Supreme Court dismisses appeal against labor court award, rejecting pre-litigation EU law question as unnecessary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 18 individuals against a labor court judgment regarding severance pay calculations. The court found the lower court correctly assessed the compensation owed and rejected the appellant's request to submit a preliminary reference to the European Court of Justice. Consequently, the appeal was declared inadmissible for most appellants, while the first appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 97(1), 118(5), 122(1), 123(1), 568(4) of the Code of Civil Procedure; Article 267 of the Treaty on the Functioning of the European Union: A preliminary reference to the Court of Justice is inadmissible if the domestic court finds no genuine issue of interpretation of EU or national law implementing EU directives.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 36 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 36/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Β. του Ι., κατοίκου Β. Α., 2.Α. Γ. του Μ., κατοίκου Χ., 3.Β. Π. του Κ., κατοίκου Χ., 4.Κ. Ά. του Ι., κατοίκου Κ. Χ., 5.Μ. Β. του Χ., κατοίκου Έ. Π. Χ., 6.Τ. Χ. του Κ., κατοίκου Ν. Α., 7.Β. Γ. του Π., κατοίκου Ν. Α., 8.Β. Θ. του Π., κατοίκου Ν. Α., 9.Β. Δ. του Ν., κατοίκου Λ. Ά. Χ., 10.Κ. Ι. του Γ., κατοίκου Κ. Δ. Ε., 11.Κ. Μ. του Κ., κατοίκου Χ., 12.Τ. Δ. του Β., κατοίκου Ν. Λ. Ε., 13.Α. Γ. του Ν., κατοίκου Ο. Χ., 14.Κ. Σ. του Ο., κατοίκου Β. Α., 15.Κ. Β. του Γ., κατοίκου Χ., 16.Μ. Α. του Γ., κατοίκου Χ., 17.Σ. Ν. του Ε., κατοίκου Ν. Λ. Ε., και 18.Τ. Α. του Ν., κατοίκου Χ.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, η oποία δήλωσε παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2ο έως 18ο των αναιρεσειόντων, παραστάθηκε για τον 1ο και κατέθεσε προτάσεις, ως προς αυτόν. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Η.", η οποία εδρεύει στην Π. Α. και διατηρεί εργοστάσιο στη Χ. Ε., όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, Αλέξιο Παπασταύρου και Νικόλαο Μπούτσικο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2019 αίτησή τους και τους από 24-11-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η δήλωσή της για παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 2ο έως 18ο των αναιρεσειόντων και την παραδοχή της ως άνω αίτησης και των προσθέτων λόγων ως προς τον 1ο των αναιρεσειόντων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 1, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο.
Αν δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία μόνο ως προς τον μη κλητευθέντα (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους (ΑΠ 720/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 473/1983).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ως εκπροσωπών τον εν λόγω διάδικο αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται προσηκόντως και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος, που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτούς, αν οι αναιρεσείοντες δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομοδίκους τους (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 401/2021, 1295/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 7.6.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ.235/17/27.6.2019) αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσείοντες, εκπροσωπούμενοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, η οποία έδωσε την παραγγελία προς επίδοση αυτής, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 3123/14.7.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Στράτου-Παναγιώτη Καραμιχαήλ.
Η ως άνω δικηγόρος με δήλωσή της στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αιτήσεως ως προς όλους τους αναιρεσείοντες πλην του πρώτου (1ου) Β. Α.. Δ. αποδεικνύεται όμως ότι ο 5ος και 16ος των αναιρεσειόντων: Β. Μ. και Α. Μ. είχαν παράσχει στη δικηγόρο αυτή οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα και συνεπώς δεν υπήρχε νόμιμη επίσπευση της συζήτησης από μέρους τους, ούτε νομότυπη παραίτηση αυτών από την αίτησή τους, ενώ περαιτέρω δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευσή τους για τη συζήτηση της αναίρεσης είτε κατά την αρχική δικάσιμο της 17.1.2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για τη σημερινή είτε για τη σημερινή δικάσιμο, με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς διαδίκους.
Επομένως, εφόσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας, πρέπει αφ' ενός μεν να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους 5ο και 16ο αναιρεσείοντες και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 7.6.2019 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, αφ' ετέρου δε να θεωρηθεί η αίτηση αναίρεσης ως μη ασκηθείσα και να κηρυχθεί καταργημένη η ανοιγείσα με αυτή δίκη ως προς τους: 2ο, 3ο, 4ο,6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 17ο και 18ο αναιρεσείοντες, και τέλος, να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τον πρώτο (1ο) αναιρεσείοντα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297, και 299 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016 και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους.
Η παραίτηση αυτή, για την οποίαν αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση (ΑΠ 344/2021, 395/2021, 1172/2019, 416/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του 1ου αναιρεσείοντος, η οποία περιέχεται στις από 25.8.2023 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αίτησης και δη την 31.8.2023 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, δήλωσε ότι ο εντολέας της παραιτείται από τους έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους της αίτησής του καθώς και από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων (αριθμ.
κατάθ.168/12.12.2022). Ενόψει των εκτεθέντων, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση του 1ου αναιρεσείοντος από τους ως άνω λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και το με ημερομηνία 24.11.2022 δικόγραφο προσθέτων λόγων, είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή θεωρείται αναδρομικά ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί ως άνω λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους έγινε η παραίτηση.
Με την από 7.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης 235/17/27.6.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 227/23.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 29.12.2016 και με αριθμ. κατάθεσης 161/29.12.2016 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 14.4.2015 και με αριθμό κατάθ. 46/16.4.2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά την κύρια βάση της και μετά από εξαφάνιση αυτής α) απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή ως προς τους 1ο, 2ο, 5ο, 6ο, 8ο, 9ο, 10ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 17ο και 18ο ενάγοντες και β) έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή ως προς τους 3ο, 4ο, 7ο, 11ο και 16ο ενάγοντες.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14.4.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 46/16.4.2015 αγωγή του, ο ενάγων Α. Β. του Ι. και ήδη αναιρεσείων με άλλους (17) ενάγοντες, μη διαδίκους πλέον στην παρούσα αναιρετική δίκη, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκείμενου να εργασθούν στο εργοστάσιο της τελευταίας στην Χαλκίδα.
Ότι στις 26.3.2013 η αναιρεσίβλητη εντελώς αιφνιδιαστικά, κατόπιν προηγηθείσας απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου της 25ης.3.2013, τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει τη λειτουργία του ανωτέρω εργοστασίου και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασής της περί απόλυσης διακοσίων είκοσι εννέα εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου, κατήγγειλε σταδιακά τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους.
Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη διότι έλαβε χώρα: α) κατά παράβαση του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων β) κατά παράβαση των υποχρεώσεων έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης, που απορρέουν από το ΠΔ 240/2006, αλλά και από συναφείς συμφωνίες που έχουν καταρτισθεί μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, γεγονός που καθιστά άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, άλλως του άρθρου 178 ΑΚ, άλλως γ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η αναιρεσίβλητη, επιδεικνύοντας φανερά αντιφατική συμπεριφορά, προέβη σε αιφνίδια και αδικαιολόγητη, δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας αυτής, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της και καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, προσβάλλοντας δυσανάλογα τα έννομα αγαθά των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματική της δράση επέτρεπε ηπιότερες λύσεις και εξυπηρετείτο από αυτές και δ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 λόγω μη προσφοράς και μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης.
Με βάση τα προαναφερόμενα, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε ενάγοντος μέχρι τις 28.5.2015, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής άλλως από το τέλος έκαστου μηνός οπότε ο κάθε μισθός κατέστη απαιτητός έως την πλήρη εξόφληση, επικουρικά δε, υπό την αίρεση της απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών τους, τη διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστου ενάγοντος, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας) με την υπ' αριθμόν 126/2016 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 29.12.2016 και με αριθμ. κατάθ. δικ. 161/2016 έφεση. Tο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 227/2018 απόφασή του, αφού έκρινε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι η εκκληθείσα απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 8 παρ.1 του ΠΔ 240/2006, δέχθηκε την έφεσή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, απέρριψε μεταξύ άλλων, και την αγωγή του αναιρεσείοντος, τόσο κατά την βάση της, την ερειδόμενη στην παραβίαση των άρθρων 4 και 8 παρ.1 του ΠΔ 240/2006, όσο και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και κατά τις λοιπές βάσεις της, που δεν είχαν ερευνηθεί πρωτοδίκως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022,1/2016, 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022,3/2000, 27/1998).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 240/2006 (ΦΕΚ Α' 252/16.11.2006) "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", το οποίο εκδόθηκε προκειμένου να προσαρμοσθεί η Ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002), ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Στο άρθρο 1 αυτού υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αρχές" ότι "1.
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 "περί Θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" (EEL 80 της 23.3.2002), με στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις, όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ελληνική επικράτεια. 2.
Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις εργασιακές πρακτικές, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, όσο και εκείνα των εργαζομένων", 4.
Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων", 2) Στο άρθρο 3 αυτού υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής" ότι "Το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.
Τα κατώτατα όρια των απασχολουμένων εργαζομένων στην επιχείρηση ή εγκατάσταση καθορίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των εργαζομένων στην αρχή του ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο τίθεται θέμα εφαρμογής του παρόντος, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες μεταβολές του αριθμού των απασχολουμένων κατά το διάστημα του μήνα.", 3) Στο άρθρο 4 υπό τον τίτλο "Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης": "1.
Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν:
α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" [ΦΕΚ110 Α') και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α'), 3.
Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις, 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ' και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ' του άρθρου αυτού.", 4) Στο άρθρο 5 υπό τον τίτλο "Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας" όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίηση του πρώτου εδαφίου με το άρθρο 43 του Ν.4488/2017,ότι "Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.
Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες, που υφίστανται κατά την 23.3.2005, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.", 5) Στο άρθρο 6 υπό τον τίτλο "Εμπιστευτικές πληροφορίες" ότι "1.
Υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες, που ενδεχομένως τους επικουρούν, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους ή σε τρίτους πληροφορίες, που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης.
Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ή θα έθιγαν αυτή. 3.
Με την επιφύλαξη των υφισταμένων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, σε περίπτωση που ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν με σχετική αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να λάβει το κατά την κρίση του προσήκον μέτρο, είτε για την παροχή των πληροφοριών, είτε για τη διασφάλιση και την προστασία της εμπιστευτικότητάς τους.", 6) Στο άρθρο 7 υπό τον τίτλο "Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων" ότι "1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της προβλεπόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προστασίας και των προβλεπόμενων εγγυήσεων και διευκολύνσεων, ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα, που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 9 και 10 και του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" (ΦΕΚ 79 A') και του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας" (ΦΕΚ 63 Α2), Επίσης, στους εκπροσώπους των εργαζομένων χορηγείται άδεια με αποδοχές για το χρόνο που απαιτείται να εκπληρώνουν τα καθήκοντα, που απορρέουν από το παρόν Προεδρικό Διάταγμα. 3.
Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο που να μην εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης και ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε δυνατή διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους.", 7) Τέλος, στο άρθρο 8 υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων" ότι "1.
Απαγορεύεται στους εργοδότες ή σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους ή σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις, με σκοπό να παρακωλύουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων, που απορρέουν από το παρόν διάταγμα. 2. α) Η μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του παρόντος διατάγματος συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α"), όπως ισχύει, β) Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 7 και της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει.".
Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της παραπάνω Οδηγίας, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το ανωτέρω Π.Δ, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ορίζεται ότι "1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων* ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2.
Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές". Οι λοιπές διατάξεις της Οδηγίας συνιστούν ακριβή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του Π.Δ 240/2006, για αυτό και δεν επαναλαμβάνονται εν προκειμένω.
Ακολούθως στο άρθρο 174 ΑΚ ορίζεται ότι "η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δε συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", ενώ στο άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε". Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου ως κύρωση για την μη τήρηση των διατάξεων τού π.δ. 240/2006 είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να επιβάλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ' επιλογήν της νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις.
Επομένως, η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από την διατύπωση τού συνόλου των διατάξεων του π.δ. 260/2006, γι' αυτό και δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. Κατά συνέπεια η παραβίαση των διατάξεων του Π.Δ/τος 240/2006 αναφορικά με την έγκαιρη ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, δια μέσου των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, δεν επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας στη συνέχεια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εργαζομένων.
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απολύσεως λόγω παραβιάσεως διατάξεως νόμου, το προέβλεψε ρητώς (π.χ. άρθρο 3, 6 §1 ν. 1387/83) ( ΑΠ 512/2020, 510/2020, 845/2020). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Π.Δ. 240/2006, 174 και 180 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτός ο προβαλλόμενος με την ανωτέρω αγωγή δεύτερος λόγος ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας [του 1ου ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) καθώς και των λοιπών εναγόντων, μη διαδίκων πλέον στην αναιρετική δίκη], και, ειδικότερα, ότι η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) παρέλειψε να ενημερώσει τους ενάγοντες σχετικά με την απόφαση της να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα και να διαβουλευθεί μαζί τους όπως προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 ενώ, περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι εξαιτίας της ως άνω παράλειψης της εναγομένης οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρες κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ.
Η ως άνω παραδοχή κρίνεται εσφαλμένη επειδή στις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και, πιο συγκεκριμένα, στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περ. α' αυτού προβλέπεται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κρίσιμη για την ένδικη διαφορά διάταξη του άρθρου 4 του ως άνω Π.Δ., μόνον η επιβολή διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 2639/1998 και, μετά την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 33 παρ. 14 του Ν. 3996/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Ν. 3996/2011.
Ενόψει δε της σαφούς και μονοσήμαντης γραμματικής διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 8 παρ.2 περ. α του Π.Δ. 240/2006, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτέθηκε παραπάνω στο σκεπτικό, το οποίο συμφωνεί απολύτως με το αντίστοιχο άρθρο 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και κοινοτικού δικαίου και, συνακόλουθα, ερμηνείας του πρώτου σύμφωνης με το περιεχόμενο και τους σκοπούς του δεύτερου.
Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων, αφού η επιλογή του εθνικού νομοθέτη για επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, την οποία το άρθρο 8 της Οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη, στα οποία επιβάλει την υποχρέωση να φροντίζουν ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της οδηγίας υποχρεώσεων (παρ. 1) και να προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν αυτή, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (παρ. 2).
Επομένως, κατά την κοινοτική νομοθεσία η επιβολή διοικητικής κύρωσης, μέσω διοικητικής διαδικασίας, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, γι' αυτό και στο κείμενο του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας τα δύο αυτά είδη κυρώσεων και διαδικασιών προβλέπονται διαζευκτικά και γι' αυτό υφίσταται συμφωνία της παραπάνω εθνικής και κοινοτικής διάταξης.
Επιπροσθέτως, η ως άνω διατύπωση της διάταξης του άρθρου 8 της εν λόγω Οδηγίας, όσον αφορά τις θεσπιζόμενες διαδικασίες και τις επιβλητέες κυρώσεις επί μη συμμόρφωσης των εργοδοτών για ενημέρωση και διαβούλευση, δεν μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή, καθόσον το περιεχόμενο της δεν θεωρείται επαρκώς σαφές και ορισμένο, με την έννοια ότι δεν θεσπίζει υποχρέωση των κρατών μελών για να λάβουν συγκεκριμένου είδους, περιεχομένου, ορίων και έκτασης μέτρα προς διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων της Οδηγίας, κατ' αποκλεισμό άλλων.
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων της Οδηγίας αυτής μεταξύ ιδιωτών, μόνη της ή σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δικαίωμα πολιτών για αποτελεσματική δικαστική προσφυγή επί παράβασης δικαιωμάτων του κοινοτικού δικαίου), καθόσον εν προκειμένω δεν υφίσταται κοινοτικό δικαίωμα του οποίου μπορεί να γίνει επίκληση.
Ενδεχόμενη επίκληση του άρθρου 27 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που φέρει τον τίτλο "Δικαίωμα των εργαζομένων στην ενημέρωση και τη διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχείρησης" και προβλέπει ότι εξασφαλίζεται στους εργαζομένους, σε διάφορα επίπεδα, ενημέρωση και διαβούλευση, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, δεν είναι δυνατή καθόσον, από το γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι, προκειμένου αυτό να παραγάγει πλήρως τα αποτελέσματά του, πρέπει να εξειδικευθεί με διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου, και δεν είναι ικανό από μόνο του να απονείμει στους ιδιώτες δικαιώματα ( υπόθεση ΔΕΚ 0176/2012-C176/2012 Association de mediation sociale).
Άλλωστε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τόσο στην Οδηγία 2002/14/ΕΚ, όσο και στο Π.Δ. 240/2006 γίνεται αναφορά σε "κοινωνικούς εταίρους", ήτοι διεπαγγελματικές εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις και όχι σε μεμονωμένα μέλη αυτών, ιδιώτες. Εν όψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της που ερείδεται στην επικαλούμενη παράβαση από την εναγόμενη των διατάξεων των άρθρων 4 και 8 παρ. 1 του Π.Δ. 240/2006 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ και κατά σύμφωνη αυτών ερμηνεία με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ και, στη συνέχεια, αναγνώρισε την για το λόγο αυτό ακυρότητα (ενν.
της καταγγελίας) των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και υποχρέωσε την εναγόμενη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και, επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο αναγόμενος σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου λόγος της έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το δικαστήριο, θα πρέπει η αγωγή να εξεταστεί και ως προς τις υπόλοιπες βάσεις της που δεν εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι όπως συνάγεται από τη διατύπωση του συνόλου των διατάξεων του π.δ. 240/2006 η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων και συνακόλουθα του κύρους της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εργαζομένων και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων μέσω διοικητικής διαδικασίας είναι το ίδιο αποτελεσματική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, καθ' όσον τα δύο αυτά είδη προβλέπονται διαζευκτικά σύμφωνα με το άρθρο 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ και ότι δεν υφίσταται σύγκρουση εθνικού και κοινοτικού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίον έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου", "Τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:
α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους, β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.
Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας", "Ο εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους" και "Ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες".
Περαιτέρω με το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το Ν.4472/2017, ρυθμίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη διενέργεια των ομαδικών απολύσεων. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ' υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίον ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίον θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.
Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.
α' Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως, κατά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως, συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.
Η ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 1387/1983, στην οποία, κεφ. Β' αρ. 4, διαλαμβάνονται τα εξής: "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα, κατά τον οποίον ο εργοδότης εκδηλώνει τη βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις", και από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1387/1983 Ό εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ..." θεσπίζουσα υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, προτού προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, είναι δε συμβατή και προς την Οδηγία 98/59, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της προαναφερομένης Οδηγίας 75/129 ως και της μεταγενεστέρως εκδοθείσης Οδηγίας 92/56, όπως προκύπτει από την απόφαση ΔΕΕ C-188/03, με την οποία έγινε δεκτό "ότι τα άρθρα 2 και 4 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το γεγονός, το οποίο συνιστά απόλυση έγκειται στη δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (ΑΠ 512/2020, 846/2020, 116/2019).
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση που δεν ακολουθηθεί η διαδικασία του Ν.1387/1983 για τις ομαδικές απολύσεις ή που η διοίκηση αρνηθεί να χορηγήσει την από το άρθρο 5 παρ.3 και 4 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε, άδεια για τη διενέργεια ομαδικών απολύσεων, απορρίπτοντας σχετική αίτηση του εργοδότη, δεν αποκλείεται και συνακόλουθα είναι επιτρεπτές οι εκ μέρους του εργοδότη και σε βάθος χρόνου σταδιακές καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού της επιχείρησής του, ιδίως στις περιπτώσεις που στο πλαίσιο της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας έχει αποφασισθεί από αυτόν η οριστική διακοπή της λειτουργίας αυτής, εφ' όσον οι καταγγελίες αυτές δεν υπερβαίνουν το από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν.1387/1983 όριο, με συνέπεια να μην εμπίπτουν στην έννοια του νόμου για ομαδικές απολύσεις, το γεγονός δε αυτό καθ' εαυτό δεν επάγεται ακυρότητα των πιο πάνω απολύσεων στο πλαίσιο του άρθρου 281ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως γενόμενες κατά καταστρατήγηση του νόμου για ομαδικές απολύσεις.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής σύμφωνα με την οποία οι επίδικες καταγγελίες έγιναν επί σκοπώ παραβίασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συνεπώς είναι άκυρες ως καταχρηστικές, υπό την έννοια ότι η αναιρεσίβλητη κατένειμε σκοπίμως τον αριθμό των απολύσεών τους σε διαδοχικές περιόδους αναφοράς κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφύγει την εφαρμογή των δυσμενών για τα συμφέροντά της αναγκαστικών κανόνων του ν. 1387/1983 και ιδίως την υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι 1ον) οι επίδικες απολύσεις είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων και 2ον) δεν επικαλούνται ότι η εναγομένη προέβη σε αυτές, αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπο τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των απολυτέων εργαζομένων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, 1, 3, 4, 5 και 6 του ν. 1387/1983 καθώς και την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, με τον πρώτο λόγο της κύριας βάσης της ανωτέρω αγωγής τους, επικαλούνται ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους επειδή η εvαγόμενη παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 1387/1983 με το ακόλουθο ιστορικό:
Ότι στις 25.3.2013 η εναγόμενη έλαβε αιφνιδιαστικά την απόφαση για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα χωρίς να προηγηθεί ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση μαζί τους ενώ την απόφαση αυτή ανακοίνωσε στους τελευταίους στις 26.3.2013 με επιστολή που απέστειλε στο σωματείο των εργαζομένων καλώντας τους ταυτόχρονα για ενημέρωση σχετικά με τους λόγους της ήδη ειλημμένης απόφασης και για διαβούλευση αναφορικά με την εφαρμογή του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και ότι υπέβαλε αίτημα για έγκριση 229 απολύσεων προς τον Υπουργό Εργασίας, το οποίο ο τελευταίος απέρριψε στις 26.4.2013 κατόπιν γνώμης του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας αλλά παρά την απορριπτική αυτή απόφαση η εναγόμενη προέβη σε σταδιακή υλοποίηση του σχεδίου της για ομαδικές απολύσεις απολύοντας σε χρονικό διάστημα είκοσι πέντε μηνών 196 εργαζόμενους μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και οι ενάγοντες εκ των οποίων:
α) οι 6 πρώτοι απολύθηκαν στις 2.2.2015, β) οι επόμενοι 6 απολύθηκαν στις 2.3.2015 και γ) οι τελευταίοι 6 απολύθηκαν την 1.4.2015. Ότι ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι οι απολύσεις τους δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ομαδικές κατά την έννοια του ως άνω νόμου επειδή η εναγόμενη κατένειμε τελικά τις απολύσεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε ανά περίοδο αναφοράς να μην υπερβαίνουν το ποσοστό του 5% που ορίζεται στο νόμο, εντούτοις οι απολύσεις αυτές έγιναν κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και προς το σκοπό καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η κύρια βάση της αγωγής, κατά το μέρος της με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ως άνω επικαλούμενο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, τυγχάνει μη νόμιμη και γι' αυτό απορριπτέα επειδή η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 1387/1983 είναι αναγκαία προκειμένου να θεωρηθούν έγκυρες και νόμιμες οι ομαδικές απολύσεις και δεν αφορά στην επιχειρηματική απόφαση του εργοδότη βάσει της οποίας αυτές σχεδιάζονται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με το δικόγραφο της αγωγής τους, με συνέπεια να μη χρειάζεται να τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία κατά το προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, δηλαδή κατά το στάδιο λήψης της απόφασης του εργοδότη για τη διενέργεια απολύσεων.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσο εκτίθενται στην αγωγή, η εναγόμεvης την ημέρα (26.3.2013) που γνωστοποίησε στους εργαζόμενους την απόφαση της για οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της, κάλεσε το σωματείο τους για ενημέρωση και διαβούλευση και, παράλληλο, υπέβαλε αίτημα προς τον Υπουργό Εργασίας για έγκριση ομαδικών απολύσεων 229 εκ του συνόλου των 236 εργαζομένων αλλά τούτο απορρίφθηκε στις 26.4.2013 και ως εκ τούτου τηρήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.
Περαιτέρω, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στο δικόγραφο της αγωγής, ο αριθμός των απολύσεων που πραγματοποίησε η εναγόμεvη δεν υπερέβαινε το τιθέμενο από το νόμο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο απολύσεων αφού, όπως ισχυρίζονται, η κατανομή των απολύσεων σε χρονικό διάστημα είκοσι πέντε μηνών περίπου έγινε κατά τρόπο που να μην υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από το νόμο ποσοτικό όρια επικαλούμενοι, όμως, ότι αυτό έγινε καταχρηστικά και προκειμένου να παρακαμφθεί η σχετική απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ισχυρισμός που τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος αφού, όπως προεκτέθηκε, ο αριθμός των απολυθέvτων δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο νόμο όριο ενώ οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η απόλυση τους πραγματοποιήθηκε από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο τους ή χωρίς την τήρηση αντικειμενικών κριτηρίων ώστε να τίθεται ζήτημα ελέγχου των συγκεκριμένων απολύσεων".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, κατά το προαναφερόμενο μέρος, δεχόμενο ότι α) η τήρηση της διαδικασίας, της προβλεπόμενης από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 (διαβούλευση - ενημέρωση εκπροσώπων εργοδότη και εργαζομένων, επί συμφωνίας αυτών απολύσεις σύμφωνα με αυτή, επί μη επίτευξης παρέμβαση της διοίκησης και απόφαση αυτής, που δεσμεύει τον εργοδότη, μη δυνατότητα διενέργειας των απολύσεων, πριν την παρέλευση των ανώτατων χρονικών ορίων του νόμου για ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών), η οποία είναι αναγκαία προκειμένου να θεωρούνται νόμιμες και έγκυρες οι ομαδικές απολύσεις, δεν αφορά και δεν απαιτείται να τηρηθεί στο προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης λαμβάνει την επιχειρηματική απόφαση δηλαδή κατά το στάδιο λήψης της απόφασης του εργοδότη για τη διενέργεια απολύσεων αλλά η τήρησή της απαιτείται πριν από την διενέργεια των απολύσεων αυτών και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της επιχειρηματικής απόφασης του εργοδότη και πριν τη διενέργεια των απολύσεων, καθ' όσον κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο καθ' υπέρβαση του οποίου, οι απολύσεις των με σχέση εξαρτημένης εργασίας θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μήνα, κατά τον οποίο ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μήνα, κατά τον οποίο θα υλοποιηθούν οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας, και αφ' ετέρου ότι β) οι επίδικες απολύσεις αφ' ενός είναι κάτω του νομίμου ορίου των ομαδικών απολύσεων με συνέπεια να μην καταλείπεται έδαφος εφαρμογής του Ν.1387/1983, και αφ' ετέρου η απόλυσή τους δεν έγινε κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπό τους ή χωρίς την τήρηση αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής, οπότε δεν υπήρξε καταστρατήγηση του Ν. 1387/1983, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ.1, 3 παρ. 1, 5 και 6 παρ. 1 του Ν.1387/1983, με τον οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων καθώς και της νομικής έννοιας της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης.
Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού. Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του.
Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ' όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.
Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Ειδικότερα, η απόφαση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπ' όψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 846/2020,1162/2019, 606/2017, 31/2013, 581/2011, 351/2004). Το γεγονός δε ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι, που προκάλεσαν τη σχετική απόφαση, ανήκουν στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζόμενου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας ο επιχειρηματικός κίνδυνος να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη διατήρηση της θέσης εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας του από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται (ΑΠ 1162/2019).
Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή των απολυτέων έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάρη ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης.
Ωστόσο, η καταγγελία θα πρέπει, πράγματι, να αποτελεί το τελευταίο μέσο στο οποίο προσφεύγει ο εργοδότης, για να εξυπηρετήσει τα δικαιολογημένα συμφέροντά του και γι' αυτό επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Ο απολυθείς μισθωτός δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενομένης καταχρηστικά.
Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως το ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ' ουσία, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής (ΑΠ 581/2011).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 παρ. 2, 281 και 288 ΑΚ και 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα από αυτόν και τους λοιπούς ενάγοντες, μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη, περιστατικά αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στις ένδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήτοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη για την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια.
Σχετικά με τον λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με τον τρίτο λόγο της κύριας βάσης της ανωτέρω αγωγής τους επικαλούνται ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση της εναγομένης για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα λήφθηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση μαζί τους και αφού τους είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση, βάσει σχετικών έγγραφων συμφωνιών που είχαν καταρτιστεί από το έτος 1985 μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων, ότι δεν θα κινδύνευαν από αιφνιδιαστικές οργανωτικές αλλαγές χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ώστε να ληφθούν υπόψη και τα συμφέροντα τους.
Ότι οι απολύσεις τους έγιναν σε περίοδο κατά την οποία η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν και ότι δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος διακοπής της λειτουργίας του παραπάνω εργοστασίου το οποίο, κατόπιν σχετικών μεθοδεύσεων και αποφάσεων της εναγομένης, χαρακτηρίστηκε ως "υπολειτουργούσα μονάδα" ώστε να αποφασισθεί η διακοπή λειτουργίας του.
Ότι η ως άνω απόφαση της εναγομένης συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τους ίδιους συνέπειες και λήφθηκε χωρίς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας καθόσον η εναγόμενη προσέφυγε στο μέτρο της οριστικής διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Χαλκίδα και της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων χωρίς προηγουμένως να διερευνήσει το ενδεχόμενο να κατανείμει ισομερώς και ορθολογικό την παραγωγή της στα τρία εργοστάσια που διατηρεί προκειμένου να αποφευχθεί η οριστική διακοπή της λειτουργίας του ως άνω εργοστασίου της ή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεταβίβασης σε τρίτους του συγκεκριμένου εργοστασίου ώστε να καταστεί δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας του.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η κύρια βάση της αγωγής, κατά το μέρος της με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ως άνω επικαλούμενο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα επειδή τα πραγματικά περιστατικά που προτείνονται για τη θεμελίωση της, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά, δεν μπορούν να στηρίξουν την αξίωση των εναγόντων για αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους αφού τα ανωτέρω περιστατικά κατατείνουν κατ' ουσίαν στον έλεγχο της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας λήψης της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του παραπάνω εργοστασίου της για οικονομικοτεχνικούς λόγους, απόφαση η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί οπό το δικαστήριο σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων αναφορικά με τον τρόπο επιλογής των απολυθέvτων και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ως άνω απόφασης της εναγομένης και των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, γεγονός που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να καταστήσει εφικτό τον έλεγχο των ένδικων απολύσεων κατά τη διάταξη του άρθρου 281 AK".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν συντρέχουν τα καθοριστικά στοιχεία της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας λόγω προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθ' όσον οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή ως άνω ισχυρισμοί, επί των οποίων ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, ως καταχρηστικής (άρθρο 281ΑΚ) και ειδικότερα α) ότι η εναγομένη αποφάσισε αιφνίδια να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου της στη Χαλκίδα χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, β) ότι οι απολύσεις έγιναν παρά το ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν βελτιωμένη και μετά από μεθοδεύσεις της εναγομένης χαρακτηρίστηκε ως "υπολειτουργούσα μονάδα", γ) ότι η απόφαση του κλεισίματος του εργοστασίου της εναγομένης χωρίς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και χωρίς να διερευνήσει το ενδεχόμενο κατανομής των εργαζομένων στα τρία εργοστάσια της ή τη δυνατότητα μεταβίβασης σε τρίτους, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της καταχρηστικής ασκήσεως του εργοδοτικού δικαιώματος της εναγομένης περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, καθ' όσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατατείνουν ουσιαστικά στον έλεγχο σκοπιμότητας και αναγκαιότητας λήψης της απόφασης της εναγομένης -αναιρεσίβλητης να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου για οικονομοτεχνικούς λόγους, ο οποίος (έλεγχος) δεν είναι δυνατός (ΑΠ 845/2020, 846/2020, 512/2020).
Συνακόλουθα, ο σχετικός τέταρτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 748/2021, 1741/2012, 1143/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο αποφαινόμενο ότι δεν τυγχάνουν άκυρες οι απολύσεις των εργαζομένων σύμφωνα με το περιεχόμενο του Π.Δ.240/2006, παρέλειψε να αποφανθεί ως προς την επικουρική βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι εν όψει των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και συγκεκριμένα ότι δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη διαβούλευση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ/τος 240/2006, προκειμένου ο εργοδότης να προχωρήσει στην επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, δεν γεννάται θέμα ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν τα ως άνω άρθρα, γιατί η διάταξη του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006 δεν είναι απαγορευτική και η μη τήρησή της δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν απαραίτητο να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος και ορθώς το απέρριψε σιωπηρά (ΑΠ 510/2020). Σε κάθε δε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψη το κριτήριο των χρηστών ηθών αναφορικά με το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος, καθ' όσον απεφάνθη ότι δεν συντρέχουν τα καθοριστικά στοιχεία της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος, στο πλαίσιο του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 14/2022, 1372/2021, 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπ' όψη του κατά την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις εργασίας τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς:
α) Ότι η αναιρεσίβλητη μόλις 7 μήνες πριν το κλείσιμο του εργοστασίου της αποφάσισε τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου και υπήρχε η διαβεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου αυτής ότι θα διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρείας β) ότι 3 μήνες πριν το κλείσιμο η αναιρεσίβλητη επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης με την μορφή της μίας μόνο ημέρας λιγότερης ανά εβδομάδα διαβεβαιώνοντας τους αναιρεσείοντες ότι με το μέτρο αυτό διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εργοστασίου, ενώ την ίδια περίοδο απασχολούσε υπερεντατικά τους εργαζομένους της στα άλλα δύο εργοστάσια της γ) ότι η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να απασχολήσει τους εργαζόμενους σε άλλες θέσεις, αφού, προέβη μετά τις απολύσεις σε προσλήψεις εργαζομένων με ειδικότητες που διέθεταν οι απολυόμενοι.
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά επιχειρήματα, του αναιρεσείοντος υπέρ των απόψεών του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος καταγγελίας που δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτελώς την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως εκ τούτου ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη παράλειψη του Εφετείου δεν ιδρύει τον παραπάνω από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθ' όσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ως μη πληρούντα τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ευδοκίμησης της προτεινόμενης ένστασης και συνεπώς δεν αποτελούσαν ουσιώδεις ισχυρισμούς (ΑΠ 463/2022, 140/2022, 512/2020).
Με τον ενδέκατο από τον αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ουσιώδη αγωγικό του ισχυρισμό ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του επί των οποίων έπρεπε να υπολογιστεί η αποζημίωσή του είναι υπέρτερο του εμφαινομένου στις αποδείξεις μισθοδοσίας, καθ' όσον οι καταβληθείσες από την αναιρεσίβλητη αποδοχές είναι μειωμένες σε σχέση με τις συμφωνηθείσες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 26 αυτής) προκύπτει ότι τον έλαβε υπ' όψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο περιστατικά αντίθετα προς αυτή που τον συγκροτούν. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2008).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 81/2022, 47/2020, 466/2019, 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την με αριθμό 739/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, καθώς και την 427/2015 τοιαύτη, στις οποίες αναιρεσείων εμφαίνεται ως 15ος ενάγων και από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι ο καταβαλλόμενος συμφωνημένος μηνιαίος μισθός ήταν υπέρτερος του ελάχιστου νομίμου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και "όλα τα έγγραφα (...) που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, και τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (και για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς)" σε συνδυασμό με τις χωρίς αντιφάσεις και κενά, σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποζημίωσης, καταλήγοντας το Εφετείο ότι η αποζημίωση που έπρεπε να λάβει ο 1ος των εναγόντων (1ος αναιρεσείων) ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 87.727,23 ευρώ (51.262,72 + 36.464,51) αντί της οποίας η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) του κατέβαλε το ποσό των 91.224,12 ευρώ όπως αναφέρεται στην αγωγή και ως εκ τούτου η καταβληθείσα αποζημίωση δεν υπολείπεται της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα των Οδηγιών 98/59 και 2002/14 και, αντίστοιχα, των διατάξεων του Ν. 1387/1983 και του ΠΔ 240/2006 που ενσωματώνουν τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, αυτό κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, εφόσον το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή των οδηγιών 98/59 και 2002/2014 καθώς και ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου (Ν. 1387/83 και ΠΔ 240/2006) κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις της Ένωσης.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο πρώτος (1ος) αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 7.6.2019 και με αριθμό κατάθ. 235/17/27.6.2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 227/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας ως προς τους: πέμπτο (5ο) και δέκατο έκτο (16ο) αναιρεσείοντες, Μ. Β. του Χ. και Μ. Α. του Γ.. Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς αυτούς. Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την ως άνω από 7.6.2019 και με αριθμό κατάθ. 235/17/27.6.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 227/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας ως προς τους: 2ο, 3ο, 4ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 17ο και 18ο αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη την ανοιγείσα με την ως άνω αναίρεση ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 7.6.2019 και με αριθμό κατάθ. 235/17/27.6.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 227/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας ως προς ως προς τον πρώτο (1ο) αναιρεσείοντα Α. Β. του Ι.. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ