Legislator Case Law & Legislation
36/2018 AI generated

36/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 36/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

36/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα. Μετά ταύτα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στον ητώμενο αναιρεσείοντα (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

Keywords

AI generated
subdivision of land allocation clause land reallocation land reclassification demarcation of boundaries property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 36 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 36/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Ν. του Η., κατοίκου ..., και 2. Σ. χήρας Χ. Δ. το γένος Η. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γώγο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ν. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Σοφία Δέλιου δήλωσε, τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσίβλητου και τη συνέχισή της από τους νόμιμους κληρονόμους του 1. Η. Ν. του Ν. και 2.Π. Κ., το γένος Ν. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6538/2002 μη οριστική, 23298/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1311/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 22-2-2012 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1473/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την υπ αριθμ …/2014 κλήση του Ν. Ν. και εκδόθηκε η 1215/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 50-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 26-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....". Ο από τον εν λόγω αριθμός λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Συμφώνως δε προς το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν του πράγματα, (αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που στηρίζουν αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, έφεση ή αντέφεση ως λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως), που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, θεμέλιο αναιρετικού παραπόνου τίθεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του αποδεικτικού μέσα, (έστω και αν υπάρχει αμφιβολία λήψεως υπόψιν), που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ). Ακόμη, κατ' άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτο, τούτου προκύπτοντος από το δικονομικό δίκαιο.

Έτι περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη". Προσέτι, κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, "αν η απόφαση, δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

II. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν, ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη 1215/15, απόφασή του παρασύρθηκε, στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον, παρά τον πρωτόδικο σχετικό ισχυρισμό και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεώς τους, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, του αναιρεσιβλήτου, αν και ήταν αόριστη, υπό την έννοια της ελλειπούς περιγραφής του επικοίνου (προς διανομή) οικοπέδου και της μη εκθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως τους ως συγκυρίων του επικοίνου (παραγώγως ή πρωτοτύπως).

Ωσαύτως, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως και υπό τα άνω εκτιθέμενα ως εκ της τοιαύτης ποσοτικής αοριστίας της αγωγής το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε (και) στο (κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) ατόπημα της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 799, 800 ΑΚ και 480§1, 3, 480 Α ΚΠολΔ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν συμμορφώθηκε σε δεσμευτικότητα δεδικασμένου κι έτσι υπέπεσε στο κατ' άρθρ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ατόπημα, ήτοι, δεν δέχθηκε δεδικασμένο με βάση την 1311/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναιρέθηκε με την 1473/2014 απόφαση του Α.Π.

Το δε δικαστήριο της παραπομπής ασχολήθηκε με τους εφετηρίους λόγους της εφέσεως του (ενάγοντος - νυν) αναιρεσιβλήτου που είχαν (στο σύνολό τους) αποτελέσει, τον πρώτο λόγο αναιρέσεως εκείνη της αιτήσεως αναιρέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου (περί του ουσιώδους ζητήματος περί της ασκήσεως, τις πλασματικής νομής, απ' τον πρώτον εναγόμενο (τώρα αναιρεσείοντα), ύστερα απ' την εν ζωή μεταβίβαση αυτής από τον αρχικό κληρούχο, πατέρα, Η.

Ν. για τμήμα οικοπέδου 677 μ2 εκ του συνολικού 1.698 μ2, όπου και υφίσταται η διώροφη κατοικία του από το 1975. Το ακυρωτικό, εν τούτοις, μη επιληφθέν του ανωτέρω (1ου) λόγου αναιρέσεως, απέρριψε σιγή αυτόν.

Συνεπώς, το Εφετείο με την πληττομένη απόφασή του, με την οποία σιωπηρώς απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί δεδικασμένου, αναδυομένου απ' την (προηγουμένη) 1311/10 απόφασή του βαρύνεται με την άνω πλημμέλεια. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται η κατ' άρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητος του πρώτου αναιρεσείοντος, παρά το ότι είχε υπεισέλθει στην (πλασματική) νομή του επιδίκου οικοπέδου εν ζωή του (αποβιώσαντος το έτος 1948) αρχικού κληρούχου - πατέρα του Η.

Ν. και από το 1980 που είχε γίνει η κύρωση της οριστικής διανομής και είχαν αρθεί οι περιορισμοί της αγροτικής νομοθεσίας και η κατά πλάσμα δικαίου προστασία του κληρούχου και των κληρονόμων του, μπορούσε αυτός (πρώτος αναιρεσείων) ν' ασκήσει χρησικτησία, ως μόνος διακατέχων το επίδικο οικόπεδο, ώστε η απαίτηση της πληττομένης αποφάσεως να γνωστοποιήσει την τοιαύτη πρόθεσή του στους άλλους συγκληρονόμους, μεταξύ των οποίων και στον αναιρεσίβλητο - αδελφό, παραβιασθεισών (ευθέως και εκ πλαγίου) των διατάξεων 786, 787, 980, 981, 982 επ., 994, 1045, 1052, 1884 ΑΚ, 79§2 Αγρ.

Κ., 1§1 α.ν. 431/1968 και 4 Ν.Δ. 1189/1972, στερεί από αυτήν την νόμιμη βάση και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την κρίση απορρίψεως του ισχυρισμού ιδίας κυριότητος. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται η κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια (ήτοι ασαφείς, και ανεπαρκείς αιτιολογίες) και εκ παραλλήλου ευθεία παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων (αρ. 1α του άνω άρθρ. ), ως εκ της απορρίψεως του ισχυρισμού ιδίας κυριότητος λόγω της μη γνωστοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο της τοιαύτης προθέσεώς του (1ου αναιρεσείοντος) της αποκλειστικής χρησιδεσποτείας του επιδίκου.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο την υποπεσούσα πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 8β ΚΠολΔ εξαιτίας της σιωπηρής απορρίψεως του ισχυρισμού της ως άνω παραδόσεως της πλασματικής νομής. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται η κατ' άρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν καθίσταται αδιαστάκτως βέβαιον, ότι συνεκτιμήθηκαν τα εκεί αναφερόμενα πέντε έγγραφα.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ψέγεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι "διολίσθήσε" στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ. πλημμέλεια λόγω ευθείας και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς έως και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων (άρθρ. 24, 74 §2, 79 Αγρ. Κ, 1§1 αν. 431/68, 4 ν.δ. 1189/1972, 281, 1045, 1052 ΑΚ), πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το εν λόγω Εφετείο με τις παραδοχές του που απέρριψε την επικουρικώς (πρωτοδίκως προβληθείσα και με εφετήριο λόγο επαναφερθείσα) ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, επί παραδοχής της οποίας καταλύεται το δικαίωμα του ενάγοντος (-αναιρεσιβλήτου).

Με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο βαρύνεται με την κατ' άρθρ. 559 αρ. 9 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο εφέσεώς τους, χωρίς προηγουμένως να δεχθεί το νόμιμο αυτού και (χωρίς προηγουμένως) να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και διακρατουμένης της υποθέσεως να επιλαμβάνετο επί της ουσίας της περιπτώσεως.

ΙΙΙ. Υπό τα άνω εκτιθέμενα: Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Η 1311/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, αναιρέθηκε συνολικώς κατά παραδοχή του δευτέρου τότε λόγου αναιρέσεως με την 1473/2014 απόφαση του Α.Π. Το Ανώτατο Δικαστήριο σιωπηρώς έκρινε ότι παρείλκε η ενασχόλησή του με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

Τούτο δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή απόρριψη των μη διερευνηθέντων λόγων αναιρέσεως. Το Δικαστήριο της αναπομπής επελήφθη της υποθέσεως δι' επαναφοράς αυτής στην προ της αναιρέσεως της 1311/2010 αποφάσεως, μη υπάρξαντος δεδικασμένου επί των 3ου - 4ου εφετηρίων λόγων της εφέσεως του νυν αναιρεσιβλήτου, που έβαλαν κατά της πρωτόδικης αποφάσεως να δεχθεί τον ισχυρισμό της ιδίας κυριότητος του πρώτου τώρα αναιρεσείοντος (εναγομένου).

Ο Α.Π. αντιπαρήλθε και δεν διερεύνησε τους λοιπούς, (μεταξύ αυτών και τον πρώτο) λόγους αναιρέσεως, αλλ' αυτό δεν σημαίνει υφιστάμενο δεδικασμένο επί των άνω (3ου - 4ου) εφετηρίων λόγων, από τις απορριπτικές διατάξεις της μη αναιρεσιβληθείσης ως προς τα κεφάλαια αυτά 1311/2010 αποφάσεως. Προσέτι, αβάσιμος είναι και ο όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως.

Συγκεκριμένα το Εφετείο, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση και αφού συνεκδίκασε την έφεση του ενάγοντος (-ήδη αρχικού αναιρεσιβλήτου) και την έφεση των εναγομένων (νυν αναιρεσειόντων), απέρριψε την, τελευταία κατ' ουσίαν, δεκτής καταστάσης της εφέσεως του ενάγοντος, ήτοι αντιμετώπισε με την προσήκουσα δικανικότητα το εν λόγω ζήτημα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από πλευράς αναιρεσειόντων.

IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν νομίμως κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης (μάρτυρες με επιμέλεια του ενάγοντος δεν εξετάστηκαν ) και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τη με αριθμό πράξεως καταθέσεως 5527/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου - τοπογράφου Π.

Κ., η οποία διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την ως άνω 6538/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τον υπ' αριθμό …/18-4-1983 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τόμος …,αριθ,…) παραχωρήθηκε στο δικαιοπάροχο -πατέρα των διαδίκων Η.

Ν. οικοπεδικός κλήρος, κείμενος στην επικοισθείσα περιοχή του … και ήδη Δήμου … Δημοτικού διαμερίσματος ... της Επαρχίας ... Ν.Θεσσαλονίκης, αποτελούμενος από το με αριθμό … οικόπεδο το οποίο βρίσκεται στο υπ' αριθμό … οικοδομικό τετράγωνο και έχει εμβαδό 1698 τμ. Μετά την έκδοση του οριστικού τίτλου κυριότητας η επιτροπή οριστικών διανομών, συγκροτούμενη σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΝΔ 1189/1972 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό ….1.2003 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης εξέδωσε την υπ' αριθμό …/2003 απόφασή της με την οποία αναμόρφωσε τους πίνακες και τα διαγράμματα της οριστικής διανομής … του έτους 1980 .

Ειδικότερα διαχώρισε τμήμα 677 τμ από την ανατολική πλευρά του μείζονος οικοπέδου στο οποίο βρίσκεται η διώροφη κατοικία του πρώτου εναγομένου Γ. Ν. ήδη εφεσιβλήτου και εκκαλούντος, το οποίο κατέχονταν από αυτόν, όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία … στο τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε και υπογράφηκε, β) χαρακτήρισε τη διαχωρισθείσα έκταση με αριθμό 157β οικόπεδο διαθέσιμο κατεχόμενο από τον Γ.

Ν., γ) μείωσε την έκταση του με αριθμό … οικοπέδου από 1698 τμ σε 1021 τμ, το οποίο με αριθμό … παρέμεινε στο όνομα του αρχικού κληρούχου Η. Ν.. Στη συνέχεια σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό …/2006 απόφαση της …’ Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης και της με αριθμό …/2006 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε ο υπ' αριθμό …/31-10-2007 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης στο όνομα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών (τόμος …, αριθ.

…). Όμως η επιτροπή οριστικών διανομών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης δεν είχε εξουσία από το νόμο (άρθρο 9 παρ.1 του ΝΔ 1189/1972), να προβεί στην προαναφερόμενη ενέργεια διαχωρισμού του μείζονος οικοπέδου εμβαδού 1698 τμ σε δύο επί μέρους οικόπεδα το ένα … εμβαδού 1021 τμ και το άλλο …. εμβαδού 677 τμ, για το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμό …/2003 απόφασή της και σε εκτέλεση αυτής εκδόθηκε ο ως άνω …/31-10-2007 τίτλος κυριότητας.

Η αναμόρφωση των πινάκων και των διαγραμμάτων της οριστικής διανομής του ... του έτους 1980, στις οποίες προέβη η επιτροπή οριστικών διανομών αποτελούν πράξεις που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της , όπως αυτές καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 9 παρ.1 του νδ 1189/1972.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα, αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, η υπ' αριθμό …/2003 απόφαση της επιτροπής οριστικών διανομών (ΕΟΔ), το κύρος και η νομιμότητα της οποίας ερευνάται παρεμπιπτόντως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 Κ.Πολ.Δ, είναι άκυρη, διότι εκδόθηκε μετά την κύρωση της οριστικής διανομής του έτους 1980, δίχως να έχει προς τούτο από το νόμο εξουσία η επιτροπή, με έννομη συνέπεια ο πρώτος εναγόμενος να μην καταστεί αποκλειστικά κύριος του … οικοπέδου, διότι ο υπ' αριθμό …/31.10.2007 τίτλος κυριότητας εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμό …/2003 απόφασης της επιτροπής που είναι άκυρη.

Συνεπώς αντικείμενο της δίκης είναι η διανομή ολοκλήρου του υπ' αριθμό … οικοπέδου εμβαδού 1698 τμ που παραχωρήθηκε στον αρχικό κληρούχο Η. Ν., πατέρα των διαδίκων, με τον υπ' αριθμό …/18-4-1983 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο προαναφερόμενος κληρούχος απεβίωσε στη … στις 15-7-1948, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε.

το γένος Ν. Κ. και τα τέκνα του Ν., Γ. , Σ. και Δ. Ν. . Στις 29-1-1963 απεβίωσε στη … ο Δ. Ν. άγαμος, χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους τη μητέρα του Ε. και τα αδέλφια του Ν., Γ. και Σ. Ν.. Στις 21-7-1992 απεβίωσε η σύζυγος του κληρούχου Ε. και κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους διαδίκους - τέκνα της, οι οποίοι κατέστησαν συγκληρονόμοι του επικοίνου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ισχυριζόμενος ότι απέκτησε την κυριότητα ολοκλήρου του επικοίνου οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι αυτό δεν αποτελούσε αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, καθόσον ο αρχικός κληρούχος πατέρας του , ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα με την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος … που έγινε το έτος 1930, πριν από το θάνατο του που συνέβη το έτος 1948, αποξενώθηκε από τη νομή του, παραχωρώντας άτυπα σε αυτόν το ακίνητο με την ισόγεια οικία που ήταν κτισμένη, έκτοτε δε ασκεί συνεχώς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με τον προορισμό του χωρίς να ενοχληθεί από τους συγκληρονόμους του (ανέγερση νέας διώροφης κατοικίας, επισκευή πατρικής οικίας).

Η οριστική διανομή όμως του ... με την οποία παραχωρήθηκε το επίδικο οικόπεδο στον δικαιοπάροχο των διαδίκων Η. Ν., έλαβε χώρα το έτος 1980 και όχι το έτος 1930, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών και στη συνέχεια αυτή κυρώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 ΝΔ 1189/1972 και ακολούθησε η έκδοση του προαναφερόμενου τίτλου κυριότητας και η μεταγραφή του (βλ.

νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο …/1983 τίτλο κυριότητας).

Συνεπώς πριν από το έτος 1980 το οικόπεδο δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, μετά δε το θάνατο του αρχικού κληρούχου περιήλθε αυτό στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε σχέση κοινωνίας. Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος διέμενε στη …, ενώ τα άλλα αδέλφια του είχαν φύγει και κατοικούσαν μόνιμα στη … το έτος 1975 ανήγειρε διώροφη κατοικία εντός του επικοίνου οικοπέδου την οποία χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία, όπου διαμένει με την οικογένειά του.

Επίσης προέβη στην επισκευή και συντήρηση της υπάρχουσας πατρικής οικίας και στην κατασκευή υποστέγου-αποθήκης, εμβαδού 90 τμ. Ο πρώτος εναγόμενος όμως κατείχε ολόκληρο το επίκοινο κληρονομιαίο ακίνητο επ' ονόματι και των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών του, έναντι των οποίων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να αντιτάξει την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας , πριν τη γνωστοποίηση ότι νέμεται το επίκοινο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησε στον ενάγοντα την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο οικόπεδο αποκλειστικά για τον εαυτό του, ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβε αυτός (ενάγων) γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης του πρώτου εναγομένου να νέμεται ολόκληρο το κοινό για δικό του λογαριασμό.

Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου με βάση τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν δικαιολογείται η δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον πρώτο εναγόμενο ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του διανομής της επίκοινης περιουσίας. Είναι αληθές ότι ο ενάγων γνώριζε την ανέγερση των ως άνω κτισμάτων από τον συγκληρονόμο αδελφό του επί του κληρονομιαίου ακινήτου, δεν αποδείχθηκε όμως ότι έλαβε χώρα συμφωνία μεταξύ τους να μην διεκδικήσει το επίδικο οικόπεδο κατά το μερίδιο που του αναλογεί και ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε χρήματα σε αυτόν και στη δεύτερη εναγομένη -αδελφή τους προκειμένου να αγοράσουν άλλο οικόπεδο στη Θεσσαλονίκη, όπου διαμένουν επί πολλά έτη.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε πότε χρονικά έλαβε χώρα μία τέτοιου είδους συμφωνία μεταξύ των αδελφών - συγκληρονόμων , το ακριβές περιεχόμενο της, το ποσό των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο ούτε και ο ίδιος προσδιορίζει με τις προτάσεις του. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά των γονέων του και του αποβιώσαντος αδελφού του Δημητρίου και συντάχθηκε για το σκοπό αυτό η υπ' αριθμό …/1999 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Υ.

Φ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τόμος …, αριθ. …).

Συνεπώς ουδέποτε συμπεριφέρθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ούτε μετέβαλε τη στάση του, ώστε να δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση στον πρώτο εναγόμενο ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του από τη δημιουργηθείσα μεταξύ τους κοινωνία. Μόνο το γεγονός ότι γνώριζε την ανοικοδόμηση των ως άνω κτισμάτων εντός του επικοίνου οικοπέδου, χωρίς να προβάλλει οιαδήποτε διαμαρτυρία και ότι άσκησε την αγωγή διανομής μετά από την παρέλευση πολλών ετών, δε συνιστά καταχρηστική την άσκηση του αξιουμένου δικαιώματος. Επομένως η ένσταση καταχρηστικής άσκησης, που νομότυπα προτάθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος Γ. Ν. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 799 και 800 ΑΚ 480 παρ. 1,3 και 480 Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη .

Εξάλλου, στο άρθρο 481 περ. 2 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο "μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών.

Ακόμη, με το άρθρο 486 Κ.Πολ.Δ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του ν. 1562/1985, ορίζεται ότι "αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση..." (παρ. 1) και ότι "αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α' είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους" (παρ.2).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων, σαφώς προκύπτει, ότι για να οδηγηθεί το Δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι η απαιτούμενη αυτούσια διανομή συγκεκριμένου κοινού ακινήτου, την οποία διώκει κατά κύριο λόγο και ευνοεί το δίκαιο είναι ανέφικτος, πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ότι ερεύνησε όλες τις προταθείσες και τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής και ότι από την έρευνα αυτή κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με τον νόμο και το συμφέρον των κοινωνών (ΑΠ 981/2010, Δημοσίευση Νόμος).

Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 480 και 486 Κ.Πολ.Δ, επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σε αυτές προϋποθέσεις η αυτούσια διανομή με απονέμηση, δηλαδή χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους κατά τον λόγο των μερίδων τους (ΑΠ 284/2014, ΑΠ 115/2011 δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος).

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι το επίκοινο οικόπεδο απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνία 31-1-2007 της πραγματογνώμονα τοπογράφου - μηχανικού Π. Κ. με τα στοιχεία … που είναι συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Κατά την αυτοψία που διενήργησε η διορισθείσα πραγματογνώμονας διαπίστωσε την ύπαρξη των προαναφερομένων κτισμάτων.

Ειδικότερα διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπάρχει η παλιά ισόγεια πατρική οικία με υπόγειο, εμβαδού 60 τμ. , η νέα διώροφη οικία με αποθήκη που ανήγειρε ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει της υπ' αριθμό …/1975 άδειας της Πολεοδομίας Ν. Θεσσαλονίκης με εμβαδό καλυπτόμενης επιφάνειας 169,10 τμ και ολική επιφάνεια ορόφων 312,10 τμ και υπόστεγο με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα, τσιμεντοπλίνθους και επικάλυψη με αμιαντολαμαρίνα, εμβαδού 90 τμ που ανήγειρε ο πρώτος εναγόμενος με βάση την υπ' αριθμό … άδεια του Α.Τ ….

Η αξία του διώροφου κτίσματος με αντικειμενικά κριτήρια ανέρχεται σε 62.447,62 ευρώ, της αποθήκης-υπόστεγο σε 5488,56 ευρώ και της παλαιάς οικίας σε 6652,80 ευρώ. Η αξία του υπό διανομή οικοπέδου με βάση συγκριτικά στοιχεία που τηρούνται στη ΔΟΥ … και την οικοπεδική αξία παραπλήσιου οικοπέδου ανέρχεται σε 10 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Περαιτέρω από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι επίδικο οικόπεδο μπορεί να χωρισθεί σε τρία ίσα, ανεξάρτητα τμήματα έκτασης 566,11 τμ, 566,11 τμ και 566,21 τμ αντίστοιχα και ειδικότερα: α) στο υπό στοιχεία … με αριθμό … ανατολικό τμήμα εμβαδού 566,11 τμ στο οποίο ο πρώτος εναγόμενος ανήγειρε διώροφη οικοδομή , β) στο υπό στοιχεία ….

με αριθμό … νότιο τμήμα εμβαδού 566,16 τμ , στο οποίο υπάρχει η παλαιά ισόγεια πατρική οικία, εμβαδού 60 τμ και γ) στο υπό στοιχεία … με αριθμό … δυτικό τμήμα εμβαδού 566,21 τμ στο οποίο ο πρώτος εναγόμενος ανήγειρε υπόστεγο, όπως αυτά απεικονίζονται στο υπ' αριθμό … τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Τα προαναφερόμενα τρία ανεξάρτητα τμήματα στα οποία διαιρείται το επίδικο οικόπεδο είναι άρτια και οικοδομήσιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 25.4.89 (ΦΕΚ 293/Δ/16.5.89) και της υπ' αριθμό 453/1987 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και σε καθένα από αυτά επιτρέπεται η ανέγερση ενός ενιαίου κτιρίου συνολικής επιφάνειας 439,80 τμ.

Οι διάδικοι , όπως συνομολογούν, είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου σε ποσοστό 1/3 ο καθένας και συνεπώς το μερίδιο εκάστου διαδίκου αντιστοιχεί στο 1/3 του οικοπέδου, δηλαδή σε 566,00 τμ (1698:3) και στο 1/3 της αξίας της πατρικής οικίας που ανέρχεται σε 2217,6 ευρώ (6652,8 Χ 1/3). Επί πλέον ο πρώτος εναγόμενος έχει ανεγείρει με δικές του δαπάνες την διώροφη κατοικία και το υπόστεγο.

Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τα διαιρετά τμήματα που προκύπτουν από την κατάτμιση του οικοπέδου είναι ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών - διαδίκων (η διώροφη οικοδομή περιέρχεται στον κάτοχο της), πλην όμως δεν είναι ισάξια στην αγοραία αξία τους. Ειδικότερα το ανατολικό τμήμα … με αριθμό … στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης έχει έκταση 566,13 τμ και εντός αυτού βρίσκεται η διώροφη οικία που έκτισε ο πρώτος εναγόμενος.

Η αξία του οικοπεδικού αυτού τμήματος ανέρχεται σε 5661,3 ευρώ . Το νότιο τμήμα …. με αριθμό … , έχει έκταση 566,16 τμ και εντός αυτού είναι κτισμένη η παλαιά πατρική κατοικία. Η αξία αυτού ανέρχεται σε 12.314,4 ευρώ (οικόπεδο 5661,6 + 6652,8 αξία οικίας ). Το δυτικό τμήμα … με αριθμό … έχει έκταση 566,21 τμ και εντός αυτού είναι κτισμένο το υπόστεγο.

Η αξία του τμήματος αυτού ανέρχεται σε 11150,10 ευρώ (αξία οικοπέδου 5662,10 + αξία υποστέγου 5488,0 ευρώ). Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέρη που προκύπτουν δεν είναι ισάξια η αυτούσια διανομή επιτυγχάνεται με επιδίκαση των μερών στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.2 Κ.Πολ.Δ . Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος Γ. Ν.

θα λάβει το υπ' αριθμό … ανατολικό τμήμα με τα στοιχεία … εμβαδού 566,13 τμ εντός του οποίου υπάρχει η διώροφη οικοδομή που ανήγειρε με δαπάνες του. Ο ενάγων Ν. Ν. θα λάβει το υπ'αριθμό … με στοιχεία …., νότιο τμήμα εμβαδού 566,16 τμ όπου βρίσκεται η πατρική κατοικία και η δεύτερη εναγομένη Σ. χήρα Χ. Δ., το γένος Η.

Ν., θα λάβει το υπ' αριθμό … με στοιχεία … δυτικό τμήμα εμβαδού 566,21 τμ, επί του οποίου είναι κτισμένο το υπόστεγο-αποθήκη. Για την εξίσωση των άνισων μερίδων πρέπει να υποχρεωθεί ο ενάγων ο οποίος λαμβάνει το δεύτερο τμήμα να καταβάλλει στον καθένα από τους εναγομένους το ποσό των 2217,60 ευρώ που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας της πατρικής οικίας που κληρονομούν.

Η δεύτερη εναγόμενη η οποία λαμβάνει το τρίτο τμήμα να καταβάλλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5488,00 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία του υποστέγου. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατή και συμφέρουσα για τους διαδίκους η αυτούσια διανομή του επιδίκου οικοπέδου με τα επ' αυτού κτίσματα σε τρία ανεξάρτητα ,άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, όπως αυτά παραπάνω περιγράφονται.

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή διανομής κατά το μέρος που αφορά το επίκοινο οικόπεδο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο (άρθρο 9 του ν. 1189/1972) δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό …/2003 απόφαση της επιτροπής οριστικών διανομών (ΕΟΔ) με την οποία αναμορφώθηκαν οι πίνακες και τα διαγράμματα της οριστικής διανομής ...

έτους 1980 είναι έγκυρη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι είναι άκυρη. Κατ' ακολουθία εσφαλμένα έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέστη αποκλειστικά κύριος του με αριθμό … οικοπέδου, έκτασης 670 τμ δυνάμει του εκδοθέντος σε εκτέλεση της άκυρης απόφασης .../2007 τίτλου κυριότητας, το οποίο (νέο οικόπεδο) προέκυψε μετά το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου εμβαδού 1698 τμ σε δύο τμήματα (157Α και 157Β') , καθώς και ότι στον κληρούχο Η.

Ν. παραχωρήθηκε το εναπομείναν μετά το διαχωρισμό υπ' αριθμό … οικόπεδο έκτασης 1021 τμ, το οποίο εσφαλμένα έκρινε ότι αποτελεί πλέον το επίκοινο και διέταξε την πώληση αυτού με πλειστηριασμό για το λόγο ότι είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή του.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθμό κατάθεσης …/2009 έφεση του ενάγοντος, να εξαφανισθούν η εκκαλουμένη 23298/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η συνεκκαλουμένη 6538/2002 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που εκκαλούνται , στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση αναφορικά με τη διανομή του επικοίνου οικοπέδου, να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη και να διαταχθεί η αυτούσια διανομή ολοκλήρου του αρχικού οικοπέδου, εμβαδού 1698 τμ, όπως στο σκεπτικό της παρούσας αναφέρεται".

V. To (επιτρεπτώς επισκοπούμενο) δικόγραφο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και οι άνω επισκοπηθείσες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως καταδεικνύουν την αβασιμότητα του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως εκ της φερομένης (αλλά μη θεμελιουμένης) ποσοτικής, κατά τα άνω εκτιθέμενα αοριστίας της αγωγής, αρκούντων των εκτιθεμένων της περιγραφής του επιδίκου (-επικοίνου - διανεμητέου) ακινήτου και της παθητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσειόντων.

Αβασιμότητα δε ενέχει και η προειπωθείσα αιτίαση περί ευθείας παραβιάσεως των ανωτέρω αφορώντων στην διανομή (ακινήτου) άρθρων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, τούτου δοθέντος υπό την προσήκουσα αντιμετώπισή του επιδίκου ως επικοίνου - διανεμητέου από πλευράς του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά τα διαλαμβανόμενα ως δεκτά γενόμενα στο πόρισμα αυτής.

Ωσαύτως, αβάσιμοι είναι και οι λοιποί λόγοι (3ος, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος) αναιρέσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο με ενδελεχή ειρμό πληρότητος και αλληλουχίας πλοηγήθηκε στην διαδρομή του πορίσματός του, χωρίς αντιφάσεις και ευθείες ή πλάγιες παραβιάσεις των ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες στηρίζουν την κρίση του.

Η κρίση του αυτή, χαρακτηριζομένη από ευθυκρισία, εστιάζεται, (μη αντιπαρελθούσα τους προταθέντας ισχυρισμούς, δηλαδή και αυτόν που διαλαμβάνεται στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως), σε όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως παρατίθεται στην απόφαση. Η εξειδικευμένη αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών δεν είναι απαραίτητη, αφού αδιστάκτως καθίσταται βέβαιον ότι όλα ελήφθησαν υπόψιν.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα. Μετά ταύτα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στον ητώμενο αναιρεσείοντα (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.10.2015 αίτηση του Γ. Ν. και της Σ. χας Χ. Δ. περί αναιρέσεως της 1215/2015 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.