Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for insufficient appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a lower court judgment regarding the plaintiff's unjust enrichment claim. The court ruled that the defendant's absence from the hearing was procedurally valid because proper service of process had been completed, allowing the trial to proceed as if the defendant were present. Substantively, the court found the appeal arguments baseless, noting the lower court correctly applied the law and provided sufficient reasoning without logical gaps.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in an appeal hearing after valid service, the court proceeds as if all parties were present. Furthermore, an appeal is inadmissible if the challenged judgment is legally sound, fully reasoned, and the appeal grounds are baseless or vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνος", που εδρεύει στην Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνος", ως καθολικού διαδόχου του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαμπέτα Δρόσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12764/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3894/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/10/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 9337ΣΤ/22-12-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ.-Α., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-10-2021 αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία του η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
Υπόκειται προς κρίση η από 22-10-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3894/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 26-10-2020 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, και απορρίφθηκε η από 1-12-2020 έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 12764/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει για τους εκεί αναφερόμενους λόγους την από 23-6-2015 αγωγή του ενάγοντος με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 14916 ευρώ, και, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή, την οποίαν δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18108,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα, που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργολάβο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη στη σύμβαση μίσθωσης έργου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά, που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση έργου κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί, μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Με τον τρόπο αυτό, πληρούται ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 185/2020).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 9/2014).
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο Εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής, άλλως ο λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 438/2002).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.
δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τον πρώτο, τρίτο και έβδομο λόγο της αίτησης από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εντασσόμενους σ' αυτόν του αρ. 1, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια της παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι το Εφετείο, κατά τη νομική εκτίμηση του περιεχομένου της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργολάβος ζητούσε την απόδοση, ως πλουτισμού, της συμφωνηθείσης μεταξύ αυτής και της αναιρεσειούσης εργοδότιδος και μη καταβληθείσης από την τελευταία, αμοιβής της, μετά του αναλόγου ΦΠΑ, από την υπ' αυτής (αναιρεσίβλητης) εκτέλεση και παράδοση στην αντίδικό της του μεταξύ τους συμφωνηθέντος έργου, την οποία (επικουρική αυτή βάση) ασκούσε κατά δικονομική επικουρικότητα και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής αυτής από την σύμβαση έργου, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή και ειδικότερα, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την βάση της αυτή, παρά το ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν εξέθετε, όπως όφειλε, ότι ασκεί επικουρικώς την αγωγή αυτή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της σύμβασης έργου.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 20-3-2019 προτάσεων του αναιρεσείοντος εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσον και απ' αυτές (21-5-2021) ενώπιον του Εφετείου, διότι δεν έχει προταθεί στα ως άνω δικαστήρια με το ως άνω περιεχόμενο, αλλά προτάθηκε ως ισχυρισμός περί μη νομιμότητας της αξίωσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της ουσιαστικής του επικουρικότητας έναντι της επικαλούμενης κύριας βάσης της αγωγής τη σύμβαση έργου, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση του, διότι τα περιστατικά, που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην αγωγή.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "ο πρώτος εναγόμενος είναι Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), α' βαθμού (άρθ. Γ §2 Ν. 3463/2006), και προήλθε από την συνένωση την 01/01/11 του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας και του Δήμου Χαλκηδόνας, σύμφωνα με τα άρθ. 1 και 283 Ν. 3852/2010.
Στα πλαίσια διοίκησης και διαχείρισης των τοπικών υποθέσεων ανήκε, τόσο στους ως άνω δικαιοπαρόχους του πρώτου εναγομένου, όσο και στον νεοσυσταθέντα τελευταίο, η συντήρηση των κοιμητηρίων τους (νεκροταφείων - άρθ. 1 §1 Α.Ν. 582 της 28/28.9.1968 "Περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων", 75 Ν. 3463/2006, 122 ΠΔ 410/1995) και των ναών αυτών, διότι έχουν πληθυσμό άνω των 50.000 κατοίκων...
Έτσι, ενεργώντας εντός των αρμοδιοτήτων του, ο Δήμος Ν. Φιλαδέλφειας κατά το έτος 2004 ανέθεσε στον ενάγοντα, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, την εκτέλεση του έργου του ανθοστολισμού και διακόσμησης της Εκκλησίας του Δημοτικού το Κοιμητηρίου για τα έτη 2005 έως και 2009, αντί ποσού 39.800,00 € για το πρώτο έτος (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 03,00% ετησίως, υπό τους διαλαμβανόμενους στη σύμβαση όρους, σύμφωνους προς τη σχετική διακήρυξη.
Μετά τη λήξη της ως άνω συμβάσεως, καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω Δήμου νέα σύμβαση έργου, με ίδιο αντικείμενο, αλλά με απευθείας ανάθεση του έργου για το έτος 2010 (άρθ. 86 §2 εδ. α', 209 §2 και 273 Ν. 3463/2006). Παρά την εκτέλεση των έργων από τον ενάγοντα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο ως άνω Δήμος δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες αμοιβές, με αποτέλεσμα ο πρώτος να τις αναζητήσει δια της δικαστικής οδού.
Από την 01/01/11 ο πρώτος εναγόμενος υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχός του στα δικαιώματα του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας κατά τα ως άνω εκτιθέμενα. Παρά την υφιστάμενη τότε αντιδικία με τον ενάγοντα, ο πρώτος εναγόμενος δεν έπαυσε να διαχειρίζεται τον ανθοστολισμό και την διακόσμηση της ίδιας εκκλησίας του κοιμητηρίου κατά τον ίδιο τρόπο με τον προηγούμενο Δήμο και να αναθέτει στον ενάγοντα την εκτέλεση του ιδίου έργου και για τα δυο επόμενα έτη (2011 και 2012).
Έτσι ο ενάγων, παρά την ανυπαρξία έγγραφης συμβάσεως δρώντας κατά τους όρους της προηγούμενης από 30/12/09 συμβάσεως με τον Δήμο Ν. Φιλαδέλφειας για το έτος 2010, τοποθέτησε κατά τις υποδείξεις του Εφόρου του Δημοτικού Κοιμητηρίου του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας προς ανθοστολισμό και διακόσμηση στην ως άνω εκκλησία, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (01/01/11 έως 31/12/11), συνολικά 1.800 οριεντάλ λευκά τριαντάφυλλα, 8.500 λευκά τριαντάφυλλα, 1.750 ανθούρια, 1.750 λόγγι, 8.200 πρασινάδες εισαγωγής με ικανότατο αριθμό ανθέων το καθένα.
Στην συνέχεια εξέδωσε το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο για το παρασχεθέν έργο του έτους 2011 ποσού 13.200,00 €, πλέον ΦΠΑ 13,00%, ήτοι συνολικού ποσού 14.916,00 €, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος αρνείται να εξοφλήσει. Η ως άνω σύμβαση είναι άκυρη γιατί δεν καταρτίσθηκε εγγράφως και δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία του δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού ή της απευθείας αναθέσεως από τον Δήμαρχο του πρώτου εναγόμενου Δήμου....
Ο ως άνω εναγόμενος αρνούμενος την ιστορική βάση της αγωγής ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με τον ενάγοντα και του ανέθεσε το ίδιο έργο, όπως ο δικαιοπάροχός του, και το έτος 2011. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι κατά το έτος 2011 στο ως άνω Δημοτικό Κοιμητήριο πραγματοποιήθηκαν 1459 ταφές κι 382 μνημόσυνα...
Για την κάλυψη αυτών δι ανθοστολισμού και κατάλληλης διακόσμησης του ιερού ναού του Κοιμητηρίου δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε σε άλλον το έργο αυτό, ή έπαυσε αίφνης τον ανθοστολισμό και τη σχετική για το περιβάλλον διακόσμηση. Ούτε επίσης και κατήγγειλε τη σύμβαση έργου, αλλά αποδέχθηκε την εκτέλεση του έργου και παρέλαβε εν τοις πράγμασι αυτό, καθώς καθημερινώς είχε γνώση της εκτέλεσης του έργου δια των αρμοδίων του οργάνων (Προϊσταμένου του Δημοτικού Κοιμητηρίου Ν.
Φιλαδέλφειας, Εφόρου του ιδίου Κοιμητηρίου κλπ). Σχετικές εξώδικες οχλήσεις από τον εναγόμενο Δήμο για την μη ορθή εκτέλεση του έργου ή καταγγελίας, το οποίο σημειωτέον εκτελούνταν καθημερινά, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα. Εξάλλου οι μισθώσεις του κυλικείου και του ανθοπωλείου του ιδίου ως άνω Κοιμητηρίου από τον ενάγοντα, που είχαν λάβει χώρα από το έτος 2006, ήταν ακόμη ενεργείς, παρά τα προβλήματα λειτουργίας τους.
Ωστόσο ο ίδιος εναγόμενος πλούτισε αδικαιολογήτως κατά το ως άνω ποσό του τιμολογίου, το οποίο και θα κατέβαλε σε άλλον εάν είχε αναθέσει εγκύρως την εκτέλεση του ως άνω έργου, διότι α) ο ενάγων έχει προβεί σε πλήρη ανθοστολισμό της εκκλησίας του εναγομένου Δήμου κατά την διάρκεια του έτους 2011 κατά τους όρους, που εκείνος έθεσε, β) για το παρασχεθέν έργο προμηθεύθηκε τις πρώτες ύλες, που εκείνος (εναγόμενος) επιθυμούσε, για τις οποίες κατέβαλε αντίστοιχο τίμημα και γ) εάν δεν εκτελούσε ο ενάγων το ως άνω έργο, θα είχε αναγκασθεί να το αναθέσει σε άλλο τρίτο πρόσωπο να το εκτελέσει και αυτό θα είχε αμειφθεί με το ίδιο ποσό, το οποίο όμως ο εναγόμενος απέφυγε να καταβάλει.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.916,00 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με επιτόκιο 06,00% ετησίως (άρθ. 21 του δ/τος της 26.06/10.07.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθ. 109 § 2 ΕισΝΑΚ και άρθ. 276 Ν. 3463/2006).
Το ότι ο ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγόμενου, φέρεται ότι έχει οφειλές από μισθώματα του κυλικείου και του ανθοπωλείου προς αυτόν, τις οποίες δεν προτείνει προς συμψηφισμό (άρθ. 440 ΑΚ), ότι υπήρχε κώλυμα στην ανάθεση του έργου, διότι αυτός βρισκόταν σε δικαστική διένεξη με τον ως άνω εναγόμενο, καθώς και ότι ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν εγκρίνει τις σχετικές δαπάνες κατά την δική του αιτιολογία, δεν ασκεί επιρροή στην απαίτηση του ενάγοντος κατά του ως άνω εναγόμενου, καθώς, αυτή στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το έργο εκτελέσθηκε και ο εναγόμενος εξοικονόμησε σχετική δαπάνη κατά τα ως άνω....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και κατά το επόμενο έτος (2012) ανατέθηκε προφορικά στον ενάγοντα η εκτέλεση του ιδίου ως άνω έργου του ανθοστολισμού και της διακόσμησης του ιδίου ιερού ναού του Κοιμητηρίου του πρώτου εναγομένου. Την 24/05/12 και ενώ το έργο εκτελείτο κανονικά από τον ενάγοντα, η Οικονομική Επιτροπή του πρώτου εναγομένου Δήμου, με το υπ' αριθ. 6306/24-05-12 πρακτικό της υπ' αριθ. 11/2012 συνεδριάσεως ψήφισε πίστωση ποσού 20000,00 € σε βάρος του Κ.Α. 02.45.6692.001 του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2012 για το έργο "ανθοστολισμός Εκκλησίας Δημοτικού Νεκροταφείου".
Στη συνέχεια ο Διευθυντής των Οικονομικών υπηρεσιών του ως άνω Δήμου με εντολή της Δημάρχου του, προέβη σε δημόσια ανακοίνωση - πρόσκληση για το ως άνω έργο με τη συνοπτική διαδικασία της απευθείας ανάθεσης, καλώντας τους ενδιαφερομένους να καταθέσουν προσφορές μέχρι και την 07/06/12 κατά τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα σε αυτήν.
Ο ενάγων κατέθεσε την υπ' αριθ. πρωτ. 6714/05-06-12 προσφορά του σύμφωνα με την οποία κατά την εκτέλεση της συμβάσεως από 01/01/12 έως 31/12/12 θα τοποθετούσε για τον στολισμό και την διακόσμηση του ως άνω ιερού Ναού του εναγομένου, 1525 οριεντάλ λευκά τριαντάφυλλα, 8.000 λευκά τριαντάφυλλα, 1.525 ανθούρια ή ορχιδέες, 1.525 λόγγι, 8.000 πρασινάδες εισαγωγής με ικανότατο αριθμό ανθέων το καθένα, συνολικής αξίας μετά του αντιστοίχου ΦΠΑ (13,00%) 18108,25 € (σχ.
το από 05/06/12 τιμολόγιο προσφοράς του ιδίου). Η ανάθεση όμως του έργου στον ενάγοντα έναντι του ποσού της προσφοράς του (18108,25 €) έλαβε χώρα την 31/12/12 με την υπ' αριθ. πρωτ. 14981/31-12-12 απόφαση της Δημάρχου του πρώτου εναγομένου, δια της οποίας εγκρίθηκε η σύναψη της ετήσιας σύμβασης για την εκτέλεση του ως άνω έργου, των συμβατικών τευχών (περιγραφή, συγγραφές υποχρεώσεων και τεχνικές προδιαγραφές) και καταρτίσθηκε εγγράφως το από 31/12/12 σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενους τον ενάγοντα και την Δήμαρχο του πρώτου εναγόμενου, ως νόμιμης εκπροσώπου του.
Η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, διότι δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία ανάθεσης, και ενώ το έργο είχε ήδη εκτελεσθεί, χωρίς να παραμένει χρονικό περιθώριο παραπέρα εκτέλεσής του, αφού κατά την 31/12/12 που καταρτίσθηκε η σύμβαση το έργο είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί στον πρώτο εναγόμενο. Δεν παρήξε δε υποχρεώσεις και δικαιώματα στα συμβαλλόμενα μέρη.
Παρά την ακυρότητα της ως άνω συμβάσεως, ο ενάγων εκτέλεσε την ως άνω προσφορά του (μάλιστα είχε αρχίσει την εκπλήρωση της παροχής του από 01/01/12) και τοποθέτησε κατά τις υποδείξεις του Εφόρου του Δημοτικού Κοιμητηρίου του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας προς ανθοστολισμό και διακόσμηση στην ως άνω εκκλησία, καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως (01/01/12 έως 31/12/12), τα ως άνω αναφερόμενα σε αυτήν (προσφορά) άνθη.
Εξέδωσε δε για την ως άνω αιτία το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, συνολικού ποσού μετά του αντιστοίχου ΦΠΑ (13,00%) 18.108,25 €, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος αρνείται να εξοφλήσει. Έτσι ο ίδιος εναγόμενος πλούτισε αδικαιολογήτως κατά το ως άνω ποσό του τιμολογίου, για τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω και για την αντίστοιχη απαίτησή του έτους 2011.
Τα δε ως άνω αναφερόμενα για την απαίτηση του ενάγοντος για το έτος 2011 ισχύουν και για την απαίτησή του για το έτος 2012 και δεν επαναδιατυπώνονται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την από 1-12-2020 έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 12764/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει για τους εκεί αναφερόμενους λόγους την από 23-6-2015 αγωγή του ενάγοντος με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 14916 ευρώ, και, αφού δέχθηκε την από 30-10-2020 έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή, την οποίαν δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18108,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με επιτόκιο 0,6% ετησίως.
Με αυτά που έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι λόγω της ακυρότητας από τη μη τήρηση του έγγραφου τύπου των προαναφερθεισών συμβάσεων έργου μεταξύ των διαδίκων ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος του ενάγοντος δίχως νόμιμη αιτία κατά το επιδικασθέν ποσό καθότι ο πρώτος θα κατέβαλε τούτο εάν ανέθετε το προαναφερθέν έργο σε τρίτο πρόσωπο με έγκυρη σύμβαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το άλλο σκέλος του και δεύτερο λόγο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου του αναιρετηρίου, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.
Συνεπώς, αφού απορριφθεί 1) ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα : α) τις υπ' αριθμ. 113/1-10-2019 και 44/29-3-2013 πράξεις της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την οποίαν προκύπτει ότι η απαίτηση του αντιδίκου για τα έτη 2005-2009 και 2013 αντίστοιχα δεν είναι εκκαθαρισμένες και β) το υπ' αριθμ. 18250/21-1-2014 έγγραφο της Δνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του εναγόμενου από το οποίο προκύπτει ότι ο ενάγων οφείλει σ' αυτόν διάφορα ποσά από μισθώματα, τέλη χαρτοσήμου για τη χρονική περίοδο 2009 έως 2014 για το κυλικείο και το ανθοπωλείο του Νεκροταφείου Ν. Φιλαδέλφειας Κόκκινου Μήλου ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω έγγραφα δεν σχετίζονται με την απόδειξη κάποιου ισχυρισμού του εναγομένου και συνεπώς δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως απαιτεί το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, εν όψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση επιδικη είναι η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού του ενάγοντος, και 2) ο τέταρτος λόγος από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προδήλως αόριστος, εφόσον γίνεται μία απλή και μόνον αναφορά του περιεχομένου, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση. Τέλος, δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος λόγω της ερημοδικίας του (άρθρο 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3894/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ