Legislator Case Law & Legislation
36/2025 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on child pornography charge, remanding sentencing for lesser offense due to legal error.

Case Number 36/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a mixed court's conviction for child pornography, finding a procedural error in the application of the criminal code. The defendant argued the lower court incorrectly applied the aggravated felony provision instead of the lesser misdemeanor provision, despite evidence supporting the latter. Consequently, the court set aside the specific sentencing for the misdemeanor charge and remanded the case for retrial on that portion while dismissing the rest of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(e) of the Code of Criminal Procedure and Article 2 of the Criminal Code; The court must apply the correct substantive provision when the evidence supports a lesser offense, and an error in this application requires remittal for retrial on the affected sentencing.

Keywords

AI generated
child pornography aggravated felony misdemeanor legal error remittal for retrial partial appeal sentencing error

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(e) of the Code of Criminal Procedure
Article 2 of the Criminal Code
Article 348A(4)(g) of the Criminal Code
Article 348A(2) and (3) of the Criminal Code
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) and (3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 462, 464, 466(1), 474(2), 504(1) and 505(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 36 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 36/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ά. Γ. του Δ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Ξενίδη, για αναίρεση της απόφασης 111,112/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Α. του Α., κάτοικο Έδεσσας, η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.5.2024 και με αριθμό κατάθεσης 47/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/24.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28.05.2024 και με αριθμό κατάθεσης 47/2024 αίτηση του Ά. Γ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών για αναίρεση της με αριθμό 111, 112/2024 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο στις 14.05.2024, με αριθμό 79 και με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος των πιο κάτω αξιοποίνων πράξεων:

α) κατάχρησης ανηλίκου (που συμπλήρωσε τα 14 έτη της ηλικίας του) και β) της παραγωγής και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών από δράστη που διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του ανηλίκου και με την οποία, αφού το Δικαστήριο του αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την πρώτη πράξη και ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων προς πενήντα (50) ευρώ η κάθε ημερήσια μονάδα, ήτοι χρηματική ποινή δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου της, στις 28.05.2024, στον Διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κράτησης, συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως, νόμιμα υπογεγραμμένης και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 462 , 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ, και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ), λόγω κακής σύνθεσης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, αναφορικά με την κλήρωση των ενόρκων, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ) και την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αναφορικά με την ενοχή του.

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων, χωρίς την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Ε. Α. του Α. και της Ε., η οποία απουσίαζε μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί, όπως προκύπτει από το από 19.06.2024 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση του Αρχιφύλακα του Α.Τ.

Εδέσσης Κ./νου Γ. και το από 25.06.2024 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση προς τον συνήγορο της υποστηρίζουσας την κατηγορία Π. Τ. της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Κ. Δ.. Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 εδ.α` και 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του.

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 394 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "πριν αρχίσει να συζητείται κάθε υπόθεση, διαβάζεται σε δημόσια συνεδρίαση με την παρουσία του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου ο κατάλογος των ενόρκων της δωδεκαήμερης περιόδου, για την οποία προσδιορίστηκε η υπόθεση. Τα ονόματα που υπάρχουν στον κατάλογο διαβάζονται δυνατά με τη σειρά που είναι γραμμένα, ωσότου συμπληρωθεί από τους παρόντες ενόρκους ο αριθμός δέκα (10).

Τα ονόματα αυτών των δέκα (10) ενόρκων μπαίνουν στην κληρωτίδα για να κληρωθούν οι τέσσερις (4) που μετέχουν με τους τακτικούς δικαστές στη σύνθεση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου που θα δικάσει την υπόθεση". Με τις διατάξεις αυτές η συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων θεμελιώνεται επί της τύχης και η παραβίασή τους και ειδικότερα εκείνης για τη θέση στην κληρωτίδα των δέκα (10) ενόρκων που βρέθηκαν παρόντες κατά την εκφώνηση των ονομάτων, κατά τη σειρά του καταλόγου και μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των δέκα, επιφέρει, σύμφωνα με το άνω άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

α` ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1705/2023, 1346/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης με αριθμό 111, 112/2024 καταδικαστικής απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι, μετά την κρίση του εκ των τακτικών δικαστών Δικαστηρίου, ότι η έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ά. Γ. του Δ.

κατά της 46-53/23.10.2020 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Γιαννιτσών ήταν τυπικά δεκτή, η Πρόεδρος παράγγειλε στην γραμματέα να διαβάσει δημόσια στο ακροατήριο τον κατάλογο των ενόρκων, που είχαν κληρωθεί κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2024 του Τριμελούς Εφετείου (Συμβουλίου) Θεσσαλονίκης, για τη 2η δωδεκαήμερη περίοδο της τρέχουσας συνόδου, όπως ο κατάλογος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, αφού έγιναν δεκτές διαγραφές και αντικαταστάσεις κατά τη συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 2024, δηλαδή την ημέρα της έναρξης των εργασιών του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, κατά τη σειρά εγγραφής τους στον κατάλογο αυτόν, μέχρι να συμπληρωθεί από τους παρόντες ενόρκους ο αριθμός των δέκα (10) από αυτούς.

Συγχρόνως, η πρόεδρος παράγγειλε σε όλους τους ενόρκους να αναγγέλλουν την παρουσία τους στο ακροατήριο, μόλις ακούσουν να εκφωνείται το ονοματεπώνυμό τους. Στη συνέχεια, η γραμματέας ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο τον κατάλογο των ενόρκων και αυτοί εμφανίσθηκαν ως εξής: 1. Κ. Χ., ΠΑΡΟΥΣΑ, 2. Ε. Τ., ΠΑΡΟΥΣΑ, 3.

Μ. Χ., ΠΑΡΟΥΣΑ., 4. Ε. Π., ΠΑΡΟΥΣΑ, 5. Α. Μ., ΑΠΩΝ, 6. Ν. Σ., ΠΑΡΩΝ, 7. Δ. Γ., ΠΑΡΩΝ, 8. Χ. Β., ΠΑΡΟΥΣΑ, 9. Ι. Α., ΠΑΡΩΝ, 10. Π. Ε., ΠΑΡΩΝ, 11. Κ. Α., ΠΑΡΟΥΣΑ. Ήτοι, αναγνώσθηκαν ένδεκα (11) ονόματα ενόρκων, εκ των οποίων βρέθηκαν παρόντες δέκα (10), που απαιτούνται από το νόμο να εκφωνηθούν και να μπουν στην κληρωτίδα. Στη συνέχεια σημειώνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, αφού διαπιστώθηκε ότι ο απών ένορκος Α.

Μ. απουσιάζει δικαιολογημένα, διότι είναι ασθενής, όπως προέκυπτε από την από 11-3-2024 γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής άδειας, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ώστε να μην απαιτείται η τιμωρία του, ως λιπενόρκου, η Πρόεδρος έθεσε τα ονόματα των δέκα (10) παρόντων ενόρκων στην κληρωτίδα, ώστε να κληρωθούν τέσσερις (4) ένορκοι για να συγκροτήσουν, μαζί με τους τρεις (3) τακτικούς δικαστές, το Δικαστήριο (Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης).

Επίσης, η Πρόεδρος ανακοίνωσε ότι ο Εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος έχουν δικαίωμα να εξαιρέσουν μέχρι δύο (2) ενόρκους ο καθένας, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δικαιολογήσουν τον λόγο της εξαίρεσης. Στη συνέχεια η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν το δικαίωμα της εξαιρέσεως θα το ασκήσει ο ίδιος προσωπικά ή το δικαίωμά του αυτό θα το ασκήσει ο συνήγορος του.

Αυτός δήλωσε στην Πρόεδρο του Δικαστηρίου πως αναθέτει την άσκηση του δικαιώματος της εξαιρέσεως στον συνήγορο της υπερασπίσεως του, που αποδέχθηκε το διορισμό αυτό. Αμέσως μετά, η Πρόεδρος άρχισε την κλήρωση των τεσσάρων (4) εκ των δέκα κληρωθέντων ενόρκων, αφού προηγουμένως ανάδευσε τα καρτελάκια με τα ονόματά τους.

Έτσι, άρχισε και εξήγαγε από την κληρωτίδα ένα-ένα καρτελάκι, στο καθένα εκ των οποίων, αντίστοιχα, ήταν γραμμένο το όνομα του κάθε ενόρκου που κληρωνόταν. Σημειώνεται ότι η Πρόεδρος αμέσως μετά την κλήρωση κάθε ενόρκου διάβαζε το όνομά του, που ήταν γραμμένο στο καρτελάκι και παράλληλα ρωτούσε τον Εισαγγελέα πρώτα και στη συνέχεια τον παραπάνω συνήγορο του κατηγορουμένου, αν ασκούν το δικαίωμα εξαίρεσής του, χωρίς, όμως, κανένας από αυτούς να το ασκήσει.

Έτσι μ' αυτή την τάξη και σειρά κληρώθηκαν οι παρακάτω τέσσερις (4) ένορκοι, όπως ο νόμος ορίζει ειδικά για την περίπτωση αυτή. Από την κλήρωση αυτή προέκυψαν τα εξής ονόματα των ενόρκων : 1. Ε. Τ., 2. Δ. Γ., 3. Π. Ε. και 4. Κ. Χ., οι οποίοι έλαβαν τις προσδιορισμένες θέσεις τους δίπλα από τους τακτικούς δικαστές, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν εξαιρέθηκε κανένας από τον Εισαγγελέα ή τον συνήγορο του κατηγορουμένου, έτσι ώστε συμπληρώθηκε ο αριθμός των τεσσάρων (4) ενόρκων για τη συγκρότηση μαζί με τους τρεις (3) τακτικούς δικαστές του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι στην κληρωτίδα τέθηκαν λιγότερα από δέκα (10) ονόματα ενόρκων που απαιτεί ο νόμος για την κλήρωση, δεν ευσταθεί, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, λόγω ακριβώς της διαπιστωμένα δικαιολογημένης απουσίας του του κληρωθέντος ενόρκου Α. Μ., εξ αιτίας της οποίας δεν τιμωρήθηκε ως λιπένορκος, κληρώθηκαν ένδεκα (11) ονόματα ενόρκων, ούτως ώστε, να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των δέκα (10) παρόντων για να τεθούν τα ονόματά τους στην κληρωτίδα, προκειμένου να γίνει η κλήρωση των τεσσάρων (4) ενόρκων και η συγκρότηση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως πράγματι έγινε, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και συνεπώς, παρέχουν πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρουν σχετικώς με τις ενέργειες των παραγόντων της δίκης.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.α του ίδιου Κώδικα, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης, αναφορικά με την κλήρωση των ενόρκων, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 παρ.1β και 2β του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 24 του Ν.3500/2006 και στη συνέχεια είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 3 παρ.7 και 8 του Α' Κεφαλαίου του Ν.3727/2008 "1. Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του έχουν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής:

α)....β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα όχι όμως και τα δεκαοκτώ έτη, με κάθειρξη. 2.Συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξης της πρώτης παραγράφου: α)..., β) από πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του...". Κατά δε τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 342 παρ.1 εδ.γ του ισχύοντος από 01.07.2019 νέου ΠΚ, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 του Ν.4855/12.11.2021, (υπό την ισχύ των οποίων καταδικάστηκε ο αναιρεσείων), η διατύπωση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης γίνεται ως εξής: "Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίο τον έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής:

α)... β)... γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη". Η διάταξη αυτή του άρθρου 342 παρ.1εδ.γ' του ισχύοντος ΠΚ από 01.07.2019 και έως 12.11.2021, [ήτοι πριν από την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 76 του ν.4885/2021], κατά το μέρος που με αυτήν καταργείται η επιβαρυντική περίσταση της παρ.2 των περ.α' έως στ', συμπεριλαμβανομένης δηλαδή της περ.β' του άρθρου 342 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία αναφέρεται στην τέλεση της πράξης από πρόσωπο που συνοικεί ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του ανηλίκου, είναι εφαρμοστέα, κατ'άρθρο 2 ΠΚ, ως ευμενέστερη της προϊσχύσασας.

Ευμενέστερη της προγενέστερης και συνεπώς, εφαρμοστέα η άνω διάταξη του άρθρου 342 του ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατά τα άνω τροποποίησή της με το άρθρο 76 του ν.4885/12.11.2021, είναι επί πλέον και ως προς την απειλούμενη ποινή, εφόσον με αυτή προβλέπεται πλαίσιο ποινής κάθειρξης στην παρ.1 περ.γ' , που ενδιαφέρει εν προκειμένω, πέντε (5) ετών έως δέκα (10) ετών, ενώ, με την παρ.2 εδ.β'του άρθρου 342 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η απειλούμενη ποινή για την περ.γ' που αφορά ανήλικο παθόντα που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη και ενδιαφέρει εν προκειμένω (υπό τον προϊσχύσαντα Κώδικα περ.β' της παρ.1 του άρθρου 342), ήταν πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη (και με το νέο ΠΚ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 76 του ν.4885/2021, πέντε (5) έως δέκα πέντε {15} έτη) (ΑΠ 785/2023, ΑΠ 715/2020, ΑΠ 474/2020).

Από τις παραπάνω διατάξεις του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ προκύπτει, ότι διαχρονικά παθών στο αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκων είναι ανήλικος, τον οποίο έχουν εμπιστευθεί στο δράστη για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά. Η αρχή της εμπιστοσύνης προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου, την οποία καταχράται ο δράστης, δεν είναι αναγκαίο να είναι μακράς διάρκειας, αρκεί δε και προσωρινή ανάθεση προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διατάξεων του δέκατου ένατου κεφαλαίου του ισχύοντος ΠΚ με τίτλο "Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής" προκύπτει, ότι προτιμήθηκε γενικώς από το νομοθέτη κατά τη σύνταξη του νέου ΠΚ ο όρος "γενετήσια πράξη", επειδή όπως αναφέρεται σχετικά στην Αιτιολογική Έκθεση "πρόκειται για έννοια η οποία ορίζει τόσο τη διαδικασία της αναπαραγωγής (γένεσις) όσο και τις σχετικές ή παράλληλες με αυτήν πράξεις, διαθέσεις και ορμές, την ερωτική ζωή των ανθρώπων.

Λόγω της "γενικότητάς της υιοθετήθηκε στη σύγχρονη επιστημονική και κοινή γλώσσα". Μάλιστα, ο ίδιος ο νομοθέτης στην παρ.2 του άρθρου 336 του νέου ΠΚ ορίζει ότι: "Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις", ενώ στην Αιτιολογική Έκθεση επεξηγείται ότι "ο όρος γενετήσια πράξη" έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη.

Πρόκειται για τη συνουσία και άλλες πράξεις με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του έννομου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, όπως είναι η παρά φύσιν συνεύρεση, ο ετεροαυνανισμός, η πεολειξία και αιδοιολειξία ή η χρήση υποκατάστατων μέσων". Ο κύριος γνώμονας για το εάν μία πράξη πρέπει να χαρακτηρισθεί ως "γενετήσια" είναι η ένσταση της προσβολής του έννομου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος.

Κατά συνέπεια, πράξεις με έντονο σεξουαλικό χαρακτήρα, όπως είναι η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων του ανηλίκου, οι οποίες κατατείνουν στην γενετήσια ικανοποίηση του δράστη και την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος, θεωρούνται γενετήσιες πράξεις κατά τον νέο ΠΚ. Τα παραπάνω είναι σύμφωνα και με το άρθρο 36 παρ.1 περ.α' και β' της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της οικογενειακής βίας), που κυρώθηκε με το ν.4531/2018 και έχει υπερνομοθετική ισχύ.

Κατά την εν λόγω διάταξη η ποινικοποίηση των πράξεων κατά της γενετήσιας ελευθερίας πρέπει να αφορά όχι μόνο τη "διάπραξη της συναινετικής, κολπικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικού χαρακτήρα στο σώμα άλλου ατόμου με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε οργάνου του σώματος ή αντικειμένου" αλλά και "τη διάπραξη άλλων μη συναινετικών πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα".

Υπό το πρίσμα αυτό, ο όρος της "γενετήσιας πράξης" δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον ορισμό της "ασελγούς πράξης", όπως ερμηνευόταν, υπό την αυστηρή της εκδοχή, από τη μέχρι τώρα νομολογία των δικαστηρίων, στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, στα οποία περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 342 παρ.1 του ΠΚ (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 474/2020).

Σε αντίθεση με τις γενετήσιες πράξεις "οι χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της γενετήσιας πράξης, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, όπως λ.χ.ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς κ.τ.λ του παθόντος. Όταν, όμως, η πράξη του δράστη δεν είναι μία ήσσονος σημασίας ερωτική πράξη, αλλά έχει έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατατείνει στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη του παθόντος, τότε δεν συντρέχει προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 του ΠΚ με "χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα", αλλά κατάχρηση ανηλίκου, κατ'άρθρο 342 ΠΚ (ΑΠ 785/2023, ΑΠ 599/2023, ΑΠ 101/2021).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 348Α παρ. 1, 2, 3 και 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως αυτές είχαν προστεθεί με το άρθρο 6 του Ν. 3064/2002 και στη συνέχεια είχαν αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παρ. 10 του Ν. 3625/2007, με τον οποίο κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και οι περιπτώσεις α' και β' της παρ. 4 είχαν συμπληρωθεί από το άρθρο 3 παρ. 11 και 12, αντίστοιχα, του Α' Κεφαλαίου του Ν. 3727/2008, ίσχυαν δε, κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη πράξη (21/22.02.2018), "1.

Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2.

Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. 3.

Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς (ήδη γενετήσιας) πράξεως που διενεργείται από ή με ανήλικο. 4.

Οι πράξεις της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ: α) αν ...., β) αν...., γ) αν ο δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι ένα από τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α' έως και στ' της παρ.2 του άρθρου 342 πρόσωπα.

Αν η πράξη των περιπτώσεων β' και γ' είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, αν δε αυτή είχε αποτέλεσμα το θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι βασικές μορφές της εν λόγω αξιόποινης πράξης περιγράφονται στις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος.

Με την παρ. 2 προβλέπεται βαρύτερη τιμωρία για τις πράξεις της παραγωγής, προσφοράς, πώλησης ή με οποιονδήποτε τρόπο διάθεσης, διανομής, διαβίβασης, αγοράς, προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της διανομής πληροφοριών, αν αυτές τελέστηκαν μέσω πληροφοριακών συστημάτων. Ως παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού, προμήθεια υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι η εξασφάλιση αυτού και για προσωπική χρήση του δράστη ακόμη, ενώ ως κατοχή τέτοιου υλικού θεωρείται η φυσική εξουσία του δράστη επί αυτού, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του υλικού και να διαθέσει αυτό πραγματικά.

Η κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, μέσω πληροφοριακού συστήματος, συνιστά μία ιδιότυπη μορφή κατοχής, ως αφορώσα στην ουσία κατοχή ηλεκτρονικών δεδομένων, ήτοι αρχείων φωτογραφιών, βίντεο, ταινιών κ.λ.π., με υλικό παιδικής πορνογραφίας, που εμπεριέχεται και ενσωματώνεται σε υλικούς φορείς εγγραφής και αποθήκευσης, όπως είναι ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή, οι δισκέτες, οι συσκευές φορητής ψηφιακής μνήμης, οι εφαρμογές μέσων κοινωνικής δικτύωσης και συσκευών κινητής τηλεφωνίας κ.λ.π.

για τον παραγωγό όσο και για τον δράστη και των λοιπών μορφών του βασικού αδικήματος. Με τη διάταξη της παραγράφου 4 του προαναφερόμενου άρθρου εισήχθησαν οι εξής αυτοτελείς επιβαρυντικές περιστάσεις (ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 370/202: α) αν .... β).... και γ) αν ο δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι ένα από τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α' έως και στ'της παρ.2 του άρθρου 342 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων (άρθρο 342 παρ.2 εδ.β' του προϊσχύσαντος ΠΚ), είναι και πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Η αμέσως παραπάνω επιβαρυντική περίσταση ( κατά την οποία ο δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του) η οποία επηρεάζει την αρνητική αξιολόγηση της πράξης, ούτως ώστε αυτή να αναβαθμίζεται, κατά νόμον, από πλημμέλημα (βλ.

παρ. 1 & 2 του άρθρου 348Α ΠΚ) σε κακούργημα, αφορά βεβαίως την πράξη του δράστη της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας, επιπλέον όμως, συγκαθορίζει, επιτείνοντας, το άδικο και των λοιπών πράξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 348Α ΠΚ, ήτοι αυτών της προσφοράς, πώλησης, διάθεσης, διανομής κτλ. - μεταξύ των οποίων και της πράξης της κατοχής- και με τη μορφή της κατοχής ηλεκτρονικών δεδομένων-, υλικού παιδικής πορνογραφίας, επισείοντας την βαρύτερη τιμωρία των δραστών όταν η πράξη αυτή ενεργείται από πρόσωπο που συνοικεί με το ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του (παρ.4γ του ως άνω άρθρου).

Κατά τις παραπάνω διατάξεις το ως άνω καθιερούμενο έγκλημα της παιδικής πορνογραφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, ώστε και αν ακόμη τελείται με περισσότερους τρόπους, ένα έγκλημα διαπράττεται. Οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και προβλέπονται περιοριστικά. Η πορνογραφία ανηλίκων μπορεί να εμφανίζει είτε γυμνό το σώμα ανηλίκων είτε μέρος αυτού είτε ανηλίκους να τελούν γενετήσιες πράξεις μεταξύ τους, εικόνες πραγματικές ή και εικονικές.

Η απεικόνιση ή αποτύπωση φωτογραφιών ανηλίκων συντελείται με το σκοπό περαιτέρω διάδοσης αυτών για την ερωτική διέγερση του κατόχου ή λήπτη του υλικού αυτού. Για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της απόκτησης και κατοχής πορνογραφικού υλικού δεν απαιτείται σκοπός του δράστη για περαιτέρω διάθεση αυτού, αλλά αρκεί και η κατοχή και η απόκτηση του υλικού αυτού προς ιδία χρήση, αφού και με αυτές τις πράξεις προσβάλλεται η προσωπικότητα και η αξιοπρέπεια των ανηλίκων και η αγνότητα της παιδικής ηλικίας.

Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3727/2008, η αναβάθμιση σε κακούργημα της απλής κατοχής και των άλλων υπαλλακτικών τυποποιημένων τρόπων τέλεσης που προβλέπονται στις παραγράφους 1και 2 του άρθρου 348Α ΠΚ, αποσκοπεί κατά τον νομοθέτη στη μεγαλύτερη προστασία των ανηλίκων, στόχος που δύναται να επιτευχθεί με την απειλή των δυσμενών (ποινικά) συνεπειών, μεταξύ άλλων και σε βάρος του αποδέκτη του εν λόγω υλικού, όπως είναι ο κάτοχος, συμβάλλοντας στην αποτροπή από την τέλεση του εγκλήματος της πορνογραφίας ανηλίκων και στην αποτελεσματικότερη προστασία των ανηλίκων με τον αποκλεισμό κάθε ενασχόλησης του δράστη σχετικής με πορνογραφικό υλικό απεικόνισης ανηλίκων με τους οποίους, κατά την παρ.4εδγ του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος, συνοικεί ο δράστης ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Έτσι κατά την παράγραφο 4 εδ. γ του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία παρέπεμπε μεταξύ άλλων, στην παρ.2 εδ.β' του άρθρου 342 του προϊσχύσαντος ΠΚ η αναβάθμιση της παραγωγής ή κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού σε κακούργημα, όπως και των λοιπών τυποποιημένων, διακριτών μεταξύ τους, υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 348Α του ΠΚ, είχε ως μόνη προϋπόθεση ότι ο δράστης της παραγωγής ή κατοχής πορνογραφικού υλικού είναι πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Όμως, με το άρθρο 348Α του ισχύοντος ΠΚ, η υπό στοιχείο γ' αυτοτελής επιβαρυντική περίσταση της παρ.4 του ως άνω άρθρου 348Α , τροποποιήθηκε ως εξής "...γ) αν ο δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι πρόσωπο στο οποίο έχουν εμπιστευθεί ανήλικο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά...".

Τούτο συνέβη, διότι με τον νέο ΠΚ (ν.4619/2019) τροποποιήθηκε το άρθρο 342 αυτού, έτσι ώστε δεν προβλέπονται πλέον οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ.2 αυτού υπό στοιχ. α έως στ', μεταξύ των οποίων και η υπό στοιχ.β' , κατά την οποία αναβαθμιζόταν σε κακούργημα η τέλεση της πράξης "από πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του", στις οποίες (επιβαρυντικές περιστάσεις) παρέπεμπε το ως άνω άρθρο 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ.

Η επιβαρυντική περίσταση, όμως, της παρ.4 εδ.γ του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, συνισταμένη στο ότι ο δράστης της παραγωγής του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι πρόσωπο στο οποίο έχουν εμπιστευθεί ανήλικο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά είναι διαφορετική από την προαναφερόμενη εκείνη που προέβλεπε ο προϊσχύσας ΠΚ, ως μόνη προϋπόθεση για την αναβάθμιση του αδικήματος από πλημμέλημα σε κακούργημα και συνίστατο στο ότι ο δράστης συνοικούσε με το ανήλικο ή διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους του.

Δοθέντος δε ότι η τελευταία καταργήθηκε ως επιβαρυντική περίσταση με τον ισχύοντα ΠΚ, αφού δεν προβλέπεται πλέον στην παρ.2 του άρθρου 342 του ισχύοντος από την 01.07.2019 ΠΚ, στην οποία (παρ.2 περ.β' του άρθρου 342) παρέπεμπε το άρθρο 348Α παρ.4γ'του προϊσχύσαντος ΠΚ, η διάταξη αυτή του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ καθίσταται ευμενέστερη από εκείνη του αντίστοιχου άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ και συνεπώς, εφαρμοστέα κατά τη γενική αρχή του επιεικέστερου ουσιαστικού δικαίου, που καθιερώνει το άρθρο 2 του ΠΚ.

Έτσι, μετά την κατά τα άνω κατάργηση της διάταξης (342 παρ.2 εδ.β' του προϊσχύσαντος ΠΚ) στην οποία παρέπεμπε η παρ.4 εδ.γ' του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, η παραγωγή ή κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας, ακόμη και αν τελέστηκε από δράστη που συνοικούσε με το ανήλικο ή διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους του, έχει υποβιβαστεί σε πλημμέλημα είτε της παρ.1, είτε της παρ.2 του ως άνω άρθρου 348 του ισχύοντος ΠΚ, [αν οι πράξεις τελούνται μέσω πληροφοριακών συστημάτων], παράγραφοι (1 και 2) που είναι ταυτόσημες με εκείνες του προϊσχύσαντος ΠΚ.

Το ίδιο συμβαίνει, δηλαδή η παραγωγή ή κατοχή του υλικού παιδικής πορνογραφίας είναι πλημμεληματική, αν η πράξη είχε τελεστεί, πριν την από την 01.07.2019, οπότε άρχισε η ισχύς του νέου ΠΚ, από δράστη, στον οποίο είχαν εμπιστευθεί, έστω και προσωρινά, την επίβλεψη ή την φύλαξη του ανηλίκου, αφού η επιβαρυντική αυτή περίπτωση, που προβλέπεται πλέον υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, δεν προβλεπόταν από τον προϊσχύσαντα ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη.

Ως προς δε το δόλο που αφορά πορνογραφικό υλικό που παρήχθη ή αποκτήθηκε "δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με την χρήση διαδικτύου" απαιτείται αφενός μεν βούληση παραγωγής, εξουσίασης και ακώλυτης πρόσβασης στο υλικό, ενώ δεν αρκεί η απλή γνώση της ύπαρξης του υλικού, εφόσον δε η κατοχή συνίσταται στην ύπαρξη ηλεκτρονικών δεδομένων ο δόλος του δράστη πρέπει να καλύπτει και τη σταθερή αποθήκευση και διατήρηση των δεδομένων αυτών (ΑΠ 1395/2022).

IV. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκης ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα (ΑΠ 185/2022).

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 652/2021).

Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου, εκτός των περιπτώσεων που αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα (ΑΠ 368/2022), όπως συμβαίνει για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της κατάχρησης ανηλίκου του άρθρου 342 ΠΚ.

V. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.111, 112/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος, αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά, αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όλων των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "...ο τελευταίος, τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδόθηκαν και με την εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με τις αντίστοιχες νομικές διατάξεις, που εκτίθενται αναλυτικά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ήτοι, 1)της κατάχρησης ανηλίκου, που συμπλήρωσε τα 14 έτη αλλά όχι τα 18 έτη, σε γενετήσιες πράξεις από δράστη τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, και 2)της παραγωγής και κατοχής με πρόθεση υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών από δράστη τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί τον ανήλικο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα, κατά τη νομοτυπική τους μορφή και τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση τους, στο πιο κάτω διατακτικό, για τις οποίες (πράξεις), συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου, αυτοτελών και αρνητικών της κατηγορίας, ισχυρισμών του.

Περαιτέρω, ειδικότερα, από την αξιολογική εκτίμηση και συγκριτική αντιπαράθεση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων το παρόν Δικαστήριο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, καθόσον αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο κατηγορούμενος στις 21 Φεβρουαρίου 2018 φιλοξενούσε στην οικία του επί της οδού ..., την γεννηθείσα στις 19-09-2001 ανήλικη Ε. Α. του Α., θυγατέρα της αδερφής της συζύγου του, Ε. Τ. του Χ., για να την επιβλέπει και να την φυλάσσει από κοινού με τη σύζυγο του Κ. Τ. μέχρι και τις 22 Φεβρουάριου 2018, λόγω απουσίας των γονέων της στη Θεσσαλονίκη, καθώς κατά τον χρόνο της παραμονής της ανήλικης εκεί οι γονείς της την είχαν εμπιστευθεί προς επίβλεψη τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στη σύζυγο αυτού Κ.

Τ. χωρίς διάκριση, αφού η παρουσία αμφοτέρων (του κατηγορουμένου και της συζύγου του Κ. Τ.) δημιουργούσε προσωρινή (για όσο χρόνο βρισκόταν η ανήλικη στην οικία τους) υποχρέωση για την επίβλεψη της ανήλικης Ε. Α. και για τους δύο (2) ξεχωριστά, ήτοι και για τον κατηγορούμενο και για τη σύζυγο του Κ. Τ., έναντι των γονέων της, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας.

Οι τελευταίοι είχαν αφήσει την ανήλικη κόρη τους στο σπίτι του κατηγορουμένου και της θείας της Κ. (Κ. Τ.), συζύγου του κατηγορουμένου, λόγω του ότι έφτιαχναν το σπίτι της μεγάλης κόρης τους στη Θεσσαλονίκη. Η ανήλικη Ε. τότε διήγε το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της και η ίδια θέλησε να μείνει και να διανυκτερεύσει στο σπίτι της θείας της μαζί με τα δύο εξαδέλφια της Δ.

και Χ., τέκνα του κατηγορουμένου. Οι δύο οικογένειες, δηλαδή η οικογένεια της ανήλικης και η οικογένεια του κατηγορουμένου είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους ακόμα και όταν ο κατηγορούμενος ήταν για κάποιο διάστημα σε διάσταση με τη σύζυγό του και τα τρία εξαδέλφια συνήθιζαν να κοιμούνται στα σπίτια των δύο αυτών οικογενειών, γονέων και θείων τους.

Ο κατηγορούμενος όχι μόνο γνώριζε την ανήλικη από τη μέρα που γεννήθηκε, αλλά ήταν γι' αυτήν και ο καλός ο θείος, ο οποίος μάλιστα είναι και νονός της μεγάλης αδελφής της και υπήρχε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης. Αυτός, κατά τις νυχτερινές ώρες της 21 προς 22 Φεβρουαρίου 2018, επωφελούμενος από το γεγονός ότι η σύζυγος του και ο υιός του (Δ.

Γ.) κοιμόντουσαν σε άλλα δωμάτια, εισήλθε τρεις φορές στο δωμάτιο που κοιμόταν η ως άνω ανήλικη μαζί με την κόρη του (Χ. Γ., ηλικίας δώδεκα ετών) και δη στο επάνω μέρος κουκέτας κοιμόταν η ανήλικη Ε. Α. και στο κάτω μέρος η κόρη του, και παραμένοντας εκεί για αρκετά λεπτά της ώρας κάθε φορά, αφού σήκωσε την πιτζάμα της θώπευσε την ανήλικη ανιψιά του στο στήθος, στα γεννητικά της όργανα και δη στο αιδοίο της κάτω από το εσώρουχο της, σε μορφή ετεροαυνανισμού, αλλά και σε όλο της το σώμα, τόσο πάνω όσο και κάτω από τα εσώρουχά της, προκειμένου να διεγείρει και να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτού και της ανήλικης Ε.

καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της τελευταίας. Οι πράξεις του αυτές δεν ήταν στιγμιαίες αλλά είχαν διάρκεια και ένταση, με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από την ως άνω αναγνωσθείσα από 17-5-2018 έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο παρουσία ψυχολόγου -πραγματογνώμονα και τις καταθέσεις της μητέρας και της θείας της ανήλικης.

Η ανήλικη Ε. μπροστά στην πρωτόγνωρη γι' αυτήν κατάσταση και το σοκ που βίωσε, φοβήθηκε και προσποιήθηκε ότι κοιμάται, μη αντιδρώντας με φωνές ή με άλλον τρόπο, ενώ έμεινε άυπνη όλη τη νύχτα, φοβούμενη μήπως ο κατηγορούμενος μπει και άλλη φορά στο δωμάτιο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε στην τέλεση των ως άνω ασελγών και ήδη γενετήσιων πράξεων αλλά τις βιντεοσκόπησε κιόλας με το κινητό του τηλέφωνο, κάνοντας χρήση του φακού του κινητού για να βλέπει στο σκοτάδι Πιο συγκεκριμένα, μέσω του κινητού του τηλεφώνου, μάρκας Samsung, μοντέλου GT-I9060I/DS, χρώματος μπλε μεταλλικού, σειριακού αριθμού S.N:[RV1G82W16QWJ, με αριθμούς ΙΜΕΙ 1:[3501/07/395394/5] και ΙΜΕΙ 2: [3502/07/395394/3] βιντεοσκόπησε επανειλημμένες φορές το στήθος, τα γεννητικά όργανα και το σώμα εν γένει της ως άνω ανήλικης κάτω από τα εσώρουχά της, παρά τη θέλησή της και κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση και τα βίντεο αυτά κατείχε εντός της μνήμης του κινητού του τηλεφώνου.

Τις ως άνω περιγραφόμενες σε βάρος της πράξεις εκμυστηρεύθηκε η ανήλικη Ε. Α. στη μητέρα της, εν συνεχεία ενημέρωσαν την θεία της ανήλικης - σύζυγο του κατηγορουμένου, Κ. Τ., και μετέβησαν στο Τ.Α. Έδεσσας. Σε νομότυπη έρευνα που διεξήχθη από τα αστυνομικά όργανα στην οικία που διέμενε τότε ο κατηγορούμενος στην Έδεσσα, επί της οδού ..., βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, μοντέλου GT-190601/DS, χρώματος μπλε-μεταλλικού, σειριακού αριθμού S.N:[RVlG82W16QW], με αριθμούς ΙΜΕΙ 1:[3501/07/395394/5] και ΙΜΕΙ 2: [3502/07/395394/3] και με αριθμούς κλήσης 6971808566 και 6948814431 εντός του οποίου υπήρχαν:

α) μία κάρτα SIM, εταιρείας COSMOTE με ICCID:8930 0100 1012 2016 6592, β) μία κάρτα SIM, εταιρείας VODAFONE, με ICCID:8930 0500 2012 6067 6067 6900 και γ) μία κάρτα μνήμης τύπου microSD, μάρκας KINGSTON, ονομαστικής χωρητικότητας 32GB, με αλφαριθμητικό εμπρόσθιας όψης SDC10/320B06 και αλφαριθμητικό οπίσθιας όψης [TC58-8D2H-TS64 15010804] και ψηφιακή ταυτότητα MD5: 2034e3cdd25a248f4df94e404a64b26, τα οποία απεστάλησαν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προανάκρισης εξετάστηκε χωρίς όρκο η ανήλικη Ε. Α.. Για την προετοιμασία της ανήλικης προς κατάθεση και πιστοποίηση της αντιληπτικής της ικανότητας και της εν γένει ψυχική της κατάστασης, διενεργήθηκε προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 227 και 187 ΚΠΔ.

Ο διορισθείς πραγματογνώμονας Κλινικός Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής Λάζαρος Σιάντσης στην 17-5-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μεταξύ άλλων, αναφέρει για την ανήλικη Ε. Α. ότι πρόκειται για ένα ήρεμο, έξυπνο και συγκροτημένο κορίτσι, αρκετά ώριμο για την ηλικία της, ότι ο τρόπος που ενήργησε μετά το συμβάν ήταν συγκροτημένος και η ίδια αρκετά δυνατή και ψύχραιμη ώστε να αναζητήσει την επόμενη ημέρα βοήθεια στο "Χαμόγελο του Παιδιού" χωρίς να καταρρεύσει, αλλά και να περιμένει να επιστρέψουν οι γονείς της για να τους μιλήσει, ότι το να μην αντιδράσει στην παρενόχληση που αναφέρει ότι δέχθηκε από το θείο της δείχνει ότι ο τρόπος αυτός που επέλεξε καθορίστηκε από το φόβο της, είναι μια τυπική αντίδραση φόβου, γνωστή ως "πάγωμα" ή " freezing", κατά την λαϊκή έκφραση "έκανε τον ψόφιο κοριό" από φόβο, ότι βρέθηκε σε μια εντελώς άγνωστη, πρωτόγνωρη και αναπάντεχη κατάσταση μη γνωρίζοντας πως θα πρέπει να αντιδράσει, δεν υπήρχε κανένα προηγούμενο δεδομένο ή εμπειρία για το πώς πρέπει να αντιδράσει αν βρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση, και μάλιστα σε ξένο σπίτι με την ξαδέλφη της και κόρη του να κοιμάται ακριβώς από κάτω και ότι η πιο ανώδυνη επιλογή φάνηκε να ήταν αυτή που επέλεξε, δηλαδή να κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτα με την ελπίδα να τελειώσει αυτό που ζούσε όσο πιο γρήγορα γινόταν, ο τρόπος δε αυτός αντίδρασης της ανήλικης προσιδιάζει στο χαρακτήρα της, καθόσον αυτή είναι πολύ ήρεμη, συγκαταβατική και αποφεύγει τις συγκρούσεις.

Ο ως άνω πραγματογνώμονας, στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη του, καταλήγει στο ότι η ανήλικη Ε. Α. "είναι ένα ήρεμο, έξυπνο και συγκροτημένο κορίτσι, μια έφηβη που έχει επαφή με την πραγματικότητα, δεν έχει ακουστικές ή οπτικές ψευδαισθήσεις για να υποθέσουμε ότι αυτό που έζησε ήταν στη φαντασία της ή στο πλαίσιο κάποιου ψυχωτικού παραληρήματος".

Στην από 17.5.2018 χωρίς όρκο εξέταση της η ανήλικη Ε. Α. κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι την 21/22/02.2018, που οι γονείς της διανυκτέρευσαν στη Θεσσαλονίκη, αυτή φιλοξενήθηκε στο σπίτι της θείας της Κ. Τ. και κοιμήθηκε στο δωμάτιο της ξαδέλφης της Χαρίκλειας και στο επάνω μέρος της κουκέτας που υπάρχει στο δωμάτιο της, κατά τη διάρκεια της νύχτας ο κατηγορούμενος, αφού απομάκρυνε το κινητό της που είχε στο προσκεφάλι της, μπήκε στο δωμάτιο και τη χάιδευε στο στήθος, στα γεννητικά της όργανα και σε όλο της το σώμα, τις πράξεις του αυτές τις βιντεοσκοπούσε με το κινητό του τηλέφωνο και για να βλέπει καλύτερα είχε αναμμένο τον φακό του κινητού του τηλεφώνου, οι πράξεις του περιορίστηκαν στο να μετακινεί την παλάμη του χεριού του σε όλο της το σώμα, απ' όσο θυμάται μπήκε τρεις φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και την παρενοχλούσε με τον παραπάνω τρόπο που περιέγραψε για χρονικά διαστήματα περίπου δεκαπέντε ή είκοσι λεπτών, η κάθε φορά ήταν χειρότερη από την προηγούμενη και στην τελευταία την άγγιζε συνεχώς κάτω από τα εσώρουχα, κάποια στιγμή προσπάθησε να γυρίσει το σώμα της προς τη μεριά του τοίχου που βρισκόταν το κρεβάτι για να τον αποφύγει αλλά ο κατηγορούμενος την ξαναγύρισε ανάσκελα με τα χέρια του για να μπορεί να την αγγίζει, τότε τρομοκρατήθηκε ακόμη περισσότερο, δεν φώναξε και δεν ζήτησε τη βοήθεια κάποιου από το σπίτι γιατί αρχικά σοκαρίστηκε και φοβόταν, αλλά δεν ήθελε να καταλάβει και η ξαδέλφη της που κοιμόταν από κάτω.

Ότι από τότε δεν είναι σε καλή ψυχολογική κατάσταση, φοβάται τα βράδια να βγει έξω από το σπίτι της μόνη, τα βράδια κοιμάται ανήσυχα, αισθάνεται οργή και θυμό για τον κατηγορούμενο για ότι της έκανε και δεν θέλει να τον ξαναδεί. Περαιτέρω από την ως άνω αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. ... 2018 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος της Ελληνικής Αστυνομίας, προκύπτει ότι κατά την εργαστηριακή εξέταση της συσκευής κινητής τηλεφωνίας του κατηγορουμένου, αυτός στις 22-2-2018 και από ώρα 3.56 έως 4.23 περίπου, και συγκεκριμένα στις 03.56.48, 04.00.55, 04.02.47, 04.14.04, 04.18.05, 04.19.39, 04.21.57, 04.22.43, και 04.23.04, δημιούργησε εννέα (9) βίντεο και τα αποθήκευσε στη διαδρομή [C/DCIM/Camera) και σε έτερη διαδρομή του αποθηκευτικού χώρου του παραπάνω κινητού του τηλεφώνου και δη στη διαδρομή [Ο/Αγγελος/] από το σύνολο των εννέα (9) ως άνω βίντεο μετακίνησε στις 22-2-2018 (περί ώρα από 13:25.46 έως και 13:26.56) τρία (3) από αυτά.

Από τα βίντεο αυτά κατά την πραγματογνωμοσύνη ανακτήθηκαν και είναι κατάλληλα προς αναπαραγωγή συνολικά έξι (6), συνιστούν δε υλικό παιδικής πορνογραφίας καθότι αποτυπώνουν τα γεννητικά όργανα και το σώμα εν γένει της ως άνω ανήλικης κάτω από τα εσώρουχά της, τα κατείχε και τα παρακολουθούσε ο κατηγορούμενος έως και τις 1-3-2018 οπότε και κατασχέθηκε το κινητό του, με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή του.

Από την ως άνω έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι το κινητό του κατηγορουμένου διέθετε μοτίβο κλειδώματος οθόνης το οποίο ανακτήθηκε και ήταν ο αριθμός 1-2-3-6-9, διέθετε επίσης εγκαταστημένο το λογισμικό προστασίας ιδιωτικού απορρήτου SECURE Master, το οποίο είχε ρυθμιστεί να προστατεύει με τριψήφιο κωδικό κλειδώματος όλες τις ενέργειες πρόσβασης σε κάθε τοποθεσία της συσκευής του, ο κωδικός δε αυτός ανακτήθηκε και ήταν ο αριθμός 6-6-6.

Τους παραπάνω αριθμούς ο κατηγορούμενος καίτοι κλήθηκε από τους αστυνομικούς να τους παραδώσει αρνήθηκε να τους αποκαλύψει ή μάλλον έδωσε λανθασμένους "κωδικούς, προκειμένου να εμποδίσει την έρευνα των αρχείων βίντεο του κινητού του. Ο κατηγορούμενος στην απολογία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι ".......Για τις κατηγορίες δεν έχω να πω κάτι.

Δεν ήθελα να του κάνω κακό του παιδιού. Δεν θυμάμαι πόσες φορές μπήκα ή βγήκα από το δωμάτιο. Δεν μπορώ να πω γιατί το έκανα. Ούτε πόση διάρκεια ήμουν μέσα. Έπινα τότε και έπαιρνα ηρεμιστικά. Παρόλο που δεν έπινα. Κι άλλες φορές που είχα πάρει ηρεμιστικά, τότε που είχα το στομάχι μου και δεν μ' έπιασε. Δεν θυμάμαι τίποτα." Κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, ισχυρίστηκε ότι δεν έκανε τίποτα στο παιδί, και περαιτέρω Κατέθεσε ότι μετά τα μεσάνυχτα, και περί ώρα 01.00 αφού μπήκε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η ανήλικη Ε.

Α. και της άφησε ένα ποτήρι νερό που η ίδια ζήτησε, ακολούθως περί ώρα 2.30, αυτός έφυγε από το σπίτι στο οποίο διέμενε με την πρώην συζύγου του, και στο οποίο φιλοξενούσαν την ανήλικη Ε. Α., και μετέβη στην οικία μιας γυναίκας, παντρεμένης, στην Έδεσσα, με την οποία διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, και παρέμεινε σ' αυτή, μέχρι την ώρα 06.00 πρωινή, και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι της πρώην συζύγου του, τα δε αρχεία βίντεο που βρέθηκαν στο κινητό τηλέφωνο του περιέχουν την ερωτική του συνεύρεση με τη γυναίκα αυτή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπάρχουν όμως κι άλλα βίντεο στο κινητό του σε προγενέστερο χρόνο με ερωτικές περιπτύξεις του με την εν λόγω γυναίκα.

Απολογούμενος όμως ο κατηγορούμενος ενώπιον του Ανακριτή, όπου παρέστη με δικηγόρο, με το απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στην Ανακρίτρια της Έδεσσας ομολόγησε τις πράξεις που του αποδίδονται, συγκεκριμένα δε σ' αυτό (απολογητικό υπόμνημα) αναφέρει ".......Η άσχημη ψυχολογική μου κατάσταση σε συνδυασμό με τις καλές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο με την ανιψιά μου και δη υπό το πρίσμα της έντονης προσωπικής επαφής που είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας, θόλωσαν την κρίση μου και με έκαναν να παρερμηνεύσω τη συμπεριφορά αυτής.

Το σύνολο των προαναφερόμενων περιστατικών μείωσαν στο ελάχιστο την κρίση μου και την αντίληψη μου, αποστερώντας μου κάθε δυνατότητα για την αντίληψη των ενεργειών και των πραττομένων μου. Ως προς τη δεύτερη πράξη που μου αποδίδεται σχετικά με την παραγωγή και την κατοχή, άξιο αναφοράς τυγχάνει ότι ο ίδιος ουδέποτε είχα σκοπό και πρόθεση περαιτέρω διάθεσης του συγκεκριμένου υλικού.

Σε κάθε περίπτωση ουδέποτε γνώριζα ή μπορούσα να γνωρίζω το παράνομο της κατοχής αυτών, καθώς δεν είχα στο παρελθόν οποιαδήποτε ανάλογη εμπειρία, ενώ στερούμαι περαιτέρω μορφωτικών και γραμματικών γνώσεων" (η σχετική περικοπή της καταθέσεως του αναγνώσθηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ (σελ 42-43 της καταθέσεως του) προς επισήμανση των αντιφάσεων του).

Σε ερώτηση δε του Δικαστηρίου γιατί τον ισχυρισμό του αυτό ο κατηγορούμενος δεν τον προέβαλε αρχικά και τον αναφέρει για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο μετά την πάροδο 6 και πλέον έτη ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο σύζυγος της ερωμένης του είναι κάποιος επιφανής πολίτης της πόλης της Έδεσσας, η ίδια τον απειλούσε ότι αυτή θα αυτοκτονήσει αν δημοσιοποιούταν η σχέση τους, ο ίδιος δε το ανέφερε τώρα γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενα του "........Το αναφέρω γιατί έχει πολύ βαρύτητα η θέση μου, πάρα πολύ βαρύτητα, γι' αυτό το αναφέρω.

Κανονικά έπρεπε να έρθει, το σεβάστηκα όμως και αυτό που δεν ήθελε να έρθει γιατί θα τιναζόταν το σπίτι στον αέρα", αναφορικά δε με όσα αναγραφόταν στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στην Ανακρίτρια Έδεσσας κατέθεσε ότι απηχούν απόψεις του δικηγόρου του που το συνέταξε και όχι δικές του. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου άρνηση των κατηγοριών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίων, καθώς και οι ισχυρισμοί του ότι ομολόγησε τις κατηγορίες αυτές στην ανάκριση και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επειδή ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να παραδεχθεί ενώπιον του Ανακριτή τις πράξεις του και για το λόγο ότι ήθελε να αποκρύψει την εκτός γάμου σχέση που διατηρούσε με άλλη γυναίκα στην Έδεσσα για να την προστατέψει καθόσον είναι σύζυγος επιφανούς πολίτη της Έδεσσας, είναι εντελώς αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ακόμη ότι και η δεύτερη αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη ήταν παράνομη. Μάλιστα, όπως ήδη προεκτέθηκε, όταν οι αστυνομικοί κατέσχεσαν το κινητό του τηλέφωνο και τον κάλεσαν να τους αναφέρει τον κωδικό κλειδώματος της οθόνης και τον κωδικό κλειδώματος της πρόσβασης σε όλες τις τοποθεσίες του κινητού τηλεφώνου του, αυτός αρνήθηκε να τους αποκαλύψει ή μάλλον έδωσε λανθασμένους κωδικούς, προκειμένου να εμποδίσει την έρευνα των αρχείων βίντεο του κινητού τηλεφώνου του.

Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την προσήκουσα αξιολογική εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού χωρίς να αναιρούνται ή να τίθενται υπό αμφιβολία από κανένα αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα, από την ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, απολογία του παραπάνω κατηγορουμένου. Οι προπεριγραφείσες πράξεις που τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της ανήλικης, ήτοι ψαύσεις και θωπείες των γεννητικών οργάνων της, του στήθους της, των γλουτών της, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εμπίπτουν στην έννοια των "ασελγών" πράξεων, αλλά και των "γενετήσιων" πράξεων, κατά τη διατύπωση του πρόσφατου ποινικού νομοθέτη, καθώς αυτές είναι ίδιας βαρύτητας με τη συνουσία από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, προσέβαλαν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της ανήλικης και έγιναν με πρόθεση τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος βαριανάσανε, όπως η ανήλικη ανέφερε στη μητέρα της, η οποία και το ανέφερε κατά την εξέταση της ενώπιον και του πρωτοβαθμίου αλλά και του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια τέλεσης αυτών, και δεν είναι πράξεις ήσσονος βαρύτητας που έγιναν με πρόθεση προσβολής και μόνο της αιδούς και της αξιοπρέπειας της παθούσας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της, και εμπίπτουν στην έννοια της γενετήσιας πράξης του άρθρου 342 παρ.

Ιγ' του νέου ΠΚ, που ισχύει μετά το Ν. 4619/2019, το οποίο εν προκειμένω θα εφαρμοστεί ως ευνοϊκότερο κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και δεν δύνανται να υπαχθούν στο πραγματικό του άρθρου 337 ΠΚ αλλά και ούτε και σ* αυτό του άρθρου 342 παρ. 2 ΠΚ, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού του κατηγορουμένου ως αβασίμου. Αφετέρου ο κατηγορούμενος τέλεσε και το έγκλημα της με πρόθεση παραγωγής και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών από δράστη στον οποίο έχουν εμπιστευθεί ανήλικο για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά κατά τις διατάξεις του εφαρμοζομένου στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, κατά τα άνω άρθρου 348Α παρ. 2,3,4γ' του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μετά την έκδοση και εφαρμογή του ν. 4619/2019 και πριν την τροποποίηση του με το ν. 4855/2021, το οποίο εφαρμόζεται ως ευνοϊκότερο.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω στοιχειοθετούνται πλήρως, κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτόμενων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου".

Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκου, που συμπλήρωσε τα 14 έτη της ηλικίας του και β) της παραγωγής και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή υλικού με αναπαράσταση ή πραγματική ή εικονική αποτύπωση, σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα των γεννητικών οργάνων ή σώματος εν γένει του ανηλίκου, του οποίου είχε προσωρινά την επιμέλεια και επίβλεψη κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και της πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό : " ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ομόφωνα ένοχο του ότι:

Στην Έδεσσα, κατά τις νυχτερινές ώρες της 21 προς 22.02.2018:

Α) Ενεργώντας με πρόθεση, ως ενήλικος, ενήργησε γενετήσιες πράξεις με ανήλικη που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, την οποία είχαν εμπιστευθεί & αυτόν να την επιβλέπει και να την φυλάσσει προσωρινά. Συγκεκριμένα, φιλοξενούσε στην οικία του, επί της οδού ..., τη γεννηθείσα την 19.09.2001 ανήλικη Ε. Α. του Α., θυγατέρα της αδερφής της συζύγου του Ε.

Τ. του Χ., η οποία την έφερε στην οικία που διαμένει ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο του (Κ. Τ.), στις 21 Φεβρουαρίου 2018, για να την επιβλέπει και να την φυλάσσει από κοινού με τη σύζυγό του προσωρινά μέχρι και την 22 Φεβρουαρίου 2018, λόγω απουσίας των γονέων της στη Θεσσαλονίκη. Αυτός (ο κατηγορούμενος), όμως, κατά τις νυχτερινές ώρες της 21 προς 22 Φεβρουαρίου 2018, επωφελούμενος από το γεγονός ότι η σύζυγος του και ο υιός του (Δ.

Γ.) κοιμόντουσαν σε άλλα δωμάτια, εισήλθε τρεις φορές στο δωμάτιο που κοιμόταν η ως άνω ανήλικη, μαζί με τη θυγατέρα του (Χ. Γ., ηλικίας δώδεκα ετών), και δη στο επάνω μέρος κουκέτας κοιμόταν η ανήλικη Ε. Α. και στο κάτω μέρος η θυγατέρα του και ενήργησε γενετήσιες πράξεις στην ως άνω ανήλικη ανιψιά της συζύγου του, και συγκεκριμένα τη θώπευσε στο στήθος, στα γεννητικά της όργανα και δη στο αιδοίο της κάτω από το εσώρουχο της σε μορφή ετεροαυνανισμού, και σε όλο της το σώμα, τόσο πάνω όσο και κάτω από τα εσώρουχά της, προσβάλλοντας έτσι με τις παραπάνω πράξεις του, με τις οποίες αποσκοπούσε στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του, τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και της ως άνω ανήλικης και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της τελευταίας η οποία κατά τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας της όχι όμως τα δέκα οκτώ έτη, γεγονός που αυτός γνώριζε.

Β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, παρήγαγε και κατείχε δια κινητού τηλεφώνου μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών υλικό παιδικής πορνογραφίας, δηλαδή υλικό με αναπαράσταση ή πραγματική ή εικονική αποτύπωση, σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα, των γεννητικών οργάνων ή σώματος εν γένει του ανηλίκου, του οποίου είχε προσωρινά την επιμέλεια και επίβλεψη κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και της πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο.

Συγκεκριμένα, μέσω ενός κινητού τηλεφώνου, ιδιοκτησίας του, του οποίου έκανε ο ίδιος και μόνο χρήση, μάρκας Samsung, μοντέλου GT-I9060I/DS, χρώματος μπλε-μεταλλικού, σειριακού αριθμού S.N:[RV1G82W16QW], με αριθμούς ΙΜΕΙ 1:[3501/07/395394/5] και ΙΜΕΙ 2: [3502/07/395394/3] εντός του οποίου υπήρχαν: α) μία κάρτα SIM, εταιρείας COSMOTE με ICCID:8930 0100 1012 2016 6592, β) μία κάρτα SIM, εταιρείας VODAFONE, με ICCID:8930 0500 2012 6067 6067 6900 και γ) μία κάρτα μνήμης τύπου microSD, μάρκας KINGSTON, ονομαστικής χωρητικότητας 32GB, με αλφαριθμητικό εμπρόσθιας όψης S0C10/320B06 και αλφαριθμητικό οπίσθιας όψης [TC58-8D2H-TS64 15010804] και ψηφιακή ταυτότητα MD5: 2034e3cdd25a248f4df94e404a64b26, μέσω της διαθέσιμης σε αυτό λειτουργίας δημιουργίας βίντεο, παρήγαγε εννέα (9) βίντεο, εκ των οποίων έξι (6) είναι κατάλληλα προς αναπαραγωγή, τα οποία έχουν ως ημερομηνία δημιουργίας/αποθήκευσης την 22.02.2018 (από ώρα 03:56 έως και 04:23) και στα οποία εικονίζεται με πραγματική αποτύπωση το στήθος, τα γεννητικά όργανα και το σώμα εν γένει της γεννηθείσας την 19.09.2001 ανήλικης Ε.

Α. του Α., θυγατέρας της αδερφής της συζύγου του Ε. Τ. του Χ., της οποίας ο κατηγορούμενος είχε προσωρινά την επιμέλεια και επίβλεψη, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση. Ειδικότερα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018 φιλοξενούσε στην οικία του, επί της οδού ..., την ως άνω ανήλικη, για να την επιβλέπει και να την φυλάσσει από κοινού με τη σύζυγό του (Κ.

Τ.) προσωρινά μέχρι και την 22 Φεβρουαρίου 2018, λόγω απουσίας των γονέων της στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος, όμως, κατά τις νυχτερινές ώρες της 21 προς 22 Φεβρουαρίου 2018, επωφελούμενος από το γεγονός ότι η σύζυγος του και ο υιός του (Δ. Γ.) κοιμόντουσαν σε άλλα δωμάτια, εισήλθε τρεις φορές στο δωμάτιο που κοιμόταν η ως άνω ανήλικη μαζί με τη θυγατέρα του (Χ.

Γ., ηλικίας δώδεκα ετών) και δη στο επάνω μέρος κουκέτας κοιμόταν η ανήλικη Ε. Α. και στο κάτω μέρος η θυγατέρα του και, μέσω του παραπάνω κινητού του τηλεφώνου, βιντεοσκόπησε επανειλημμένες φορές το στήθος, τα γεννητικά όργανα και το σώμα εν γένει της ως άνω ανήλικης (Ε. Α.) κάτω από τα εσώρουχά της, παρά τη θέλησή της και κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, δημιουργώντας εννέα (9) βίντεο, εκ των οποίων έξι (6) είναι κατάλληλα προς αναπαραγωγή, τα οποία στη συνέχεια αποθήκευσε στην ως άνω κάρτα μνήμης τύπου micro SD του κινητού του τηλεφώνου και δη στη διαδρομή [C/DCIM/Camera] και μάλιστα σε έτερη διαδρομή του αποθηκευτικού χώρου του παραπάνω κινητού του τηλεφώνου και δη στη διαδρομή (Ο/Αγγελος/] από το σύνολο των εννέα (9) ως άνω βίντεο μετακίνησε την 22.02.2018 (περί ώρα από 13:25 έως και 13:26) τρία (3) από αυτά και τα οποία βίντεο με το ανωτέρω υλικό παιδικής πορνογραφίας κατείχε έως την 01.03.2018, οπότε και κατασχέθηκε το παραπάνω κινητό του τηλέφωνο, καθ' όλο δε το χρονικό αυτό διάστημα ανέσυρε από τη μνήμη τα πιο πάνω βίντεο και τα παρακολουθούσε με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή του".

Τέλος, το Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την πρώτη πράξη και ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερήσιων μονάδων προς πενήντα (50) ευρώ η κάθε ημερήσια μονάδα, ήτοι χρηματική ποινή δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης οκτώ (8) ετών.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για κατάχρηση ανηλίκου που συμπλήρωσε τα 14 έτη της ηλικίας του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω κακουργήματος του άρθρου 342 παρ.1 στοιχ.γ' του ισχύοντος ΠΚ, για την τέλεση του οποίου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις (νομικοί συλλογισμοί) με τις οποίες υπήγαγε τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις οικείες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 13β', 14, 16, 17, 18, 26 εδ.α', 27, 51, 52, 57, 59, 79, 342 παρ.1γ του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ (Ν.4619/2019) και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 του Ν. 4855/2021, ως επιεικέστερου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν σχέσει με την κατάγνωση της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη πράξη, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, σχετικώς με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) Αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και λοιπά έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και μνημονεύονται στα πρακτικά, ως και η απολογία του κατηγορουμένου), από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. 2) Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπ'όψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ελένης Τσομλεκτσόγλου (μητέρας της ανήλικης) και Κ.

Τ. (θείας της ανήλικης και πρώην συζύγου του κατηγορουμένου), καθώς και η από 17.05.2018, έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο της ανήλικης Ε. Α., παρουσία ψυχολόγου πραγματογνώμονα, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα, τα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και ειδικότερα, η από 22.12.2914 αγωγή του Κ.

Α. κατά του Α. Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης και η από 05.04.2017 έφεση του ως άνω ενάγοντος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Αντιθέτως, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλες οι καταθέσεις και τα έγγραφα, οι δε καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας εξαίρονται, καθώς κρίθηκαν αξιόπιστες από το Δικαστήριο, ενισχυθείσες από το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων και των απεικονίσεων των γεννητικών οργάνων και του σώματος εν γένει της εν λόγω ανήλικης κάτω από τα εσώρουχά της, που επισκοπήθηκαν περιλαμβανόμενες στις αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της Ελληνικής Αστυνομίας, ανακτηθείσες (οι απεικονίσεις) από τα έξι (6) αρχεία βίντεο, τα οποία είχαν αποθηκευθεί στον αποθηκευτικό χώρο (κάρτα μνήμης) του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου και είναι κατάλληλα προς αναπαραγωγή, εκ των συνολικά εννέα (9) αρχείων βίντεο, που είχε δημιουργήσει με την ανήλικη και τα κατείχε έως την 01.03.2018, οπότε κατασχέθηκε το κινητό του τηλέφωνο, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του κατηγορουμένου Κ.

Δ., η οποία αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο και κρίθηκε αναξιόπιστη, όπως, άλλωστε αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο και κρίθηκαν ως αδιάφορες για την προκειμένη περίπτωση, η αγωγή του παππού της ανήλικης κατά του πατέρα της για ιδιοποίηση ποσού 137.000 ευρώ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, καθώς και η έφεσή του ως άνω ενάγοντος κατά της απορριπτικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, τις οποίες προσκόμισε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ενώ η αξιολόγηση αυτή των αποδεικτικών μέσων, όπως επιχειρεί ο τελευταίος διατεινόμενος περαιτέρω και ότι δεν απεικονίζονται στα πιο πάνω βίντεο τα γεννητικά όργανα και εν μέρει το σώμα της ανήλικης, αλλά άλλης γυναίκας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο

ΙV δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αναίρεσης, καθώς αφορά κρίση επί της ουσίας. 3) Αιτιολογείται δε, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι οι γονείς της ανήλικης, λόγω απουσίας τους στη Θεσσαλονίκη, την είχαν εμπιστευθεί προς επίβλεψη τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στη σύζυγο αυτού Κ. Τ., χωρίς διάκριση, αφού η παρουσία αμφοτέρων (του κατηγορουμένου και της ως άνω συζύγου του) δημιουργούσε προσωρινή (για όσο χρόνο βρισκόταν η ανήλικη στην οικία τους στην Έδεσσα, ήτοι έως και την 22.02.2018) υποχρέωση για επίβλεψη της ανήλικης Ε. Α., που διήγε τότε το 17ο έτος της ηλικίας της, ως γεννηθείσα στις 19.09.2001 και για τους δύο (2) ξεχωριστά, έναντι των γονέων της και αιτιολογείται πλήρως ότι ο κατηγορούμενος, ως εξ αγχιστείας θείος της ανήλικης (σύζυγος της Κ. Τ., αδελφής της μητέρας της) γνώριζε πολύ καλά την ηλικία της, λόγω και των πολύ καλών σχέσεων που είχαν μεταξύ τους οι οικογένειές τους. 4) Περαιτέρω, αναγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με λεπτομέρεια οι γενετήσιες πράξεις του κατηγορουμένου, με την έννοια που προσδιορίζεται στη νομική σκέψη υπό στοιχείο

ΙΙ. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι "κατά τις νυχτερινές ώρες της 21 προς 22 Φεβρουαρίου 2018, επωφελούμενος από το γεγονός ότι η σύζυγος του και ο υιός του (Δ. Γ.) κοιμόντουσαν σε άλλα δωμάτια, εισήλθε τρεις φορές στο δωμάτιο που κοιμόταν η ως άνω ανήλικη μαζί με την κόρη του (Χ. Γ., ηλικίας δώδεκα ετών) και δη στο επάνω μέρος κουκέτας κοιμόταν η ανήλικη Ε.

Α. και στο κάτω μέρος η κόρη του, και παραμένοντας εκεί για αρκετά λεπτά της ώρας κάθε φορά, αφού σήκωσε την πιτζάμα της θώπευσε την ανήλικη ανιψιά του στο στήθος, στα γεννητικά της όργανα και δη στο αιδοίο της κάτω από το εσώρουχο της, σε μορφή ετεροαυνανισμού, αλλά και σε όλο της το σώμα, τόσο πάνω όσο και κάτω από τα εσώρουχά της, προκειμένου να διεγείρει και να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτού και της ανήλικης Ε.

καθώς και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της τελευταίας. Οι πράξεις του αυτές δεν ήταν στιγμιαίες αλλά είχαν διάρκεια και ένταση, με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από την ως άνω αναγνωσθείσα από 17-5-2018 έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο παρουσία ψυχολόγου -πραγματογνώμονα και τις καταθέσεις της μητέρας και της θείας της ανήλικης.

Η ανήλικη Ε. μπροστά στην πρωτόγνωρη γι' αυτήν κατάσταση και το σοκ που βίωσε, φοβήθηκε και προσποιήθηκε ότι κοιμάται, μη αντιδρώντας με φωνές ή με άλλον τρόπο, ενώ έμεινε άυπνη όλη τη νύχτα, φοβούμενη μήπως ο κατηγορούμενος μπει και άλλη φορά στο δωμάτιο." Συνεπώς αιτιολογείται πλήρως ότι ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε ήσσονος σημασίες ερωτικές πράξεις, αλλά πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατατείνουν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και η οποία προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξη της παθούσας και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, έτσι ώστε στοιχειοθετείται κατάχρηση ανηλίκου, κατ'άρθρο 342 ΠΚ και όχι προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 337 του ΠΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. 5) Καθόσον δε αφορά τον κοινό (απλό) δόλο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν απαιτείτο ειδική αιτιολόγησή του, αφού ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκου, για το οποίο καταδικάστηκε και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σχετικές με την κατηγορία της κατάχρησης ανηλίκου, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και σε ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' (κατά το Α σκέλος αυτού) και Δ' του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον αφορά την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος και τότε κατηγορουμένου, σχετικώς με το κακούργημα της κατάχρησης ανηλίκου που συμπλήρωσε τα 14 έτη της ηλικίας του, του άρθρου 342 παρ.1 εδ.γ του νέου ΠΚ.

Αντιθέτως, καθόσον αφορά το αδίκημα της παιδικής πορνογραφίας, έσφαλε το Δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας στην προκειμένη περίπτωση, τη διάταξη του άρθρου 348Α παρ. 4εδ.γ του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο

ΙΙΙ, για την αναβάθμιση του πλημμελήματος της παρ.2 σε κακούργημα η νέα διάταξη της παρ.4 εδ.γ του ως άνω άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, απαιτεί διαφορετικά πραγματικά περιστατικά ΠΚ (παραγωγή πορνογραφικού υλικού από δράστη στον οποίο έχουν εμπιστευθεί την επίβλεψη του ανηλίκου ή την φύλαξή του έστω και προσωρινά) από εκείνα που απαιτούσε η αντίστοιχη διάταξη της παρ.4εδ.γ' του ταυτάριθμου άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, σε συνδυασμό με την παρ.2 περ.β' του άρθρου 342 του προϊσχύσαντος ΠΚ (παραγωγή πορνογραφικού υλικού από δράστη που συνοικεί με το ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του), με βάση την οποία διώχθηκε ο κατηγορούμενος. Δοθέντος δε του ότι η τελευταία αυτή διάταξη της αρ.4 εδ.γ του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία αποτελούσε προϋπόθεση για την αναβάθμιση του αδικήματος από πλημμέλημα σε κακούργημα, έχει καταργηθεί από 01.07.2019, με την έναρξη της ισχύος του νέου ΠΚ, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ.

ΙΙΙ της παρούσας, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί πλέον σε βάρος του κατηγορουμένου η κακουργηματική μορφή του αδικήματος της παρ. 4 εδ.γ' του άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ (ούτε βεβαίως η αντίστοιχη εκείνη της παρ.4 εδ.γ' του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, αφού για τη στοιχειοθέτησή της απαιτεί τη συνδρομή διαφορετικών πραγματικών περιστατικών, από εκείνα που απαιτούσε για τη στοιχειοθέτησή της η καταργηθείσα διάταξη, με βάση την οποία διώχθηκε ο αναιρεσείων, έστω και αν τα διαφορετικά αυτά πραγματικά περιστατικά, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν), ενόψει και της γενικής αρχής της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, που καθιερώνει το άρθρο 2 του ΠΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να στοιχειοθετηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου μόνο η πλημμεληματική μορφή του εν λόγω αδικήματος της παιδικής πορνογραφίας, τελούμενη μέσω πληροφοριακών συστημάτων, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, που είναι ταυτόσημες με εκείνες του ταυτάριθμου άρθρου 348Α του προϊσχύσαντος ΠΚ και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή.

Ως προς δε την πλημμεληματική αυτή μορφή του αδικήματος, που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω πλημμελήματος του άρθρου 348Α παρ.2, 3 του ισχύοντος ΠΚ της παραγωγής και κατοχής παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, δηλαδή αναφέρεται στην απόφαση η πραγματική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό φορέα των γεννητικών οργάνων και μέρους του σώματος της ανήλικης από τον κατηγορούμενο, μέσω συσκευής κινητού τηλεφώνου, που περιγράφεται στην απόφαση με δυνατότητες μικρού ηλεκτρονικού υπολογιστή και η κατοχή του υλικού αυτού στον αποθηκευτικό χώρο (κάρτα μνήμης) του πιο πάνω κινητού τηλεφώνου, όπου αποθηκεύτηκαν τα ηλεκτρονικά δεδομένα εννέα (9) αρχείων βίντεο με τέτοιες αποτυπώσεις των γεννητικών οργάνων και του σώματος εν γένει της ανήλικης, εκ των οποίων μάλιστα τα έξι (6) αρχεία βίντεο κατάλληλα προς αναπαραγωγή και διατηρήθηκαν στον αποθηκευτικό χώρο του ηλεκτρονικού φορέα (κινητού τηλεφώνου), που κατείχε ο κατηγορούμενος, μέχρι την 01.03.2018, οπότε κατασχέθηκε το εν λόγω κινητό τηλέφωνο, ώστε να έχει πρόσβαση οποιαδήποτε στιγμή στα ως άνω βίντεο προς ιδία χρήση, χωρίς να απαιτείται και σκοπός του δράστη για περαιτέρω διάθεση αυτού, αφού και με αυτές τις πράξεις της παραγωγής και κατοχής προς ιδία χρήση προσβάλλεται η προσωπικότητα και η αξιοπρέπεια των ανηλίκων και η αγνότητα της παιδικής ηλικίας, ενώ ο δόλος του προκύπτει από τη θέληση παραγωγής των πιο πάνω περιστατικών, καλύπτει δε και τη σταθερή αποτύπωση και διατήρηση των ηλεκτρονικών αυτών δεδομένων, ήτοι των αρχείων των πιο πάνω βίντεο με το προαναφερόμενο υλικό, ενσωματωμένων σε ηλεκτρονικό φορέα εγγραφής, μέσω σχετικής εφαρμογής (κάρτα μνήμης) στη συσκευή του κινητής τηλεφωνίας και συγκεκριμένα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι "ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε στην τέλεση των ως άνω ασελγών και ήδη γενετήσιων πράξεων αλλά τις βιντεοσκόπησε κιόλας με το κινητό του τηλέφωνο, κάνοντας χρήση του φακού του κινητού για να βλέπει στο σκοτάδι Πιο συγκεκριμένα, μέσω του κινητού του τηλεφώνου, μάρκας Samsung, μοντέλου GT-I9060I/DS, χρώματος μπλε μεταλλικού, σειριακού αριθμού S.N:[RV1G82W16QWJ, με αριθμούς ΙΜΕΙ 1:[3501/07/395394/5] και ΙΜΕΙ 2: [3502/07/395394/3] βιντεοσκόπησε επανειλημμένες φορές το στήθος, τα γεννητικά όργανα και το σώμα εν γένει της ως άνω ανήλικης κάτω από τα εσώρουχά της, παρά τη θέλησή της και κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση και τα βίντεο αυτά κατείχε εντός της μνήμης του κινητού του τηλεφώνου....έως την 01.03.2018, οπότε και κατασχέθηκε το παραπάνω κινητό του τηλέφωνο, καθ' όλο δε το χρονικό αυτό διάστημα ανέσυρε από τη μνήμη τα πω πάνω βίντεο και τα παρακολουθούσε με σκοπό τη γενετήσια διέγερσή του".

Περαιτέρω, εκτίθενται στην απόφαση και οι αποδείξεις από τις οποίες το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την κατηγορία της παιδικής πορνογραφίας, περί εσφαλμένης αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Πλην όμως, ενώ τα πραγματικά αυτά περιστατικά, τα οποία κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδείχθηκαν πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παιδικής πορνογραφίας στην πλημμεληματική της μορφή, όπως προβλέπεται στις παρ.2 και 3 του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ (πανομοιότυπες με εκείνες του προϊσχύσαντος), έστω και αν τελέστηκαν από δράστη που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους της ανήλικης ή από δράστη στον οποίο είχαν εμπιστευθεί την επίβλεψη της ανήλικης, εν τούτοις, το Δικαστήριο εσφαλμένως τα υπήγαγε στην κακουργηματική μορφή που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 348Α παρ.4εδ.γ' του ισχύοντος ΠΚ, επειδή δέχθηκε ότι στον κατηγορούμενο είχαν εμπιστευθεί προσωρινά την επίβλεψη της ανήλικης.

Ωστόσο, η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης της παρ.4 εδ.γ'του ισχύοντος ΠΚ, δεν αναβαθμίζει στην προκειμένη περίπτωση, με χρόνο τέλεσης την 21/22.02.2018, την πράξη από πλημμέλημα σε κακούργημα, καθώς η προϋπόθεση αυτή (κατά την οποία, στον δράστη είχαν εμπιστευθεί προσωρινά την επίβλεψη της ανήλικης), την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν αποτελούσε προϋπόθεση της αντίστοιχης καταργηθείσας διάταξης 348Α παρ.4γ του προϊσχύσαντος ΠΚ, με βάση την οποία διώχθηκε, (και η οποία ως προϋπόθεση έθετε να συνοικούσε ο δράστης με το ανήλικο ή να διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους του) και δεν μπορούσε να εφαρμοστεί (η διάταξη αυτή του άρθρου 348Α παρ.4εδγ'του νέου ΠΚ) σε βάρος του, ενόψει και της γενικής αρχής της εφαρμογής του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου του άρθρου 2 του ΠΚ.

Έτσι, το Δικαστήριο εσφαλμένως εφαρμόζοντας, σε βάρος του αναιρεσείοντος τη διάταξη του άρθρου 348Α παρ. 4γ του ισχύοντος ΠΚ, τον καταδίκασε στη συνέχεια για παιδική πορνογραφία με την κακουργηματική μορφή της τέλεσής της, από πρόσωπο στο οποίο είχαν εμπιστευθεί την επίβλεψη της ανήλικης, έστω και προσωρινά, στοιχειοθετώντας την πράξη με άλλα περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που στοιχειοθετούσαν την πράξη στην διάταξη με βάση την οποία διώχθηκε (τέλεση της πράξης από δράστη που συνοικούσε με την ανήλικη ή διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους της ανήλικης) και η οποία έχει καταργηθεί, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει μόνο τις διατάξεις των παρ.2 και 3 του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, που προβλέπουν την πλημμεληματική μορφή της αξιόποινης πράξης της παιδικής πορνογραφίας, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της οποίας αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ (εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), καθόσον αφορά την ως άνω β αξιόποινη πράξη της παιδικής πορνογραφίας και καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την κακουργηματική μορφή του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ.4εδγ του άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ΠΚ, ενώ σύμφωνα με όσα προεκτίθενται έπρεπε να τον καταδικάσει για την πλημμεληματική μορφή του ως άνω αδικήματος, όπως αυτή προβλέπεται στις παρ.2 και 3 του ως άνω άρθρου 348Α του ισχύοντος ΠΚ, η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης, αποδείχθηκε.

Έτσι, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, (κατά το Β σκέλος αυτού), με τον οποίο προβάλλεται ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, καθόσον αφορά την β' πράξη της παιδικής πορνογραφίας, εφάρμοσε εσφαλμένως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 348Α παρ. 4εδ.γ' του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων, αντί να εφαρμόσει ορθώς μόνο τις παρ.2 και 3 του ίδιου ΠΚ, που είναι ευμενέστερες, αφού προβλέπουν και τιμωρούν την εν λόγω πράξη, ως πλημμέλημα με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο όμως, κατά τα κεφάλαιά της, τα οποία αφορούν την επιβολή ποινής για εν λόγω πλημμεληματικής μορφής αξιόποινη πράξη παιδικής πορνογραφίας και συνακόλουθα, τον καθορισμό συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί, ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 111, 112/2024 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τα κεφάλαιά της, τα οποία αφορούν την επιβολή ποινής για την πλημμεληματικής μορφής αξιόποινη πράξη της παιδικής πορνογραφίας και συνακόλουθα, και τον καθορισμό συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς τα άνω αναιρεθέντα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ