36/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generated207 Α.Κ. Πλασματική πλήρωση αιρέσεως αν ο ζημιούμενος από την πλήρωσή της, την εμπόδισε να πληρωθεί αντίθετα με την καλή πίστη. Λύση αφανούς εταιρίας, καθορισμός από τους εταίρους του ενεργητικού και του παθητικού της, διανομή του θετικού υπολοίπου μεταξύ τους, συνέχιση της επιχειρήσεως από έναν από αυτούς και συμβατικός όρος ότι αν εντός 45ημέρου αν βρισκόταν αγοραστής για την αγορά της επιχειρήσεως μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που όρισαν ως αξία της οι διάδικοι, θα πωλούνταν η επιχείρηση σ΄αυτόν και το επί πλέον θα διανεμόταν ισομερώς στους εταίρους. Το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι βρέθηκε αγοραστής που προσέφερε κατά 80% υψηλότερο τίμημα αγοράς από την αξία που όρισαν οι διάδικοι για την επιχείρησή τους αλλά ο εναγόμενος ματαίωσε υπαίτια την πώληση και γι΄ αυτό έκρινε βάσιμη την αγωγή. Βάσιμος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) της αποφάσεως.
Legislator headnote
AI generated36/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 204 Α.Κ., όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο, εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση. Κατά δε το άρθρ. 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα τον ζημίωνε η πλήρωσή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 36 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
207 Α.Κ. Πλασματική πλήρωση αιρέσεως αν ο ζημιούμενος από την πλήρωσή της, την εμπόδισε να πληρωθεί αντίθετα με την καλή πίστη. Λύση αφανούς εταιρίας, καθορισμός από τους εταίρους του ενεργητικού και του παθητικού της, διανομή του θετικού υπολοίπου μεταξύ τους, συνέχιση της επιχειρήσεως από έναν από αυτούς και συμβατικός όρος ότι αν εντός 45ημέρου αν βρισκόταν αγοραστής για την αγορά της επιχειρήσεως μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που όρισαν ως αξία της οι διάδικοι, θα πωλούνταν η επιχείρηση σ΄αυτόν και το επί πλέον θα διανεμόταν ισομερώς στους εταίρους. Το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι βρέθηκε αγοραστής που προσέφερε κατά 80% υψηλότερο τίμημα αγοράς από την αξία που όρισαν οι διάδικοι για την επιχείρησή τους αλλά ο εναγόμενος ματαίωσε υπαίτια την πώληση και γι΄ αυτό έκρινε βάσιμη την αγωγή. Βάσιμος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) της αποφάσεως.
Αριθμός 36/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαχαριάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 1083/2006 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 204 Α.Κ., όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο, εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση. Κατά δε το άρθρ. 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα τον ζημίωνε η πλήρωσή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι προς πραγματική πλήρωση της αιρέσεως εξομοιώνεται η πλασματική πλήρωσή της και θεμελιώνεται εναντίον εκείνου, ο οποίος εναντίον της καλής πίστης εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης, επειδή θα ζημιωνόταν από την πλήρωση, δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ εκείνου, ο οποίος είχε δικαίωμα εξαρτώμενο από την αίρεση.
Η έννοια της καλής πίστης νοείται αντικειμενικώς, ως η αντίληψη του μετρίως ευπρεπούς και τιμίως φερομένου κοινωνικού ανθρώπου και μπορεί η συμπεριφορά να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ή τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη ενέργειας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 Ε.Ν, 741 επ. 758, 762, 361, 719 Α.Κ.
συνάγεται ότι η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία ο εμφανής εταιρία, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων ο,τιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφόσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Απ 12-13/1995, 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 25-10-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων και του τρίτου Μ1 αφανής εταιρία, με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο και αφανείς εταίρους τους λοιπούς, με έδρα τα ..., με αντικείμενο την εκμετάλλευση της επιχείρησης καφέ - μπαρ με την επωνυμία "'....'' και με συμμετοχή τους στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας.
Η αφανής αυτή εταιρία λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο 2000 και με το από 21-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ανωτέρω εταίροι αυτής συμφώνησαν τη λύση της και μετά από έλεγχο και σχετική καταγραφή προσδιόρισαν τα χρέη της εταιρίας (παθητικό] στο ποσό των 19.500.000 δραχμών, το δε ενεργητικό της σε 4.500.000 δραχμές. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφώνησαν οι εταίροι να αναλάβει ο εναγόμενος την εξόφληση των χρεών προς τρίτους, να λάβει ο καθένας τους το ποσό των 1.500.000 δραχμών, από το ενεργητικό και να εξακολουθήσει τη λειτουργία της επιχείρησης, ατομικά πλέον ο εναγόμενος.
Συμφώνησαν επιπροσθέτως με το ίδιο συμφωνητικό ότι σε περίπτωση που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού (21-7-2000) βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της επιχείρησης ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών (σύνολο ενεργητικού και παθητικού), η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισπράττονταν από την πώληση αυτή επί πλέον του ποσού των 24.000.000 δραχμών, θα διανεμόταν, ισομερώς και τούτο μεταξύ τους.
Τελικά μέσα στον παραπάνω χρόνο (τέλη Ιουλίου 2000) βρέθηκε πράγματι αγοραστής και συγκεκριμένα ο Ρ1, ο οποίος και προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Όμως η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της αδικαιολόγητης και αντίθετης προς την καλή πίστη άρνησης του εναγομένου, ο οποίος, όπως άλλωστε είχε και κάθε συμφέρον, την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου όπου είχε προγραμματιστεί σχετική συνάντηση για τη διευθέτηση των λεπτομερειών και τη σύναψη της σύμβασης πώλησης.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τελικά ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρηση μόνος του, σε άλλο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), σε διαφορετικό πρόσωπο και εισέπραξε μόνος του το τίμημα, όπως τούτο βεβαιώθηκε και από το μάρτυρα του ιδίου Μ1 που είναι ο τρίτος εταίρος. Το Δικαστήριο στηρίζει την ως άνω κρίση του, κυρίως στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ...(αδελφού του) και στην ένορκη βεβαίωση του Ρ1, ο οποίος είναι και ο κατά τα ανωτέρω υποψήφιος αγοραστής της επιχείρησης.
Αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό επιβεβαίωσαν ότι ο τελευταίος ήθελε πράγματι να αγοράσει την επιχείρηση αντί του ποσού των 40.000.000 δρχ., το οποίο και προσέφερε και ότι τελικά η ματαίωση της πώλησης οφειλόταν στην άρνηση του εναγομένου, ο οποίος την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να μεταβεί στο γραφείο του προαναφερθέντος δικηγόρου, όπου και είχε προγραμματιστεί το σχετικό ραντεβού.
Με βάση τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 204 σε συνδ. με το άρθρο 207 ΑΚ, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την παραπάνω συμπεριφορά του και η οποία είναι ίση με το ποσό των 5.333.333 (40.000.000 - 24.000.000 = 16.000.000) δραχμών, που ισοδυναμεί με 15.651,74 ευρώ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης, έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της δηλαδή για το ποσό των 20.053,79 ευρώ, από τις οποίες ποσό δραχμών 16.000.000 ή 15.651,74 ευρώ για την ανωτέρω αιτία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την επιδίκαση του ποσού των 15.651,74 ευρώ παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 204, 207, 762, 361 και 719 του Α.Κ., που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς, και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτήθηκε η ικανοποίηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόληψη επί πλέον ποσοστού της διανεμητέας εταιρικής περιουσίας μετά τη λύση της εταιρίας των διαδίκων, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα: α) Ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αφανής εταιρία των διαδίκων (με τον μη διάδικο Μ1) λύθηκε στις 217-2000 και μετά από έλεγχο και καταγραφή των χρεών της εταιρίας (19.500.000 δρχ) προσδιόρισαν από κοινού το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας σε 24.000.000 δρχ., από το οποίο, μετά την αφαίρεση του παθητικού, απέμεινε διανεμητέο στους εταίρους καθαρό ποσό 4.500.00 δραχμών και συμφωνήθηκε, επί πλέον, ότι σε περίπτωση, που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού, βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της περιελθούσης στον αναιρεσίβλητο επιχειρήσεως ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών, η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισεπράττετο επί πλέον των 24.000.000 δραχμών θα διανεμόταν στους εταίρους ισομερώς, δεν καθίσταται σαφές, αν η εταιρία είχε επί πλέον περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα λάμβανε υπόψη ο υποψήφιος αγοραστής για να προσφέρει μεγαλύτερο τίμημα από εκείνο που εκτίμησαν ως πραγματική αξία της εταιρίας τους οι διάδικοι ή απέβλεψαν σε πιθανή βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως της εταιρίας τους εντός του 45ημέρου ή απλώς εκτίμησαν ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να είναι αποτέλεσμα των διαπραγματευτικών ικανοτήτων τους. 2) Με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής (Ρ1) που προσέφερε, περί τα τέλη Ιουλίου του 2000, τίμημα 40.000.000 δραχμών για την αγορά της επιχειρήσεως χωρίς να αναφέρεται, αν προέκυψε κάποια αιτία υπερτιμήσεως κατά 80% της αγοραίας αξίας της επιχειρήσεως ή προϋπήρχε αυτή η αξία της ή αποτέλεσε υποκειμενική εκτίμηση του υποψήφιου αγοραστή, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν κατά την αρχή της καλής πίστης όφειλε ο αναιρεσίβλητος να θεωρήσει ότι υπήρχε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση του αγοραστή και η άρνηση του ιδίου να συμπράξει ήταν αδικαιολόγητη. 3) Ανεπαρκώς αιτιολογείται επίσης ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμφέρον από τη ματαίωση της πωλήσεως της επιχειρήσεως μέσα στο συμφωνημένο χρόνο, χωρίς να προσδιορίζεται, αν το συμφέρον του συνίστατο στην παράταση της εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο της επιχειρήσεως ή στην αναφερόμενη πώλησή της σε μεταγενέστερο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), αφού άλλωστε δεν αναφέρεται πότε πωλήθηκε η επιχείρηση και ποιό ήταν το ύψος του τιμήματος που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος.
Επομένως είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔικ δύο πρώτοι, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω και μόνον κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ) μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1083/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ