθυντή των καταστημάτων ...... και ...... . Στις 13-3-1995 τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο κατάστημα ......, όπου και παρέμεινε μέχρι 31-12-1998 (5ο κλιμάκιο ευθύνης).

Μέχρι το 2000 είχε παρακολουθήσει 16 επιμορφωτικά σεμινάρια. Συγκεντρώνει πολλά ευμενή σχόλια από τους κριτές του στα δελτία ποιότητας, όπως σε εκείνο του έτους 1993 στο οποίο αναφέρεται ότι πρόκειται για "φιλότιμο στέλεχος, που σύμφωνα με τις δυνατότητές του, συνέδραμε στο έργο της Διευθύνσεως. Πράος, συμπεριφέρθηκε με ευγένεια στο προσωπικό και στην πελατεία με την οποία διατηρεί αρμονικές σχέσεις.

Αρκετά έξυπνος, ανέλαβε πρωτοβουλίες, κυρίως μέσα στα καθορισμένα πλαίσια και έδωσε λύσεις στα υπηρεσιακά θέματά του, που γενικά ικανοποίησαν ...". Τέλος, στο δελτίο του έτους 1998 αναφέρεται από τους κριτές του ότι είναι στέλεχος "Με ανεπτυγμένα σε πολύ καλό επίπεδο τα ατομικά, εργασιακά και διοικητικά χαρακτηριστικά και με σωστή επαγγελματική συμπεριφορά.

Ευθύς, έντιμος, φιλότιμος, εργατικός, με πολύ υψηλό αίσθημα ευθύνης και με έκδηλο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και προώθηση των συμφερόντων της Τράπεζας. Οι επιτυχημένες προσπάθειές του στην άσκηση των διευθυντικών καθηκόντων του κάτω από αντίξοες συνθήκες ( προβλήματα προσωπικού, καθυστερήσεων κλπ.), επέδρασαν θετικά στην παραπέρα ολοκλήρωσή του ως στέλεχος και ειδικότερα στη διεύρυνση των γνώσεών του στους τομείς χορηγήσεων και καθυστερήσεων ...".

Ο Β προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 16-10-1973, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1996 και είναι πτυχιούχος στελεχών διοίκησης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΚΑΤΕΕ). Χαρακτηρίζεται "άριστος" από τα έτη 1991 μέχρι και 1994 στα δελτία ποιότητάς του, καθώς και ώριμος υπάλληλός από το 1991.

Βαθμολογείται με 4 στη γνώση της αγγλικής γλώσσας, ενώ ως προς τα λοιπά προσόντα (υπηρεσιακή κατάρτιση, φιλοπονία, ζήλο, ποιοτική και ποσοτική απόδοση, ευφυΐα, κρίση κοινωνική παράσταση, χαρακτήρα, πρωτοβουλία και διοικητικές ικανότητες ) βαθμολογείται κατά τα έτη 1991-1994 με 8 και 9. Στα ΔΑΑΥ των ετών 1995 μέχρι και 1999 έλαβε ποσοστό ανταπόκρισης :

το έτος 1995 128%, το έτος 1996 129%, το έτος 1997 130% (Επιθ. 128%) το έτος 1998 132 % και το έτος 1999 133%. Στα ΔΑΑΥ έφερε διαβάθμιση 1 ("άριστα") για θέση στελέχους (3ου κλιμακίου ευθύνης).Εποπτικά καθήκοντα του ανατέθηκαν στις 10-7-1987, όταν ανέλαβε προϊστάμενος Εγγυητικών Επιστολών και Βιομηχανικών Χορηγήσεων στο κατάστημα ......, στο οποίο παρέμεινε μέχρι τις 4-4-1995 (8ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στις 5-4-1995 μετατέθηκε στο κατάστημα ...... ως Υποδιευθυντής μέχρι 23-2-1999 (5ο κλιμάκιο ευθύνης). Μέχρι το 2000 είχε παρακολουθήσει 17 επιμορφωτικά σεμινάρια. Συγκεντρώνει πολλά ευμενή σχόλια από τους κριτές του στα δελτία ποιότητας και στα δελτία αξιολόγησης και ανάπτυξης του έτους 1996, στο οποίο φέρεται ότι "Πρόκειται για πολύ εργατικό, σοβαρό, υπεύθυνο και καταρτισμένο στέλεχος που ενδιαφέρεται ζωηρά για τη σωστή εξυπηρέτηση της πελατείας, την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας.

Επιβάλλεται στους υφισταμένους του με την ποιότητα του χαρακτήρα του και τις γνώσεις του και συνεργάζεται αρμονικά με τον Διευθυντή της Μονάδας, συμβάλλοντας καθοριστικά στο έργο του. Τα προβλήματα που αναφύονται κατά την άσκηση των καθηκόντων του τα αντιμετωπίζει ψύχραιμα και προσεκτικά, αναλαμβάνοντας σωστά σταθμισμένες πρωτοβουλίες.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με τη γενικότερη συγκρότησή του, τον καθιστούν ώριμο για την ανάληψη ανώτερης θέσης". Τέλος, στο δελτίο αξιολόγησης κα ανάπτυξης του έτους 1999 αναφέρεται από τους κριτές του ότι : "Πρόκειται για συγκροτημένο, σοβαρό, συνεργάσιμο και με ευκολία προσαρμογής στέλεχος που κατέβαλε φιλότιμες και αποτελεσματικές προσπάθειες για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την επίλυση των πολυαρίθμων προβλημάτων που αντιμετώπισε.

Ενδιαφέρεται ζωηρά για την προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας και δραστηριοποιείται έντονα για την ανάπτυξη των εργασιών και την προσέλκυση νέας υγιούς πελατείας ιδιαίτερα στον Τομέα των χρηματοδοτήσεων ...".Από τη σύγκριση των προσόντων των Α και Β με εκείνα της ενάγουσας προκύπτει: α) Η ενάγουσα υπερτερεί του πρώτου ως προς τη γενική αρχαιότητα, την ειδική αρχαιότητα, στα ποσοστά ανταπόκρισης στα ΔΑΑΥ, στη γνώση ξένης γλώσσας, στην παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, στον ποιοτικό χαρακτηρισμό (διακεκριμένη υπάλληλος η ενάγουσα, πολύ καλός ο Α) στις κρίσεις των επιθεωρητών και στις δυνατότητες εξέλιξης ( ώριμη για ανώτερη θέση από προγενέστερου χρόνου).

Η ενάγουσα είναι ισοδύναμη αυτού στους τίτλους σπουδών και στη βαθμολογία των επιμέρους προσόντων, ενώ υστερεί αυτού μόνο στην άσκηση καθηκόντων ευθύνης ( 5ου κλιμακίου η ενάγουσα, 3ου κλιμακίου ο Α). β) Η ενάγουσα υπερτερεί του Β ως προς τη γενική αρχαιότητα, την ειδική αρχαιότητα, στα ποσοστά ανταπόκρισης στα ΔΑΑΥ, στη γνώση ξένης γλώσσας, στην παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, στον ποιοτικό χαρακτηρισμό (διακεκριμένη υπάλληλος η ενάγουσα, άριστος ο Β), στις κρίσεις των επιθεωρητών και στις δυνατότητες εξέλιξης ( ώριμη για ανώτερη θέση από προγενέστερου χρόνου) και στην άσκηση καθηκόντων ευθύνης ( 5ου κλιμακίου η ενάγουσα από προγενέστερου χρόνου).

Η ενάγουσα είναι ισοδύναμη αυτού στη βαθμολογία των επιμέρους προσόντων, ενώ υστερεί αυτού μόνο στους τίτλους σπουδών. Επομένως, από τη σύγκριση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προαχθέντων Α και Β και της ενάγουσας προκύπτει ότι η υπεροχή της τελευταίας έναντι των παραπάνω δυο προαχθέντων συναδέλφων της είναι καταφανής και, συνεπώς, η παράλειψη της προαγωγής της στις κρίσεις αυτές στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν στον εργοδότη οι αρχές της καλής πίστης (άρθρο 281 ΑΚ) και είναι καταχρηστική.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν προήχθη η ενάγουσα στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2000, διότι δεν πληρούσε τα επιπρόσθετα κριτήρια προαγωγής που έθεσε η Τράπεζα για προαγωγή κατά τη συγκεκριμένη περίοδο της 1-7-2000 στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και συγκεκριμένα οι υποψήφιοι να κατέχουν θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου, κριτήριο το οποίο δεν πληρούσε η ενάγουσα, ενώ αντίθετα το πληρούσε ο Α, ο δε Β κατείχε μεν το 5ο κλιμάκιο ευθύνης αλλά ως Διευθυντής καταστήματος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τα κριτήρια που τέθηκα από την Τράπεζα, ενώ η ενάγουσα υπηρετούσε απλώς ως προϊσταμένη τμήματος στη Διοίκηση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι για την προαγωγή των υπαλλήλων δεν προβλέπονται κριτήρια άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 10 του Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας που πιο πάνω αναφέρονται, διότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά, υπερέχει μεν των προς σύγκριση παραπάνω συναδέλφων της, οι οποίοι έχουν προαχθεί με τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2000, όχι όμως καταφανώς.

Και τούτο διότι η ελαφρά υπεροχή αυτής εντοπίζεται στα τυπικά προσόντα (αρχαιότητα, σεμινάρια, ξένη γλώσσα κλπ.), τα οποία όμως στις κρίσεις για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή, όπως η εξεταζόμενη περίπτωση, υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων των συγκρινομένων, στα οποία η ενάγουσα είτε υστερεί είτε ισοβαθμεί είτε ελαφρώς υπερέχει έναντι των ανωτέρω συναδέλφων της, που τότε είχαν προαχθεί.

Οι ανωτέρω συγκρινόμενοι υπηρέτησαν σε διευθυντικές θέσεις του δικτύου της Τράπεζας, σε αντίθεση με την ενάγουσα που υπηρέτησε μέχρι τη συνταξιοδότησή της στη Διοίκηση της Τράπεζας στο Τμήμα Εκπαίδευσης Προσωπικού. Ο Α κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-2000) ασκούσε καθήκοντα ευθύνης 3ου κλιμακίου, ενώ η ενάγουσα 5ου κλιμακίου.

Η ενάγουσα κατά τον ίδιο χρόνο ασκούσε καθήκοντα ευθύνης 5ου κλιμακίου από προγενέστερου χρόνου έναντι του Β, ο τελευταίος, όμως, υπηρετούσε διαρκώς σε διευθυντικές θέσεις του δικτύου της Τράπεζας, ενώ η ενάγουσα υπηρετούσε στη Διοίκηση αυτής. Η άσκηση διευθυντικών καθηκόντων στο δίκτυο των καταστημάτων έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ως ουσιαστικό προσόν λόγω της διευθυντικής πείρας και της εμπειρίας στις τραπεζικές εργασίες.

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλη σύνθεση είναι δυνατή ( άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

Ενόψει αυτών, συναναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το κεφάλαιό της που αφορά τη μη προαγωγή της ενάγουσας κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2003, που πραγματοποίησε το Δ.Σ. της εναγομένης για την πλήρωση κενών θέσεων Υποδιευθυντών Α', αφού η προαγωγή αυτή εξαρτάται από την προαγωγή στο βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, η οποία προηγείται και η οποία, όμως, δεν έγινε.

Επίσης, παρέλκει η εξέταση των πρόσθετων αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους διευρύνθηκαν οι λόγοι αναίρεσης της εναγομένης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας, διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο, με τους λόγους της οποίας, από το άρθρο 559 αρ.9 και 14 ΚΠολΔ, η ενάγουσα ζητεί την αναίρεση της ίδιας απόφασης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης της αντιδίκου της, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολό της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρείται και, επομένως, αναβιώνει η έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." με τις προτάσεις της, που έχουν κατατεθεί στις 2-12-2008, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, υποβάλλει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και συγκεκριμένα, την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης Χ να της αποδώσει το ποσό των 3.951,85 ευρώ, το οποίο ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σ' αυτήν σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 3-4-2008 εξοφλητική απόδειξη αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσίας της η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 3-3-2008 και 4-3-2008 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, εκ των οποίων οι λόγοι της τελευταίας διευρύνθηκαν με το από 15-11-2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, κατά της υπ' αριθμ. 7624/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 3-3-2008 αίτηση της Χ.

Δέχεται την από 4-3-2008 αίτηση "ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε".

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7624/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρούμενης απόφασης.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη Χ να αποδώσει στην αναιρεσείουσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (3.951,85), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Χ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ