Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and failure to consider specific evidence documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final judgment from the Court of Crete. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific documents, including a 2009 expert report and a 2008 order for an expert survey, to prove their co-ownership claims. The court rejected these arguments, stating that the lower court had indeed considered all submitted evidence and that the 2008 order was merely a procedural document rather than substantive proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 226, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the case ex officio if a party is absent, and it is not required to list every document considered by the lower court if the expert report explicitly references the evaluation of the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 36 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 36/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Π. Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Τ. του Ι., συζ. Β. Σ., κατοίκου ... 2)Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ... 3)Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., και 4)Φ. Τ. του Α., χήρας Ι. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νταφούλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 2)Μ. Ο. του Η., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 26/4/2004 κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 500/2008 μη οριστική και 46/2011 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 12/11/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευση του στη μετ' αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... /6.10.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 9/6/2011 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21/11/2012, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ.
Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά την πιο πάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 2/10/2013, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ' αυτή του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επίσης, από τις .../3.10.2011 και .../21.12.2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου …που επίσης προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21/11/2012, καθώς και αντίγραφο της από 29/11/2012, με αριθμό πρωτοκόλλου 453/2012, βεβαίωσης της γραμματέως αυτού του δικαστηρίου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2/10/2013 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ.
Ο.. Επομένως, αφού οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το σχετικό πινάκιο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 369, 1192, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομούμενου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ1 αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, και, αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως ,δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτων αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την κύρια παρέμβαση της κυρίως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα είναι:
Α) τμήμα αγρού εμβαδού 4.500 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του παρακάτω περιγραφόμενου μείζονος ακινήτου, και συνορεύει βόρεια με το μείζον ακίνητο, ανατολικά και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Θ. και Κ. Π. και με επαρχιακή οδό προς ... και Εθνική οδό, νότια με ιδιοκτησία Π. Σ. και εν μέρει Ε.
Σ. και δυτικά με το μείζον ακίνητο. (Β) τμήμα αγρού με τριγωνικό σχήμα, εμβαδού 291,15 τετ.μέτρων, που καταλαμβάνει την βορειοανατολική πλευρά του παραπάνω υπό στοιχείο (Α) ακινήτου, η οποία εφάπτεται με την επαρχιακή οδό Χανίων-Στύλου και περαιτέρω συνορεύει με το κατωτέρω περιγραφόμενο μείζον ακίνητο. Το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου κείνται τα επίδικα, βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας … (ήδη Δήμου …) … έχει εμβαδόν 7.677,26 τετ.μέτρα, συνορεύει βόρεια με απαλλοτριωθέν τμήμα του ίδιου αγρού και πέρα από αυτό με εθνική οδό Χανίων-Ηρακλείου, ανατολικά και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Θ.
Π. και Κ. Π., καθώς και επαρχιακή οδό προς ... και εθνική οδό, νότια με ιδιοκτησία εν μέρει Π. Σ. και εν μέρει Ε. Χ. και τέλος, δυτικά με ιδιοκτησία Α. Τ.. Το προπεριγραφόμενο μείζον ακίνητο, οι ενάγοντες Ε. Τ., Δ. Τ., Α. Τ., και Φ. Τ., τέκνα οι τρεις πρώτοι και χήρα η τέταρτη του αποβιώσαντος το έτος 1977 Ι. Τ., ισχυρίστηκαν ότι τους ανήκει κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, μετά από διανομή (δυνάμει του με αριθμό .../1.7.1993 συμβολαίου διανομής αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Μιχαηλίδου που μεταγράφηκε μόνιμα) μείζονος ακινήτου, εμβαδού 13.702,62 τετ.μέτρων, που περιήλθε σ' αυτούς κατά κυριότητα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του άνω πατρός και συζύγου τους, Ι.
Τ., βάσει των με αριθμούς .../1982 και .../1982 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Δημητρίου Φιαμέγκου και .../1987 όμοιας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Καρνάβου-Στέρπη, νομίμως μεταγεγραμμένων, προκύψαν (το ακίνητο) μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου μεγαλυτέρου εμβαδού και δη 24 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα (ήμισυ εξ αδιαιρέτου) στον Ι.
Τ. και την αδελφή του Κ. χήρα Ι. Μ., στους οποίους η νομή του είχε παραδοθεί ατύπως, το έτος 1949 από τους γονείς του5 Ν. και Ε. Τ., έκτοτε δε αυτοί (αδέλφια Ι. και Κ.) το συννέμονταν, ασκώντας διάνοια συγκυριών όλες τις εμφανείς, υλικές διακατοχικές πράξεις που ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του, και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το επέβλεπαν, το προστάτευαν από τυχόν επεμβάσεις τρίτων, το καθάριζαν, το οριοθέτησαν με σπρέϋ ορισμού ορίων και τοποθέτηση μικρών πασσάλων, συνέταξαν σχεδιαγράμματα και το επισκέπτονταν συχνά.
Μετά δε το θάνατο του ενός εκ των δικαιοπαρόχων Ι. Τ. (σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς) οι κληρονόμοι του (ενάγοντες), συννέμονταν κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, το ληφθέν από αυτούς, μετά την διενεργηθείσα κατά το έτος 1993 εξωδικαστική διανομή, εδαφικό τμήμα των 7.677,26 τετ.μέτρων, διάνοια κυρίου, ενεργούντες τις ίδιες παραπάνω, όπως οι δικαιοπάροχοι τους, εμφανείς υλικές πράξεις νομής, και σε συνδυασμό και με τους άνω τίτλους τους, μέχρι το χρόνο ασκήσεως των ενδίκων αγωγής και κυρίας παρεμβάσεως.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν βρήκαν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας που εξετάσθηκε κατά πρόταση των εναγόντων, θεία τους Ε. Π., κατέθεσε ότι τα αδέλφια της, Ι. Τ. και Κ. Τ. - Μ., παρέλαβαν στη νομή τους το ακίνητο των 24 στρεμμάτων το 1949 και ότι αυτό ουδέποτε καλλιεργήθηκε, αλλά έβαζε σε αυτό τα πρόβατα για βοσκή ο μεγάλος αδελφός της μητέρας της.
Ακολούθως και, χωρίς να διευκρινίζει αν η βόσκηση των ζώων του αδελφού της μητέρας της στο μείζον ακίνητο γινόταν κατά παραχώρηση της τελευταίας και του συννομέως αδελφού της Ι. Τ., και για ποιό χρονικό διάστημα, καταθέτει τα αντίθετα, δηλαδή ότι ο παππούς της καλλιεργούσε το ακίνητο, σπέρνοντας σε αυτό σιτάρι.
Καταθέτει, επίσης ότι ο πατέρας της είχε αναθέσει στον Ε. Τ., σύζυγο της από το 1966, να βόσκει τα πρόβατα του μέχρι το 1970, όπως επέτρεπε και στην Β. Σ. να βόσκει τις κατσίκες της μέχρι το έτος 1970, χωρίς όμως να προσδιορίζει πότε ξεκίνησε η Β. Σ. τη βόσκηση των ζώων της. Περαιτέρω και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 και εντεύθεν, ουδέν καταθέτει η μάρτυρας των εναγόντων συναφώς προς τα επίδικα ακίνητα, ως τμήμα του ακινήτου των 13 περίπου στρεμμάτων που προέκυψε από την αναγκαστική απαλλοτρίωση των ετών 1969-1970.
και ακολούθως ως τμήματα του ακινήτου των 7,5 περίπου στρεμμάτων, που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων μετά την εξώδικη διανομή του έτους 1993, όπως εξάλλου, ουδέν καταθέτει για το αυτό χρονικό διάστημα, και ως προς το αποδεικτέο ζήτημα της άσκησης οποιασδήποτε πράξης νομής από τον Ι. Τ. και ακολούθως τους καθολικούς διαδόχους του, παρά μόνον όλως αορίστως ότι το 1985 έπιασε φωτιά και κάηκαν τα πουρνάρια στο ακίνητο και "...τα 4,5 στρέμματα καλλιεργούνταν τότε...".
Η κατάθεση αυτή της μάρτυρος εμφανίζει μειωμένη αξιοπιστία ως αντιφατική, και πάντως δεν επαρκεί για την πλήρη απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, εξασθενεί δε ακόμη περισσότερο από το άξιο μνείας γεγονός ότι για τις πράξεις νομής που κατέθεσε η άνω μάρτυρας (καλλιέργεια με σιτάρι και βόσκηση) ουδέν εκτίθεται στην αγωγή, στην οποία ως προεκτέθηκε, οι ενάγοντες επικαλούνται συγκεκριμένες πράξεις νομής, τελείως διαφορετικές από αυτές για τις οποίες ασαφώς κατέθεσε η μάρτυρας (οριοθέτηση με σπρέϋ ορισμού ορίων, τοποθέτηση μικρών πασσάλων, συχνές επισκέψεις) και για τις οποίες, ας σημειωθεί ουδέν κατέθεσε η άνω μάρτυρας.
Πρόδηλο συνεπώς είναι, ότι τα παραπάνω κατετέθησαν από τη μάρτυρα των εναγόντων, προς διευκόλυνση της εκβάσεώς της δίκης υπέρ των τελευταίων ενώ αντιθέτως, η λοιπή αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε ότι το πρώτο ( υπό στοιχείο Α) επίδικο ακίνητο εμβαδού τεσσερισήμισυ στρεμμάτων περίπου (όπως αυτό προπεριγράφηκε) είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του ανισοϋψές, με κλίση 50% περίπου, έχει τρία μέτρα περίπου υψομετρική διαφορά με τον επαρχιακό δρόμο που οδηγεί προς τα "...", φέρει αναβαθμίδες (πεζούλες), και ως εκ τούτου, ουδέποτε καλλιεργήθηκε από το έτος 1949 και εντεύθεν.
Αυτό (πλην του τριγωνικού εδαφικού τμήματος επιφανείας 291,15 τετ.μέτρων, στο οποίο υπάρχει μια αιωνόβια ελιά και μια αγριοσυκιά και για το οποίο γίνεται κατωτέρω μνεία), από το έτος 1949 και έκτοτε συνεχώς, μισθωνόταν ως βοσκότοπος σε τρίτους, ή χρησιμοποιείτο ως τέτοιος από την οικογένεια Κ., για τα ζώα της, και ιδίως, από τον προπάππου του εναγομένου Π.
Κ., στη νομή του οποίου βρισκόταν προπολεμικά, ενώ αυτός για μικρό χρονικό διάστημα μετά την κατοχή και, πάντως προ του 1949, το είχε σπείρει με κριθάρι στις πεζούλες με τα δύο βόδια που είχε. Ακολούθως, η νομή του επιδίκου ακινήτου παραδόθηκε από τον προπάππο του εναγομένου στον παππού του Δ. Π. και τη γιαγιά του Μ.
Κ.-Π., η οποία το έδωσε στην κόρη της Γ. Μ., όταν αυτή παντρεύτηκε το έτος 1961 τον Χ. Μ., πατέρα του εναγομένου, και ακολούθως, η Γ. Μ. παρέδωσε τη νομή του στον εναγόμενο υιό της το έτος 1978. Ο τελευταίος το παρέλαβε στη νομή του έκτοτε, και το εξεμίσθωνε σε τρίτους ως βοσκότοπο, ενώ από το έτος 1995 και εντεύθεν, συνεχώς, το εκμισθώνει ως βοσκότοπο στον Π.
Κ., ο οποίος μαζί με τη Μ. χήρα Β. Κ. (αμφότεροι κάτοικοι ...) και τον Χ. Μ., ενόρκως βεβαίωσαν με σαφήνεια και ακρίβεια όλα τα παραπάνω. Οι αυτοί δε μάρτυρες, όπως και η μάρτυρας Θ. Σ., μόνιμος κάτοικος ..., που εξετάστηκε κατά πρόταση της κυρίως παρεμβαίνουσας στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσαν επί πλέον με σαφήνεια ότι το υπό στοιχείο (Β) ακίνητο (εδαφικό τμήμα 291,15 τετ.μέτρων), τριγωνικού σχήματος, εντός του οποίου υφίσταται, ως προεκτέθηκε, μία μεγάλη ελιά και μία συκιά, βρισκόταν ως τμήμα μείζονος αγρού επιφανείας τριών στρεμμάτων περίπου, ευρισκομένου στη αυτή θέση κτηματική περιφέρεια του χωρίου "..." στο Δήμο .., συνορευομένου γύρωθεν βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Δ.
Μ., νοτιοανατολικά με την επαρχιακή οδό Χανίων-Στύλου και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία με Ι. Χ., από το έτος 1929 στη νομή των Π. και Μ. Σ., παππού και γιαγιάς της κυρίως παρεμβάσας Μ. Ο., οι οποίοι μάζευαν τον ελαιόκαρπο και έβοσκαν τα πρόβατα τους, από δε το έτος 1983 που ο παππούς της Μ. Ο. απεβίωσε, η τελευταία ως κληρονόμος του δυνάμει ιδιογράφου διαθήκης, νόμιμα δημοσιευθείσας, το εκμισθώνει σε βοσκούς και συγκεκριμένα στον Σ.
Σ. και Β. Κ., μέχρι σήμερα, ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι άνω μάρτυρες βεβαιώνουν ότι ουδέποτε εισήλθαν στα επίδικα οι "Τ." (ενάγοντες). Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες καθώς και οι απώτεροι ή άμεσοι δικαιοπάροχοι τους κατέστησαν ποτέ κύριοι του επιδίκου και ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθώς και ο καθολικός δικαιοπάροχος της νεμήθηκαν το τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 291,15 τ.μ.
με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για χρόνο πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα η κυρίως παρεμβαίνουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη να έχει αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω επιδίκου. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχτηκε τις ασκηθείσες εφέσεις από τον εναγόμενο και την κυρίως παρεμβαίνουσα (ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα) και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων και δέχτηκε την κύρια παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης με οποιοδήποτε τρόπο της κυριότητας του επίδικου ακινήτου των 4.500 τ.μ.
από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους και της απόδειξης ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθώς και οι δικαιοπάροχοι της, νεμήθηκαν το τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 291,15 τ.μ., συνεχώς και αδιαλείπτως, οι μεν δικαιοπάροχοι της από το έτος 1929 και από το 1983 η ίδια η δεύτερη αναιρεσίβλητη μέχρι την άσκηση της κύριας παρέμβασης το έτος 2004 και έτσι κατέστη αυτή κυρία του ως άνω επίδικου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο των 4.500 τ.μ. ουδέποτε καλλιεργήθηκε από το έτος 1949 και εντεύθεν, οπότε ασκούσαν συνεχώς τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου-πρώτου αναιρεσίβλητου και από το έτος 1978 ο ίδιος, που παρέλαβε τη νομή του από τη μητέρα του Γ.
Μ. το έτος 1978, και έκτοτε το εκμίσθωνε συνεχώς σε τρίτους ως βοσκότοπο, το δε επίδικο τμήμα των 291,15 τ.μ., το οποίο δεν συνορεύει με ακίνητο των εναγόντων-αναιρεσειόντων από καμία πλευρά του, από το έτος 1929 βρισκόταν στη νομή του παππού και της γιαγιάς της κυρίως παρεμβαίνουσας Π. και Μ. Σ., οι οποίοι μάζευαν τον ελαιόκαρπο και έβοσκαν τα πρόβατα τους, από δε το έτος 1983 η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως κληρονόμος του παππού της δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης το εκμίσθωνε συνεχώς σε βοσκούς.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδάφ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (Ολ.
ΑΠ 25/2003), όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση, και ειδικότερα τη βάση της αγωγής που αφορά την κτήση των επίδικων ακινήτων με τακτική χρησικτησία, η οποία κατά τους αναιρεσείοντες είχε πλήρως συμπληρωθεί κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και τις σαφείς παραδοχές αυτής, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε και τη βάση αυτή της αγωγής, την οποία τελικά απέρριψε στο σύνολο της, δεχόμενο ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοι τους κατέστησαν ποτέ κύριοι του επιδίκου.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005). Εξάλλου ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νοούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 1180/ 2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες καθώς και οι απώτεροι ή άμεσοι δικαιοπάροχοι τους κατέστησαν ποτέ κύριοι του επιδίκου και ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθώς και ο καθολικός δικαιοπάροχος της νεμήθηκαν το επίδικο τμήμα, εμβαδού 291,15 τ.μ.
με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με αποτέλεσμα η κυρίως παρεμβαίνουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη να έχει αποκτήσει την κυριότητα του ως άνω επιδίκου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και συγκεκριμένα: 1) την με αριθμό 500/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διορίστηκε πραγματογνώμονας, 2) την από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού, Ε.
Α., 3) την με αριθμό πρωτ. 100/2002 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάμου, που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά της μητέρας του, τα 100/2002 πρακτικά του ιδίου δικαστηρίου και την 100/2002 απόφαση αυτού και 4) δηλώσεις στοιχείων ακινήτων εντύπου Ε9. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος ως προς τα με στοιχεία 2-4 έγγραφα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από την από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονος Ε.
Α., τοπογράφου μηχανικού, ως και από την συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων που χρησιμεύουν είτε για αυτοτελή απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ουδενός των οποίων παραλήφθηκε η συνεκτίμηση, δεδομένου ότι η ειδική μνεία κάποιων από αυτά είναι όλως ενδεικτική", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, και μάλιστα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ρητά μνημόνευσε, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύσει χωριστά και το καθένα από τα υπόλοιπα.
Όσον αφορά δε το με στοιχείο 1 έγγραφο, ήτοι την 500/2008 μη οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διορίστηκε πραγματογνώμονας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/6/2011 αίτηση των Ε. Τ., Δ. Τ., Α. Τ. και Φ. Τ. για αναίρεση της 46/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ