Supreme Court dismisses appeal against property division judgment due to lack of evidence on inheritance and good faith acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance property division judgment. The appellant argued the lower court failed to verify inheritance declarations and good faith acquisition elements. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court's findings on these specific facts were not sufficiently substantiated by the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: An appeal is dismissed when the lower court's findings on inheritance and good faith acquisition lack evidentiary support, and the appellant fails to prove the absence of such support.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 369/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ., συζ. Π. Μ., το γένος Δ. και Ε. Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Γεώργιος Κούτσης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 24-2-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 112/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής: 1) Ε. θυγατέρα Χ. Ν., 2) Ε. θυγατέρα Χ. Ν., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3649/2014, 3269/2015, 1545/2016 μη οριστικές, 3905/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 685/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 25-2-2019 αντίγραφο της υπ' αριθμ. .../1/2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, στις 24-2-2019 απεβίωσε στο ..., η αναιρεσίβλητη Ε.
Μ. του Δ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της .../2-2-2015 δημόσιας διαθήκης της ανωτέρω, β) των υπ' αριθ. 2940/2019 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί της δημοσίευσης αυτής και αφετέρου από το υπ' αριθ. ....../2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου περί μη αποποίησης της κληρονομιάς από τις εγκατεστημένες με αυτήν κληρονόμους και την υπ' αριθμ. 76/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί χορηγήσεως κληρονομητηρίου, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τις ανηψιές της Ε.
Ν. του Χ. και Ε. Ν. του Χ.. Οι τελευταίες, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κούτση, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη από 17-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 685/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 3905/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της ήδη θανούσας αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, κατά την οποία (διάταξη) η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.
Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα ως οικοπέδου, αγρού κλπ, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής να είναι δυνατή η εκτέλεση.
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 781/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25-8-2010 αγωγής της ήδη θανούσας αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εξέθετε ότι κατέστη κυρία ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "'..." στην χερσόνησο ... ή ... της περιφέρειας ..., εκτάσεως 344,20 τ.μ κατά τον τίτλο και 353 τ.μ κατά την μέτρηση του κτηματολογίου, όπου έχει ΚΑΕΚ .../0/0 και εμφαίνεται στον αριθμό δώδεκα (12) του Π οικοδομικού τετραγώνου στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ.
Ο., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο με αριθμό .../1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Παπαδόπουλου , σύμφωνα με το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά μήκους είκοσι (20,00) μ. με το υπ' αριθμ. δέκα (10) αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος, με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ..., νότια με πλευρά μήκους είκοσι μέτρων και ενενήντα έξι εκατοστών (20,96) με ιδιωτική οδό με αριθμό ΚΑΕΚ ...
και δυτικά με πλευρά μήκους είκοσι μέτρων και ογδόντα εκατοστών (20,80) με το υπ' αριθμ. έντεκα (11) αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με αριθμ. ΚΑΕΚ ...2. Ότι κυρία αυτού κατέστη με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από την Ε. Κ., το γένος Γ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1970 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ.
Παπαδόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα, επικουρικά δε με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή και οι οποίοι ασκούσαν στο επίδικο τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το έτος 1850, έχοντας συμπληρώσει τριακονταετία έως τις 11-9-1915.
Ειδικότερα, εξέθετε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής, Α. ή Α. Σ. και ο αδελφός του Ι. Σ. νέμονταν, με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, τουλάχιστον από το έτος 1850, χρησιμοποιώντας το για καλλιέργεια αμπέλων και βοσκή ζώων, ενώ, στη συνέχεια, η πιο πάνω έκταση περιήλθε στον Π.
Σ. του Α. ή Α., κατά μεν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Α. ή Α. Σ., που απεβίωσε το έτος 1899 και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους Γ. και Δ. Σ., που είχαν καταστεί κύριοι και νομείς της έκτασης αυτής από κληρονομία του πατέρα τους, Ι. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17-3- 1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας, Στέφανου Παπασημακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι ο ως άνω Π. Σ., όσο ζούσε, νεμόταν το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όπως και οι δικαιοπάροχοι του, ενώ το έτος 1925 πώλησε τμήμα δεκαέξι (16) στρεμμάτων της όλης έκτασης στον Α. Π. Θ. και διατήρησε στην κατοχή του την υπόλοιπη έκταση, επιφανείας 95.987 τ.μ., μετά δε τον επισυμβάντα την 22-5-... θάνατο του κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Π.
κατά ποσοστό 450/1800 εξ αδιαιρέτου και τα αναλυτικά αναφερόμενα δέκα τέκνα του, κατά ποσοστό 135/1800 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτά, ενώ το έτος 1937 απεβίωσε και η σύζυγος του, χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα πιο πάνω τέκνα της κατ' ισομοιρία (45/1800 εξ αδιαιρέτου). Περαιτέρω, εξιστορούσε ότι μετά από το θάνατο κάποιων από τους κληρονόμους του Π.
Σ. αλλά και κληρονόμων των τελευταίων, το ένδικο ακίνητο περιήλθε στους ειδικότερα αναφερόμενους είκοσι πέντε (25) συγκληρονόμους, οι οποίοι εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν και να νέμονται την όλη έκταση με καλή πίστη, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους, έως το έτος 1961, οπότε η ως άνω μεγαλύτερη έκταση των 95.987 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο και συνόρευε ανατολικά με κτήμα κληρονόμων Π., δυτικά με κληρονόμους Μ., Κ.
και αγνώστους, βόρεια με θάλασσα κόλπο ... και αγνώστους και νότια με θάλασσα ... πωλήθηκε από τους τελευταίους στην Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ., με βάση το υπ' αριθμ. .../1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία προέβη σε νόμιμη κατάτμηση της πιο πάνω έκτασης, σε αγροτεμάχια, από τα οποία πώλησε το επίδικο στην αναιρεσίβλητη.
Τέλος εξιστορούσε ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το ανωτέρω ακίνητο καταχωρίστηκε ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητάς της επ' αυτού. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ως άνω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας.
Η αγωγή αυτή, ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, αφού περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, τόσο η αμφισβητούμενη έκταση, η οποία προέρχεται από κατάτμηση της μείζονος έκτασης και δεν αποτελεί πλέον τμήμα αυτής (για την οποία (αμφισβητούμενη) αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις), όσο και η μεγαλύτερη έκταση της οποίας αποτελούσε τμήμα, χωρίς να απαιτούνται άλλα επιπλέον στοιχεία, δηλαδή ο προσανατολισμός και η θέση αυτού (ενδίκου ακινήτου) μέσα στα μεγαλύτερα ακίνητα των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος που να απεικονίζει τη θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου εντός της ευρύτερης έκτασης, καθώς και τα όρια της τελευταίας σε σχέση με άλλα όμορα σε αυτή^ αγροτεμάχια και δη με το σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων ΕΓΣΑ….
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν εχώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.
Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση ή αν δεν υπάρχει καλή πίστη του νομέα ή αν δεν έχει μεταγραφεί ο μεταβιβαστικός τίτλος.
Αρκεί η διαδοχή να στηρίζεται στη βούληση του δικαιοπαρόχου του νομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η σύμβαση είναι άκυρη για κάποιον λόγο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει, αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειτο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χάνονταν με το θάνατο του κληρονόμου.
Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισέλευσης στην κληρονομία απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 69/2018, ΑΠ 289/2016).
Περαιτέρω, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ [ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5-8), ν.27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού.
Τη συνδρομή της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (ΑΠ 1018/2018, ΑΠ 1182/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Δυνάμει του .../1970 συμβολαίου του συμ/φου Πειραιώς Σ. Παπαδόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου (τόμος ... και αριθμός…των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας), η ενάγουσα αγόρασε από την Ε.
συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ., ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οριοθετημένου οικισμού στη θέση ... ... ή ..., της κτηματικής περιφέρειας ..., εκτάσεως 344,20 τμ, κατά τον τίτλο κτήσεως και 353 τμ κατά τη μέτρηση του κτηματολογίου, όπου φέρει αριθμό ΚΑΕΚ .../0/0 και το οποίο φαίνεται στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ.
Ο. ότι βρίσκεται στο Π οικοδομικό τετράγωνο, φέρει (ως αγροτεμάχιο) τον αριθμό 12 και συνορεύει βόρεια με το υπ' αρ. 10 αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ..., νότια με ιδιωτική οδό με ΚΑΕΚ ... και δυτικά με το υπ' αρ. 11 αγροτεμάχιο του αυτού τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με ΚΑΕΚ ...2.
Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας σε μεγαλύτερη έκταση 95.987 τμ, από αγορά, δυνάμει του .../1961 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου (τόμος … και αριθμός ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας) του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσσου. Εκείνη, ακολούθως, προέβη σε κατάτμηση της έκτασης και πώληση αγροτεμαχίων, ένα εκ των οποίων είναι και το επίδικο.
Τόσο η ενάγουσα όσο και η δικαιοπάροχος της από τότε που απέκτησαν το ως άνω ακίνητο υπεισήλθαν στη νομή του, ασκώντας πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση του, όπως επίβλεψη, προστασία από τρίτους, καλλιέργεια κηπευτικών και οπωροφόρων δέντρων, καθαρισμό, η δε ενάγουσα οικοδόμησε και κατοικία με πλήρη σύνδεση με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας.
Οι δικαιοπάροχοι της Ε. Κ. είναι 25 άτομα (αναφέρονται κατωτέρω), τέκνα και διάδοχοι λόγω κληρονομικής διαδοχής τους, του αρχικού, απώτερου δικαιοπαρόχου τους Π. Σ. του Α. ή Α., που πέθανε το έτος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. και τα δέκα τέκνα του Α., Δ., Ν., Σ., Λ., Α., Φ., Π., Ε., Π.
και Α. Σ., οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά, ασκώντας τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.
Να σημειωθεί, ότι στην κυριότητα του Π. Σ. ανήκε μεγαλύτερη έκταση, 111.987 τμ, από την οποία αυτός μεταβίβασε τμήμα 16.000 τμ λόγω πώλησης στον Α. Θ., το έτος 1925, οπότε απέμεινε το ακίνητο των 95.987 τμ, το οποίο οι διάδοχοι του πώλησαν κατά τα προαναφερθέντα, το έτος 1961, στην Ε. Κ.. Ο Π. Σ. του Α. ή Α. είχε αποκτήσει το μείζον παραπάνω ακίνητο (των 111.987 τμ) κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1899 πατρός του Α.
και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους κληρονόμους του Ι. Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του .../1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος Στεφάνου Παπασημακόπουλου (τόμος 41 και αριθμός 59 του βιβλίου μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας), και, όσο ζούσε και μέχρι τον κατά το έτος ...
θάνατο του, το νεμόταν, το ήμισυ εξ αδιαιρέτου από το χρόνο που υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομιά του πατρός του και το υπόλοιπο ήμισυ εξ αδιαιρέτου από το χρόνο αγοράς, με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το πεδινό τμήμα του και ασκώντας κτηνοτροφία στο υπόλοιπο. Το έτος 1937 απεβίωσε και η σύζυγος του Π. Σ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερθέντα δέκα τέκνα της, που αναμίχθηκαν στην κληρονομιά ασκώντας τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του (καλλιέργεια επίβλεψη, καθαρισμό), με καλή πίστη και με την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.
Το έτος 1951 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Σ. Σ. και κληρονομήθηκε εξ-αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ζ. και τα πέντε τέκνα του Π., Π., Φ., Α., και Ν., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (.../61 δήλωση αποδοχής του συμ/φου Αθηνών Γ. Μανωλέσσου). Το έτος 1952, απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Α. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Λ.
και τα έξι τέκνα του Π., Π., Μ., Α., Κ., και Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1954 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του Λ. και τα ανωτέρω πέντε αδέλφια του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (.../61 δήλωση αποδοχής, για τις ανωτέρω κληρονομιές κατά το ποσοστό εκάστου, του ίδιου συμ/φου). Το έτος 1958, απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Λ.
Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. και τα επτά εν Ζ. αδέλφια Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Α., τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ., και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά. Το έτος 1960, απεβίωσε η εκ των συγκυρίων Α. Π. Σ., συζ. Ν. Γ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Ν.
Γ. και τα πέντε τέκνα Ι., Μ., Π., Γ., και Μ. Γ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (.../61 δήλωση αποδοχής του ίδιου συμ/φου). Όλοι οι ανωτέρω, κληρονομούμενοι και κληρονόμοι ασκούσαν από τους ανωτέρω χρόνους που έκαστος απέκτησε το ακίνητο πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου αλλά και του επιδίκου ειδικά, όπως επίβλεψη και καλλιέργεια, μέχρι που δυνάμει του προαναφερθέντος .../1961 συμβολαίου, πώλησαν και μεταβίβασαν στην Ε.
Κ. το ανωτέρω ακίνητο (95.987 τμ), μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Περαιτέρω αποδείχθηκέ ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του προαναφερθέντος μεγαλύτερου ακινήτου των 111.987 τμ, είχε περιέλθει στους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, ήτοι Α. ή Α Σ. και Ι. Σ., οι οποίοι το καλλιεργούσαν, ως προς ορισμένα τμήματα του και το χρησιμοποιούσαν και ως βοσκότοπο, πριν από το 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Επιτροπής επί των διαφιλονικουμένων δασών στη Σαλαμίνα.
Η Επιτροπή αυτή, με την 305/24-1-1845 απόφασή της, αναγνώρισε τα δάση ως ιδιωτικά, εκτός από εκείνα που ανήκαν στην ήδη κατά το χρόνο εκείνο διαλυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου καθώς και εκείνων που είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων και στα οποία δεν ανήκε το ανωτέρω ακίνητο των 111.987 τμ. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός, ότι το έτος 1963, δημιουργήθηκε αμφισβήτηση για το δικαίωμα της απώτερης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ε.
Κ., για το ακίνητο των 95.987 τμ, από την Κοινότητα ... η οποία άσκησε την από 5.8.1963 αγωγή εναντίον της, ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία ενός τμήματος 15 στρεμμάτων και 600 μέτρων και να της αποδοθεί αυτό. Ωστόσο, η αγωγή αυτή ουδέποτε συζητήθηκε. Ακολούθως, η Κοινότητα ... άσκησε κατά της Ε. Κ. την από 30.12.1964 αγωγή της, ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία εκτάσεως 90 στρεμμάτων, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη την είχε παρανόμως ιδιοποιηθεί.
Τελικώς, η δίκη καταργήθηκε με συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος εγκρίθηκε με την 31/1969 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου και την 17802/1969 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, η δε Ε. Κ. κατέβαλε στην Κοινότητα το ποσό των 200.000 δρχ. Επομένως, ήδη από το έτος 1845, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν στην νομή του ακινήτου των 111.987 τμ και ακολούθως των 95.987 τμ, μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο, χωρίς ποτέ να την απωλέσουν.
Κατά δε την κρίσιμη ημερομηνία 11.9.1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος Π. Σ. του Α. ή Α. είχε ήδη καταστεί κύριος του ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφού κατά την ανωτέρω ημερομηνία είχε συμπληρώσει με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχτηκε στη νομή, 30ετή καλόπιστη νομή σε αυτό, χωρίς αυτό το πραγματικό γεγονός (της άσκησης νομής) να αναιρείται από τη μεταγενέστερη καταχώριση του επιδίκου ως τμήμα δημόσιου κτήματος (ΑΒΚ 61 το έτος 1939) κι ως δάσος (ΔΔ 6960 2011).
Ενισχυτικό δε της κρίσης του Δικαστηρίου, ότι το επίδικο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα αποτελεί το γεγονός ότι το έτος 1969, και δυνάμει της Ε 13862/5745/2-8-1969 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, κηρύχθηκε απαλλοτρίωση μεταξύ άλλων και σε έκταση 15 στρεμμάτων από το ακίνητο της Ε. Κ., γεγονός που δεν θα συνέβαινε, εάν το ακίνητο ανήκε στο δημόσιο.
Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό ότι δήθεν η απαλλοτρίωση αφορούσε διαφορετική έκταση, αντικρούεται από την από 24.6.1975 Πράξη Ανακλήσεως Απαλλοτριώσεως, στην οποία αναφέρονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Ε. Κ., απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας.
Συνεπώς, εφόσον οι απώτεροι καθώς και η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας, είχαν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου των 95.987 τμ στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, και αυτή κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου του χρόνου αδιατάρακτης και αδιάλειπτης νομής όλων των δικαιοπαρόχων του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών πριν την 11.9.1915, αφού μέχρι την ημερομηνία εκείνη είχε ήδη αποκτήσει κυριότητα σε βάρος του δημοσίου ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π.
Σ. του Α. ή Α.. Ωστόσο, επειδή κατά την τηρούμενη διαδικασία κτηματογράφησης του επίδικου ακίνητου καταχωρήθηκε ως ανήκον στο εναγόμενο και ειδικότερα ως τμήμα δημοσίου κτήματος (ΑΒΚ 61), καταχωρήθηκε ανακριβώς και πρέπει, αφού αναγνωρισθεί η ενάγουσα ως κυρία του επίδικου ακινήτου, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής και να αναγραφεί αυτή ως κυρία αυτού, με έκτακτη χρησικτησία".
Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού", όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αρχικώς ενάγουσα, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόδειξης ότι το παραπάνω ακίνητο αποτελούσε δημόσιο κτήμα.
Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου 111.987 τ.μ, είχε περιέλθει στους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης Α. ή Α, Σ. και Ι. Σ., οι οποίοι το καλλιεργούσαν ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, πριν από το 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της επιτροπής επί των διαφιλονικουμένων δασών στη Σαλαμίνα, στη συνέχεια δε το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, Π.
Σ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1899 πατέρα του, Α. και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τους κληρονόμους του Ι. Σ., δυνάμει του .../1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στέφανου Παπασημακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο οποίος, όσο ζούσε, και μέχρι τον κατά το έτος ...
επισυμβάντα θάνατο του, το νεμόταν με διάνοια κυρίου από το χρόνο που υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομία του πατέρα του και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον χρόνο αγοράς, καλλιεργώντας το πεδινό τμήμα του και ασκώντας κτηνοτροφία στο υπόλοιπο, έχοντας καταστεί κύριος αυτού, με πρωτότυπο τρόπο κατά την 11-9-1915, αφού κατά την παραπάνω ημερομηνία είχε συμπληρώσει, με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, 30ετή καλόπιστη νομή σε αυτό.
Εκτίθεται επίσης ότι μετά το θάνατό του κατά το παραπάνω έτος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. και τα αναφερόμενα δέκα τέκνα του, οι οποίοι αναμείχθηκαν στην κληρονομία του, ασκώντας τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου και ότι το έτος 1937 απεβίωσε η σύζυγος του Π.
Σ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερθέντα δέκα τέκνα της, που αναμείχθηκαν στην κληρονομία, ασκώντας τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του (καλλιέργεια, επίβλεψη, καθαρισμό), με καλή πίστη και την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου.
Τέλος δε ότι το έτος 1951 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Σ. Σ.ς και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του και τα αναφερόμενα πέντε τέκνα του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά (.../61 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μανωλέσσου), ενώ το έτος 1952 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Α. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα αναφερόμενα έξι τέκνα του, εκ των οποίων ο Π.ς απεβίωσε το έτος 1954 και κληρονομήθηκε από τη μητέρα του και τα πέντε αδέλφια του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία (.../61 δήλωση αποδοχής, για τις ανωτέρω κληρονομίες κατά το ποσοστό εκάστου, του ίδιου συμβολαιογράφου) και το έτος 1958 απεβίωσε ο εκ των συγκυρίων Λ.
Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του και τα αναφερόμενα επτά αδέλφια του, τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ. και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά και ότι το έτος 1960 απεβίωσε η εκ των συγκυρίων Α. Σ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγο της και τα αναφερόμενα πέντε τέκνα της, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία (.../61 δήλωση αποδοχής, του ίδιου συμβολαιογράφου) και ότι όλοι οι ανωτέρω, κληρονομούμενοι και κληρονόμοι ασκούσαν από τους ανωτέρω χρόνους που έκαστος απέκτησε το ακίνητο, πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου αλλά και του επιδίκου ειδικά, όπως επίβλεψη και καλλιέργεια, μέχρι που δυνάμει του .../1961 συμβολαίου οι ειδικότερα αναφερόμενοι είκοσι πέντε κληρονόμοι πώλησαν στην Ε.
Κ., άμεση δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, το ακίνητο των 95,987 τ.μ, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο που μεταβιβάστηκε από την τελευταία στην ενάγουσα. Για τη νομική πληρότητα δε της αιτολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και ο τρόπος της κληρονομικής διαδοχής του θανόντος το έτος 1899 Α. ή Α. Σ.
από τον υιό του Π. Σ. (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), αφού αρκεί η παραδοχή της απόφασης ότι ο ως άνω κληρονόμος υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομιά του πατέρα του, ασκώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής, από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή του να αποκτήσει αυτήν, ενώ όσον αφορά τα δέκα τέκνα του Π. Σ., δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, οπότε απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούληση τους, ενώ επαρκώς προσδιορίζονται οι πράξεις νομής που ασκούσαν τα ως τέκνα του προαναφερομένου κληρονομούμενου στο μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης) από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή τους ως κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά στην οποία και αναμείχθηκαν.
Περαιτέρω, όσον αφορά την Π. Σ.υ, που απεβίωσε το έτος 1937 και κληρονομήθηκε από τα ως άνω δέκα τέκνα της, επίσης δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, κατά τα αναφερθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη, μόνο τα ανήλικα τέκνα που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του κληρονομούμενου, κατά τον χρόνο του θανάτου του αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του, ενώ τα τέκνα της, ως εξωτικοί κληρονόμοι, αναμίχθησαν στην κληρονομία της ασκώντας τις προπεριγραφείσες πράξεις νομής.
Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ότι στην επαχθείσα κληρονομιά του εκάστοτε κληρονομουμένου, όσο και των κληρονόμων των μετέπειτα αποβιωσάντων (κληρονομουμένων), περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αφού σε όλες τις περιπτώσεις διαδοχής αυτή ήταν εξ αδιαθέτου και περιελάμβανε το σύνολο της κληρονομιάς του κληρονομούμενου, αλλά ούτε και του ποσοστού του κληρονομικού μεριδίου εκάστου των κληρονόμων, αφού αυτό, για τον πριν από την ισχύ του ΑΚ χρόνο, καθοριζόταν από το νόμο 2310/1920 (άρθρα 1 επ.), μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, καθορίζεται από τα άρθρα 1813 επ.
αυτού, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η αναφορά του ποσοστού εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο έκαστος εκ των κληρονόμων κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου, αλλά ούτε και το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο συννομής αυτών επί του μεγαλυτέρου ακινήτου και επί του επιδίκου, αφού τις επαρκώς προσδιοριζόμενες πράξεις νομής ο κάθε κληρονόμος τις ασκούσε και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων (ΑΠ 2192/2013).
Εξάλλου, σχετικά με την επαγωγή της κληρονομιάς των αποβιωσάντων κατά τα έτη 1951, 1952, 1954, 1958 και 1960, Σ. Σ., Α. Σ., Π. Σ., ... Σ. και Α. Σ., στους κληρονόμους αυτών, κατά τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η αποδοχή της κληρονομίας τους από τους κληρονόμους τους και η μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου, αφού η νομή των ακινήτων που αυτοί είχαν, μεταβιβάστηκε στους κληρονόμους τους αυτοδικαίως από το νόμο, ενώ, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται και τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής των κληρονόμων τους, ούτε και τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου κατά τα οποία καθένας από τους κληρονόμους απέκτησε την έκταση των 95.987 τ.μ., από την οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο.
Περαιτέρω, όσον αφορά τους απώτατους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι καλλιεργούσαν το μεγαλύτερο ακίνητο των 111.987 τ.μ, ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν και ως βοσκότοπο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής εντός του επιδίκου ακινήτου των 353 τ.μ, το οποίο αποτελούσε τμήμα της εκτάσεως των 111.987 τ.μ, ούτε αν στα τμήματα που καλλιεργήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 353 τ.μ, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα.
Τέλος, όσον αφορά την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπο των νεμηθέντων το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη^ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικώς, με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά^ η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αρκούσης της μνείας αυτής ως έννοιας κοινώς γνωστής.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου τόσο από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, όσο και από την τελευταία, με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα διότι αυτή δεν μνημονεύει τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς των αποβιωσάντων- κληρονομουμένων, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) στους εκάστοτε κληρονόμους δικαιοπαρόχους τους και συγκεκριμένα διότι:
α) δεν εξειδικεύεται για την επέλευση των εννόμων συνεπειών του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι του β.ρ.δ., ο τρόπος της κληρονομικής διαδοχής του θανόντος το έτος 1899 Α. ή Α. Σ., από τον υιό του, Π. Σ. , ήτοι εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, β) δεν αναφέρεται εάν τα δέκα τέκνα του αποβιώσαντος κατά το έτος ..., Π. Σ., ήταν ανήλικα κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, ώστε να αποκτήσουν αυτοδικαίως την κληρονομία αυτού, χωρίς τη γνώση ή τη βούλησή τους ή αν η ανάμειξή τους στην κληρονομιά ως ενηλίκων τέκνων έγινε με πρόθεση κληρονόμου, ήτοι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συγκεκριμένες υλικές πράξεις από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση των προαναφερθέντων κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, γ) δεν αναφέρεται σχετικά με την κληρονομική διαδοχή της θανούσας το έτος 1937, Π.ς χήρας Π.
Σ., εάν τα προαναφερθέντα δέκα τέκνα της ήταν ανήλικα και αν ως εξωτικοί κληρονόμοι προέβησαν στην απαιτούμενη δήλωση βουλήσεως περί αποδοχής της κληρονομιάς της θανούσας μητέρας τους δια των νομίμων εκπροσώπων τους, δ) δεν αναφέρεται εάν στην επαχθείσα κληρονομία του εκάστοτε κληρονομούμενου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, όπως επίσης και το ποσοστό του κληρονομικού μεριδίου εκάστου των κληρονόμων, καθώς και το ποσοστό εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο έκαστος εκ των κληρονόμων κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου, προκειμένου στη συνέχεια να προσδιοριστεί και το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο σύννομής αυτών επί του επιδίκου, ε) σχετικά με την επαγωγή της κληρονομιάς των αποβιωσάντων κατά τα έτη 1951, 1952, 1954, 1958 και 1960, Σ.
Σ., Α. Σ., Π. Σ., ... Σ. και Α. Σ., στους κληρονόμους αυτών, δεδομένου ότι ο θάνατος τους επήλθε μετά την εισαγωγή του ΑΚ, δεν αναφέρεται εάν οι υπ' αριθμ. .../1961, .../1961 και .../1961 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μανωλέσσου, είχαν μεταγραφεί νόμιμα, ούτε τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής των κληρονόμων τους, καθώς και τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου κατά τα οποία καθένας από τους κληρονόμους τους απέκτησε την έκταση των 95.987 τ.μ, από την οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο, ενώ, αναφορικά με την κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1958, ...
Σ., αναφέρεται μόνο ότι αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και ότι οι κληρονόμοι του αποδέχθηκαν την κληρονομιά, χωρίς να μνημονεύεται αν αυτοί αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο, καθώς και μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής ή την έκδοση κληρονομητηρίου και την μεταγραφή αυτού, στ) σχετικά με τη θεμελίωση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το β.ρ.δ, από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, Α.
ή Α. Σ. και Ι. Σ., για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι καλλιεργούσαν το μεγαλύτερο ακίνητο των 111.987 τ.μ, ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο πριν από το 1845, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής εντός του επιδίκου ακινήτου των 353 τ.μ, το οποίο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, αποτελούσε τμήμα της αχανούς εκτάσεως 111.987 τ.μ, ενώ δεν εξειδικεύεται αν στα τμήματα που καλλιεργήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 353 τ.μ, ζ) δεν αναφέρονται τα ιδανικά μερίδια συννομής επί της έκτασης των 95.987 τ.μ, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, τόσο των κληρονόμων του Π.
Σ., όσο και των κληρονόμων των μετέπειτα αποβιωσάντων (κληρονομουμένων), ούτε ότι νέμονταν κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής που απέκτησαν την ως άνω έκταση και η) δεν αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων τη νομική έννοια της καλής πίστης, στοιχείων.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 685/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των συνεχιζόντων τη δίκη αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ