Supreme Court dismisses appeal on termination compensation, ruling statutory law prevails over contract terms. The court rejects the claim that a lump sum is not severance pay. The appeal is dismissed because the statutory calculation method applies. The court holds that the statutory provision governs the compensation amount. The appeal is rejected due to the clear application of the relevant law. The court finds the statutory rule controls the compensation calculation. The appeal is dismissed based on the established legal principle. The court rules that the statutory law determines the compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two former employees against a first-instance judgment regarding their termination compensation. The employees argued that a lump sum payment constituted a separate benefit rather than statutory severance pay, while the employer contended the statutory calculation method applied. The court ruled that the specific statutory provision governing termination compensation overrides any contractual agreement or custom, thereby validating the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, para. 12, subpara. IA of Law 4093/2012; The statutory provision governing termination compensation for private employees prevails over contractual agreements or customs, requiring the application of the legally defined calculation method regardless of alternative contractual terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 369/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Η., κατοίκου Π. Α. και 2) Π. Δ. του Α., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Φιλιππόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Χρυσικού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1540/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 10902/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 10902/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 24-6-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 1540/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση της τελευταίας απορρίφθηκε η αγωγή τους. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της υποπαράγραφου ΙΑ. 12, που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016. - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/12 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτής διορθώθηκαν με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19-11-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του Ν. 4046/12 και 4093/12" (ΦΕΚ Α 229/19.11.2012), η οποία κυρώθηκε (εμπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ.
τελ. του Συντάγματος) με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του Ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25.1.2013), που επανέλαβε τις σχετικές ρυθμίσεις της πιο πάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α` 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β` της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α` 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β` της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α` 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1.
Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ)..., δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1.
Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, ποσό αποζημίωσης 12 μηνών.
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) εξακολουθεί να ισχύει. 3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επί πλέον της προβλεπομένης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε και αν απολυθούν, κατά την εξής αναλογία [....] Για 28 συμπληρωμένα έτη και άνω προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ποσό αποζημίωσης 12 μηνιαίοι μισθοί.
Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955............. 4.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια". Περαιτέρω, με την από 7-7-1989 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του προσωπικού της Προνομιούχου Ανωνύμου Εταιρείας Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος (ΠΑΕΓΑΕ), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11396 ΥΑ (ΦΕΚ 129/5-3-1990 τ.Β'), τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων και το άρθρο 5 του ισχύοντος από 31-5-1985 Οργανισμού Προσωπικού της, με τίτλο "Λύση Εργασιακής Σχέσης", στην παράγραφο 2 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Στους εξερχόμενους αυτοδίκαια από την Υπηρεσία σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 εδάφια ζ, η και θ του παρόντος άρθρου καταβάλλεται η αναλογούσα με βάση την προϋπηρεσία τους αποζημίωση που προβλέπεται στην περίπτωση προειδοποιητικής καταγγελίας του Ν.2112/1920 προσαυξημένη κατά ποσοστό 25%".
Μετά τη συγχώνευση της εταιρείας "Εθνική Ακινήτων Α.Ε.", όπως είχε μετονομαστεί από την 5-12-2000 η "Προνομιούχος Α.Ε. Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος" δι' απορροφήσεώς της από την ήδη αναιρεσίβλητη (ΦΕΚ 2205/31-6-2006 ΤΑΕ), συνήφθη το από 3-2-2006 Πρακτικό Συμφωνίας μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των συνδικαλιστικών οργάνων των εργαζομένων της απορροφώσης και της απορροφηθείσης εταιρείας, με το οποίο ρυθμίστηκαν τα θέματα της ένταξης του προσωπικού της τελευταίας στις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της ΕΤΕ, με το κεφάλαιο δε "Ι" αυτού διατηρήθηκε σε ισχύ το ως άνω άρθρο 5 του Οργανισμού Προσωπικού της αρχικής εργοδότριας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-6-2013 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν και τα εξής: 'Ότι είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή τους ημερομηνίες, από την εταιρεία με την επωνυμία "Π.
Α. Ε. Γ. Α. της Ε.", μετονομασθείσα σε "Ε. Α. ΑΕ", η οποία έχει συγχωνευθεί δι' απορροφήσεώς της από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και ότι κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία της, στις 28.12.2012 και 19.12.2012, αντίστοιχα, λόγω πληρώσεως των προϋποθέσεων πλήρους αυνταξιοδότησής τους ένεκα γήρατος, από κύριο ασφαλιστικό φορέα, δικαιούνταν να λάβουν, κατά το αρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού της αρχικής τους εργοδότριας το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, φέρει το χαρακτήρα εφάπαξ παροχής και όχι αποζημίωσης απόλυσης, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τις από 31.5.1935 και 7.7.1989 ΕΣΣΕ, οι οποίες κηρύχθησαν υποχρεωτικές και διατηρήθηκε σε ισχύ με το από 3.2.2006 Πρακτικό Συμφωνίας, εφάπαξ παροχή υπολογιζόμενη κατά το ποσό της απροειδοποίητης καταγγελίας του ν. 2112/1920, προσαυξημένη κατά ποσοστό 25%, πλην όμως, η η εναγομένη υπολόγισε και κατέβαλε αυτή εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη μείωση που προβλέπει η Υποπαρ.ΙΑ.12 του Ν.4093/2012.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τη διαφορά, με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον πρώτο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 14.481,64 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 6.571,37 ευρώ, νομιμοτόκως.
Μετά την άσκηση έφεσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αρ.10902/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: "...... η εκκαλουμένη πρέπει να εξαφανιστεί, επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του από 3.2.2006 Πρακτικού Συμφωνίας μεταξύ του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Συλλόγου Προσωπικού της Εθνικής Ακινήτων Α.Ε.
και πρώην ''Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος'', κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι κατά τον υπολογισμό της δικαιούμενης από αυτούς αποζημίωσης, αν και κατέβαλε η εναγόμενη την προσαύξηση του 25%, όπως και η ίδια η απόφαση παραδέχεται, έλαβε υπόψη τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4093/12.11.2012, ενώ έπρεπε να υπολογισθεί αυτή με βάση το αρχικό κείμενο του Ν. 2112/1920.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι ο επίμαχος όρος του Πρακτικού Συμφωνίας, που αποτελεί όσο αυτός, όσο και το Πρακτικό Συμφωνίας συλλογική σύμβαση εργασίας, έχει ισχύ νόμου, από το γράμμα του οποίου προκύπτει ότι το προσωπικό της εναγομένης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω πληρώσεως των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης από κύριο ασφαλιστικό φορέα, δικαιούται την παροχή του άρθρου 5 του Οργανισμού Προσωπικού ΕΘΝΑΚ, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της ως εφάπαξ τέτοιας ή ως αποζημίωσης απόλυσης υπολογιζόμενη με τη μέθοδο του Ν. 2112/1920, ως ίσχυε κατά το χρόνο ένταξης στον Κανονισμό Εργασίας των εναγόντων και όχι ως ισχύει μετά την τροποποίηση του με την υποπαρ.
ΙΑ12 του Ν 4093/2012. Ωστόσο η άνω διάταξη του Πρακτικού Συμφωνίας ρητά αναφέρεται άνευ ετέρου όρου ή επιφύλαξης, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της δικαιούμενης αποζημίωσης, στις διατάξεις του Ν.2112/1920, οι οποίες τροποποιήθηκαν δυνάμει του Ν. 4093/2012.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως νόμω βάσιμος και ο πρώτος λόγος έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και κακής εφαρμογής του νόμου..." Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 Ν.2112/1920 και του Οργανισμού της αρχικής εργοδότριας των αναιρεσειόντων, όπως του προσάπτουν οι αναιρεσείοντες με αμφοτέρους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, εκ του αρ.1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του Οργανισμού Προσωπικού της εταιρείας "Π. Α. Ε. Γ. Α. της Ε." (μετονομασθείσας ακολούθως σε "Εθνική Ακινήτων Α.Ε.") αποζημίωση των αποχωρούντων υπαλλήλων, ορθά υπέστη την προβλεπόμενη μείωση με βάση τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του Ν.4093/2012, εφόσον οι υπάλληλοι αποχώρησαν μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου (12-11-2012), όπως εν προκειμένω.
Η ως άνω μείωση ισχύει για κάθε αποζημίωση που ο εργοδότης οφείλει στον εργαζόμενο με βάση το Ν.2112/1920, αφού στη σχετική διάταξη του Ν. 4093/2012 δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση. Εφόσον δε, ο Οργανισμός Προσωπικού της αρχικής εργοδότριας, παρέπεμπε, σε σχέση με την αποζημίωση, στις διατάξεις του Ν.2112/2020, χωρίς να καθορίζει συγκεκριμένα ποσά αποζημιώσεως, ισχύει εν προκειμένω για τους αποχωρούντες η εκάστοτε οφειλόμενη αποζημίωση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού (2112/20) όπως αυτές σε κάθε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ισχύουν, χωρίς, επομένως, να τίθεται θέμα ευνοϊκότερων όρων με την προγενέστερη διάταξη.
Η γενόμενη, εξάλλου, επιφύλαξη στο εδ.3.1. της υποπαραγράφου ΙΑ του άνω νόμου "...εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου..." έχει την έννοια ότι, εφόσον σε σύμβαση των μερών προβλέπεται άλλου ύψους αποζημίωση (άσχετη δηλαδή με την καθοριζόμενη στο ν.2112/20), ή ένεκα εθίμου καταβάλλεται μεγαλύτερη αποζημίωση, τότε και μόνον οφείλεται τέτοια.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης, όπως συνομολογείται, η καταβληθείσα στους αναιρεσείοντες αποζημίωση του Ν.2112/1920, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τις διατάξεις του Ν.4093/2012, προσαυξήθηκε, κατ' εφαρμογή των συμβατικώς συνομολογηθέντων μεταξύ εργαζομένων και εργοδότριας, κατά 25%.
Τέλος, και με βάση το εδάφιο 4 της ως άνω υποπαραγράφου ΙΑ, που ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν.4093/2012, οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της ως άνω ΙΑ υποπαραγράφου προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια, προκύπτει ότι δεν υφίσταται πεδίο μη εφαρμογής της προβλεπόμενης μείωσης.
Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η εν λόγω παροχή, καίτοι αναφέρεται ως "αποζημίωση", αποτελεί στην πραγματικότητα εφάπαξ παροχή και όχι αποζημίωση λόγω αποχώρησης, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι πρόκειται περί αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας εκάστου των αναιρεσειόντων, η οποία σύμβαση μάλιστα, νοείται ως αορίστου χρόνου από της ισχύος της διάταξης του άρθρου 5 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 38) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, με την οποία ορίσθηκε ότι "1.
Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως ισχύει...." Μετά τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. 'Οσον αφορά στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία υπέβαλε η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, αυτή είναι απορριπτέα, καθ' όσον ο 'Αρειος Πάγος διατάσσει την επαναφορά, κατ' άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, μόνο εφόσον αναιρέσει την απόφαση, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, ενώ εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η τοιαύτη επαναφορά έχει διαταχθεί με διάταξή της, με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη δύναται να επιδιώξει την απόδοση των καταβληθέντων.
Τέλος, θα πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, οι οποία ηττώνται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 10902/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.