Supreme Court dismisses appeal against enforcement seizure order due to procedural inadmissibility and lack of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court order allowing a debt seizure. The appellant argued the seizure violated specific enforcement rules, but the Court found the appeal procedurally inadmissible because the debtor's objection was filed at the wrong court and the appeal lacked necessary factual details. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the original enforcement order stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(2), 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal if the grounds are procedural in nature, vague, or fail to specify the factual basis for the alleged violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 36 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 36/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Αργυρούπολης, που κατοικοεδρεύει στην Αργυρούπολη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία δεν παρέστη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2961/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6136/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 7642 και 7643/5-2-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Φωτίου Γουργούλη, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και της από 28-12-2007 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσείοντος με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.-
Επειδή, παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση όλοι οι λόγοι αναιρέσεως της από 5-10-2005 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 6136/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της υπ' αριθμό 166/2006 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Γ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικ. με άρ. 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με άρ. 42 Ν. 2721/1999).-
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης η ανακοπή του οφειλέτη ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης και για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην ίδια διάταξη. Εξάλλου η παράβαση δικονομικών κανόνων, ανεξάρτητα από το που περιέχονται, δεν ελέγχονται με λόγο αναιρέσεως της περ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 322/1999 Ελ.
Δνη 40, 1307). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, διότι, ενώ είχε αρχίσει η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αυτή άσκησε ανακοπή, κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, με λόγο που δεν υπάγεται σε ένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους στη διάταξη αυτή.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη αυτή, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον ότι παραβιάσθηκε, έχει χαρακτήρα δικονομικό, και, επομένως, δεν υπόκειται σε έλεγχο με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, εάν εκτιμηθεί ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται πλημμέλεια της περ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως αν ο προβαλλόμενος ως λόγος αναιρέσεως ισχυρισμός είχε προταθεί από το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), ο οποίος και δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 405 εδ. 2, 173 και 200 ΑΚ. Όμως στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, παρά εκτίθεται μόνον το από την ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης μισθώσεως πόρισμα του Εφετείου.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για τα έξοδα δεν θα περιληφθεί λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 6136/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ