Legislator Case Law & Legislation
369/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding civil court's power to review administrative acts under the presumption of legality.

Case Number 369/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Church of Greece and individuals against a First Instance Court decision. The appellants argued that the lower court exceeded its jurisdiction by reviewing administrative acts that were presumed legal due to the plaintiff's withdrawal of a cancellation request. The court held that the civil court's power to conduct a parallel review of administrative acts is not restricted by the presumption of legality or the withdrawal of the administrative remedy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 and 303 of the Code of Civil Procedure; The civil court's authority to conduct a parallel review of administrative acts is not limited by the presumption of legality arising from the withdrawal of an administrative appeal.

Keywords

AI generated
parallel review presumption of legality administrative acts civil jurisdiction withdrawal of appeal Supreme Court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Code of Civil Procedure
Article 303 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 13 paragraphs 1, 2 and 5 of Regulation 8/1979
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 369 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. - Ν. Π. , κατοίκου … και 3) Α. (Ρ.) Θ. , κατοίκου … .

Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσέλη, η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρατσία, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "Αμαλίειο Οικοτροφείο Θηλέων", που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαζαράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3098/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4191/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 09-01-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παρασταθεισών αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από την με αριθμό ... /13-3-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Κανέλλας Παρασκευοπούλου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 09-01-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 28-09-2020, επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής. Αφού δε η δεύτερη των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ. εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε έννομη σχέση (ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ο τελευταίος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξιλόγου με βάση οποιασδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση και ότι η διαχείριση αυτή, συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 437/2012, ΑΠ 1122/2006, ΑΠ 1536/2007).

Εξάλλου,στο άρθρο 1 ν. 590/1977 (φ. 146 Τ. Α’) «Περί του Κατάστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» ορίζεται:

«1. […].

4. Κατά τα νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Το Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Βουλιαγμένης, ως και τα λοιπά Εκκλησιαστικά Καθιδρύματα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των Μητροπόλεων, τα λειτουργούντα μέχρι της ισχύος του παρόντος και κεκτημένα νομικήν προσωπικότητα, είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, λειτουργούν δε επί τη βάσει των υφισταμένων μέχρι σήμερον οργανισμών αυτών, οίτινες δύνανται να συμπληρούνται και να τροποποιώνται εφ’ εξής διά κανονιστικών αποφάσεων, εκδιδομένων υπό του οικείου Αρχιερέως, δι’ ων θα ρυθμίζονται τα της διοικήσεως, διαχειρίσεως, ελέγχου και εν γένει λειτουργίας αυτών, ως και τα της υπηρεσιακής εν γένει καταστάσεως του προσωπικού αυτών.»•

Εις δε το άρθρον 36 του ιδίου νομοθετήματος προβλέπεται:

«1. Η Ενορία μετά του ενοριακού ναού ως βασική μονάς οργανώσεως του εκκλησιαστικού βίου λογίζεται κατά τα εις το άρθρον 1 παρ. 4 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα ως Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου.

2. Η ενορία ιδρύεται διά Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, τη αιτήσει του ημίσεος τουλάχιστον του κατά τας κειμένας διατάξεις προβλεπομένου δι’ ίδρυσιν ενορίας αριθμού οικογενειών, μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου και γνωμοδότησιν του Οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου, παρεχομένην εντός μηνός από της διαβιβάσεως της σχετικής αιτήσεως, μη κωλυομένης της εκδόσεως του διατάγματος εκ της απράκτου παρόδου της προθεσμίας ταύτης.

3. Τα όρια εκάστης ενορίας καθορίζονται υπό του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

4. Κέντρον της εν γένει εκκλησιαστικής ζωής της ενορίας είναι ο ενοριακός ναός καθοριζόμενος δι` αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου.

5. [...]

6. Τα της ιδρύσεως, των πόρων, της διοικήσεως, της διαχειρίσεως και της εν γένει λειτουργίας των ιερών ναών (ενοριακών και μη), τα της εκτελέσεως εκκλησιαστικών έργων, τα της ανεγέρσεως ιερών ναών και των κτισμάτων αυτών, ως και τα της συστάσεως, συγκροτήσεως, αρμοδιοτήτων και εν γένει λειτουργίας των ερανικών επιτροπών καθορισθήσονται διά κανονιστικών αποφάσεων της Δ.Ι.Σ., εγκρινομένων υπό της Ι.Σ.Ι. και δημοσιευμένων διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, καθ` ό μέρος δεν ρυθμίζονται διά του παρόντος. Δι` ομοίων αποφάσεων καθορισθήσονται και τα της λειτουργίας εν γένει των ενοριών».

Περαιτέρω εις το άρθρον 29 του ν. 590/77 προβλέπονται περί των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων των Αρχιερέων τα ακόλουθα:

«1. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών υπό την ιδιότητα του ποιμαίνοντος την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών, ως και έκαστος εν ενεργεία Μητροπολίτης, ως Εκκλησιαστική Αρχή της κληρωθείσης αυτώ Μητροπόλεως, ασκούν εντός της περιφερείας της Μητροπόλεώς των, την υπό των Ιερών Κανόνων, των εκκλησιαστικών διατάξεων και των νόμων εν γένει της Πολιτείας προβλεπομένην εξουσίαν.

2. Τα της οργανώσεως, της διοικήσεως και της εν γένει λειτουργίας των Μητροπόλεων ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. δημοσιευμένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Αποφάσεις ρυθμίζουσαι ειδικώς θέματα επί μέρους Μητροπόλεων εκδίδονται κατά τα ανωτέρω, τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως».

Κατ’ επίκλησιν των εξουσιοδοτικών διατάξεων των ως άνω άρθρ. 1 παρ. 4 και 36 ν. 590/77 , ως και των άρθρων 37 παρ. 8 και 51 παρ. 2 δ’ του ιδίου νομοθετήματος εξεδόθη ο Κανονισμός 8/1979 (φ. 1/1980) «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών», εις το άρθρον 1 του οποίου ορίζεται:

«Ιεροί Ναοί. Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις:

α) Ενοριακούς, εις ούς υπάγονται τα Παρεκκλήσια και Εξωκλήσια τούτων.

β) Προσκυνηματικούς ή επικουρούντας κοινωφελείς σκοπούς και Ιδρύματα της Εκκλησίας.

γ) Ιδιοκτήτους, και

δ) Ναούς Κοιμητηρίων».

Περαιτέρω, εις το άρθρον 13 του ιδίου Κανονισμού προβλέπονται τα εξής: Ιδιόκτητοι και Προσκυνηματικοί Ι. Ναοί.

1. Ιδιόκτητοι Ι. Ναοί ανεγείρονται κατόπιν αδείας του οικείου Μητροπολίτου επί τη βάσει αρχιτεκτονικών σχεδίων κατά τα περί ανεγέρσεως Ενοριακών Ναών ισχύοντα και λειτουργούσιν επίσης κατόπιν ομοίας αδείας.

2. Οι ιδιόκτητοι Ναοί παραμένουν εις την ιδιοκτησίαν και διαχείρισιν του ιδιοκτήτου, εφ` όσον προορίζονται υπ` αυτού προς εξυπηρέτησιν των θρησκευτικών αναγκών αυτού μόνου και της οικογενείας του. Κλείονται εντολή του οικείου Μητροπολίτου δια της Αστυνομικής Αρχής ή απαλλοτριούνται υπέρ του πλησιεστέρου Ενοριακού ή Προσκυνηματικού Ι. Ναού αναγκαστικώς κατά τας εκάστοτε ισχυούσας περί απαλλοτριώσεως διατάξεις: α) αν ανηγέρθησαν ή λειτουργούν άνευ αιτήσεως και χορηγήσεως της σχετικής αδείας υπό του Μητροπολίτου κατά τα υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, β) εάν τεθώσιν εις δημοσίαν λατρείαν και γ) εάν παύσωσι εξυπηρετούντες τον προορισμόν των,

3. (α) Δεν θεωρείται απόδοσις εις δημοσίαν λατρείαν ή κατά την πανήγυριν του Ναού προσέλευσις και άλλων πιστών. Αι κατά την ημέραν ταύτην εισπράξεις αυτού, διενεργούνται υπό αντιπροσώπου του Μητροπολίτου και του ιδιοκτήτου κατατίθενται εις την Εθνικήν Τράπεζαν επ` ονόματι του Ι. Ναού και εις κοινήν διαταγήν Μητροπολίτου και ιδιοκτήτου και διατίθενται υπό τον έλεγχον του οικείου Μητροπολίτου υπέρ της συντηρήσεως του Ναού τούτου, τα δεν περισσεύματα δια τας ανάγκας των ευαγών Ιδρυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως.

3. (β) Εις περίπτωσιν απροθυμίας των ιδιοκτητών προς ανάληψιν των περισσευμάτων, δύναται η ΔΙΣ, προτάσσει του οικείου Μητροπολίτου, να εξουσιοδοτή τούτον προς ανάληψιν και διάθεσιν κατά τα προβλεπόμενα υπό του 3α του παρόντος.

4. Άπαντα τα Παρεκκλήσια και Εξωκλήσια, τα τελούντα μέχρι της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν του Τ.Α.Κ.Ε., παραμένουσιν εις αυτό, πάντα δε τα λοιπά υφιστάμενα ή ιδρυθησόμενα υπάγονται ως προς την διοίκησιν και διαχείρισιν εις τον Ενοριακόν Ναόν, εντός των ορίων του οποίου κείνται, ταύτα, ανεξαρτήτως ύψους ακαθαρίστων εσόδων.

5. (α) Οι Ναοί των Φιλανθρωπικών, Εκπαιδευτικών, Δημοσίων και Δημοτικών Ιδρυμάτων, των Νομικών προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας θεωρούνται νομίμως ανεγερθέντες, εφ όσον ετηρήθη η διαδικασία της παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου, λειτουργούσιν δε τη κανονική άδεια του οικείου Μητροπολίτου προς εξυπηρέτησιν μόνον των αναγκών του προσωπικού και των τροφίμων ή των μελών αυτών, αι δε εισπράξεις διατίθενται δια τας ανάγκας του Ι. Ναού, εφαρμοζομένων κατ` αναλογίαν των εν παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου οριζομένων.

5 (β) Ναοί των Ιδρυμάτων, περί ων το προηγούμενον εδάφιον, τιθέμενοι εις Δημοσίαν Λατρείαν, περιέχονται εις την διοίκησιν και διαχείρισιν του πλησιεστέρου ενοριακού Ναού, εντός των ορίων, του οποίου ούτοι κείνται, ή καθίστανται ιερά Προσκυνήματα της Ιεράς Μητροπόλεως προς ενίσχυσιν των ευαγών αυτής σκοπών, αποφάσει του οικείου Μητροπολίτου.

Κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 5 περ. β’ του άρθρου 13 του Κανονισμού 8/1979, εφαρμοζομένων δια την ταυτότητα του λόγου και προκειμένου περί Ναών των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου εν γένει, ήτοι και προκειμένου περί ναών ανηκόντων εις σωματεία, εφ’ όσον οι Ναοί αυτοί τίθενται εις δημοσίαν λατρείαν, ούτοι περιέρχονται εις την διοίκησιν και διαχείρισιν του πλησιεστέρου ενοριακού Ναού, εντός των ορίων του οποίου κείνται, ή καθίστανται Ιερά Προσκυνήματα της Ιεράς Μητροπόλεως προς ενίσχυσιν των ευαγών αυτής σκοπών, αποφάσει του οικείου Μητροπολίτου (ΣτΕ 3253/2004, ΣτΕ 2229/2012, ΣτΕ 264/2020).

Ιδιόκτητοι ναοί είναι εκείνοι,οι οποίοι παρέχουν σε ορισμένα φυσικά πρόσωπα το δικαίωμα να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικώς για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών αυτών και των οικογενειών τους. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού 8/1979, ιδιόκτητος ναός σωματείου, εξέρχεται κατ' εκδήλωση της ελεύθερης κυριαρχικής βούλησης του κυρίου του ναού,του αρχικού προορισμού του, ο οποίος συνίσταται στην εξυπηρέτηση και εκπλήρωση των λατρευτικών και θρησκευτικών εν γένει αναγκών αποκλειστικώς ενός περιορισμένου κύκλου προσώπων (της οικογένειας ιδιοκτήτη ναού, των μελών, τροφίμων και προσωπικού των ιδρυμάτων, σωματείων κ.λ.π,), προκειμένου να αποδοθεί απροσδιορίστως, στο σύνολο του χριστεπώνυμου πληρώματος της ορθοδόξου εκκλησίας για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών του αναγκών και τη διενέργεια λατρευτικών πράξεων (ΣτΕ 264/2020).

Συνεπώς με την απόδοση του ιδιόκτητου αυτού ναού στη δημόσια λατρεία, δεν επέρχεται ως άμεση-αυτόθροη συνέπεια, μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του και ο κύριος αυτού εξακολουθεί να ασκεί κάθε εξουσία επ' αυτού κατά τη διάταξη του άρθρου 1000ΑΚ, ή απώλεια της διοίκησης και διαχείρισης αυτού, εφόσον, με την άσκηση αυτής, δεν αναιρείται ή προσκρούει στον υπηρετούμενο σκοπό της δημόσιας λατρείας.

Η απώλεια της διοίκησης και διαχείρισης του ιερού ναού από τον κύριο αυτού, επέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.5 περ.β του 8/1979 Κανονισμού, με την έκδοση σχετικής απόφασης του οικείου Μητροπολίτη, η οποία αποτελεί ατομική διοικητική πράξη, οπότε υπάγεται αυτός στη διοίκηση και διαχείριση του πλησιέστερου ενοριακού ναού.

Περαιτέρω, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποιά πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (βλ. και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ διότι κατά τον KΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1679/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 319/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτής, δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«| Το ενάγον, εφεσίβλητο και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείο, συστάθηκε δυνάμει του Βασιλικού Διατάγματος της 01-06-1855 "περί συστάσεως ορφανοτροφείου κορασίων υπό την προστασία της Α.Μ. της Βασιλίσσης της Ελλάδος" με την επωνυμία "Αμαλίεϊον Ορφανοτροφείον Κορασίων" (ΦΕΚ αριθ. 26 έτους 1855). Το εφεσίβλητο για τις ανάγκες λειτουργίας του αγόρασε δυνάμει αλληλοδιαδοχικών αγοραπωλησιών οικόπεδο εντός του οποίου ανήγειρε οικοτροφείο καθώς και τον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Ο Ναός αυτός εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις ανάγκες του Αμαλίειου Οικοτροφείου και ειδικότερα χρησιμοποιείτο για τον εκκλησιασμό των οικοτρόφων, των εξυπηρετούντων το οικοτροφείο προσώπων και των μελών του σωματείου.

Το έτος 1958, το τότε "Αμαλίειον Ορφανοτροφείον Κορασίων" μεταστεγάσθηκε σε νέο ιδιόκτητο κτήριο, το οποίο αποτελεί την σημερινή έδρα του, το οποίο είχε ανεγερθεί επί ιδιόκτητου οικοπέδου στο Μαρούσι και προέβη σε πώληση τμημάτων του μείζονος ακινήτου του. Ακολούθως με το υπ' αριθ. ... /29-6-1959 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοραπωλησίας τμήματος οικοπέδου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Νικολακόπουλου, το εφεσίβλητο σωματείο μεταβίβασε στον Δ. Β. τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου εμβαδού 57,90 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο Αθηναίων και επί της οδού ... , διατηρώντας την κυριότητα επί του συνορεύοντος με το ακίνητο που μεταβιβάστηκε, ιδιωτικού Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, επί της οδού ... ...

μετά της επ' αυτού οικοπεδικής έκτασης. Μετά τη μεταστέγαση στο Μαρούσι το εφεσίβλητο συνέστησε επιτροπή υπό την επωνυμία "Επιτροπή Λειτουργίας Ναού Ταξιαρχών Αμαλίεϊου", η οποία ανέλαβε τα καθήκοντα της διαχείρισης και της εν γένει διοίκησης του ως άνω Ιερού Ναού για λογαριασμό του εφεσίβλητου σωματείου.

Μετά την μεταστέγαση του οικοτροφείου ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών σταδιακά τέθηκε στη δημόσια λατρεία κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 5 στοιχ. β' του υπ' αριθ. 8/1979 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", καθόσον επιτράπηκε η ελεύθερη προσέλευση και εκκλησιασμός σ' αυτόν αορίστου αριθμού τρίτων προσώπων καθ' όλο τον χρόνο.

Το έτος 1991, το πέμπτο εναγόμενο, τέταρτο εκκαλούν και πρώτο ασκούν προσθέτους λόγους έφεσης ν.π.δ.δ " Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" εξέδωσε, επικαλούμενο το άρθρο 13 του ανωτέρω υπ' αριθμό 8/1979 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", την υπ’ αριθ. πρωτ. .../4-3-1991 απόφαση, με την οποία ρύθμισε τα σχετικά με το καθεστώς του ως άνω Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Ειδικότερα με την ανωτέρω υπ' αριθ. …/4-3-1991 απόφαση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σ. (Τ. ), αποφασίσθηκε ότι "η διοίκησις και διαχείρισις του εις δημοσίαν λατρείαν τεθειμένου και κείμενου επί της οδού ... Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών (Αμαλιείου Ορφανοτροφείου) ασκείται υπό διαχειριστικής επιτροπής, προεδρευομένης υπό του εκάστοτε εφημερίου του Ιερού Ναού, όστις και προτείνει κατά περίπτωσιν και αριθμόν μελών αυτής".

Ταυτόχρονα ο ανωτέρω Αρχιεπίσκοπος εξέδωσε την υπ' αριθ. 554/4-3-1991 απόφαση με την οποία ο Αρχιμανδρίτης Χ. Α. , που διατελούσε κατά τον χρόνο εκείνο εφημέριος του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, διορίστηκε πρόεδρος της Διοικητικής και Διαχειριστικής Επιτροπής του Ναού και ανατέθηκε σ' αυτόν όπως προβεί στις δέουσες ενέργειες προς διορισμό και των λοιπών μελών της Επιτροπής. Οι ανωτέρω αποφάσεις έγιναν αμέσως γνωστές στην Επιτροπή Λειτουργίας του Ναού Ταξιαρχών του Αμαλίειου, η οποία με το από 21-03-1991 έγγραφό της προς το διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος, εφεσιβλήτου και καθ' ου πρόσθετοι λόγοι έφεσης τις απέστειλε σ' αυτό. Ακολούθως με την υπ' αριθ. ... /14-5-1991 απόφαση του ως άνω προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Ταξιαρχών ορίσθηκαν τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31-03-1993. Μεταξύ των ορισθέντων μελών ήταν και οι Μ. Μ. (πρώτη εναγόμενη και πρώτη εκκαλούσα, που απεβίωσε στις 07-07-2017, ως προς την οποία επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο (I), Α. (Ρ.) Θ. (δεύτερη εναγόμενη και δεύτερη εκκαλούσα) και Α. - Ν. Π. (τρίτη εναγόμενη, τρίτη εκκαλούσα και δεύτερη ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης).

Το ενάγον, εφεσίβλητο και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείο, εναντιώθηκε στις ανωτέρω ενέργειες του πέμπτου εναγόμενου, τέταρτου εκκαλούντος και πρώτου ασκούντος πρόσθετους λόγους έφεσης ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", θεωρώντας πως η διαχείριση και διοίκηση του εν λόγω Ναού έπρεπε να παραμείνει σ' αυτό και για τον λόγο αυτό άσκησε την από 29-05-1991 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ με αίτημα την ακύρωση των ανωτέρω υπ' αριθ. … και …/4-3-1991 αποφάσεων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Τελικώς το ενάγον και το πέμπτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων ως προς το ζήτημα της διαχείρισης και διοίκησης του Ιερού Ναού, κατέληξαν σε συμβιβασμό, σύμφωνα με τον οποίο θα παρέμενε η διαχείριση και διοίκηση του εν λόγω Ιερού Ναού στο ενάγον, ο δε ως άνω Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με το υπ' αριθ. πρωτ, ... /20-5-1991 έγγραφό του προς την "Διαχειριστική Επιτροπή του Παρεκκλησίου Παμμεγίστων Ταξιαρχών - Οδ. ... Αμαλίειου Ορφανοτροφείου" συνέχαιρε αυτήν για την ανάληψη των καθηκόντων της και ανέφερε περαιτέρω: "πληροφορούμεν υμάς ότι ουδέν μεταβάλλεται από απόψεως λειτουργίας και σχέσεων της Επιτροπής σας μετά του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου".

Εν όψει των ανωτέρω το ενάγον σωματείο με την από 25-05-1991 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου όρισε τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του ανωτέρω Ιερού Ναού, η οποία αποτελείτο από τον εφημέριο του Ναού Αρχιμανδρίτη Χ. Α. , ως προϊστάμενο του Ιερού Ναού, και πέντε (5) μέλη, εκ των οποίων τα δύο είναι η δεύτερη και η τρίτη των εναγόμενων (δεύτερη και τρίτη των εκκαλούντων). Εξάλλου το ενάγον (εφεσίβλητο και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης) παραιτήθηκε της ανωτέρω αίτησης ακύρωσης κατά των με αριθμό …/4-3-1991 και …/4-3-1991 αποφάσεων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Εν συνεχεία με το από 25-06-1995 έγγραφο του ως άνω Αρχιεπισκόπου Αθηνών, απευθυνόμενο προς τον ανωτέρω Αρχιμανδρίτη Χ. Α. , γνωστοποιείται στον δεύτερο, ότι έγινε αποδεκτή η από 16-06-1994 γνωμοδότηση του ειδικού νομικού συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος Γ. Λ. περί της νομοκανονικής υπόστασης και των αρμοδιοτήτων της Διαχειριστικής Επιτροπής του εν λόγω Ιερού Ναού και ο προτεινόμενος με την γνωμοδότηση αυτή κανονισμός διοίκησης και διαχείρισης του εν λόγω Ναού, και λόγω της αποδοχής της γνωμοδότησης αυτής, "εντέλλετο" ο εν λόγω ιερέας να εκπληρώνει τα καθήκοντά του σε συνεργασία με την διορισμένη επιτροπή "δια την επιτροπικήν διαχείρισιν του ανωτέρω εξαρτημένου από την Ιεράν Αρχιεπισκοπήν Αθηνών, Ιερού Ναού".

Η ανωτέρω γνωμοδότηση συγκεκριμένα στηριζόταν στο γεγονός, ότι ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών "έχει από τριακονταπενταετίας τεθεί εις δημοσίαν λατρείαν" και επομένως σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 13 παρ. 5 στοιχ. β' του υπ' αριθ. 8/1979 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", η διοίκηση και η διαχείρισή του Ναού θα έπρεπε με σχετική απόφαση του οικείου Μητροπολίτη να αποδοθεί σε δοτή ειδική Επιτροπή, επέχουσα θέση Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, διοριζόμενη και συγκροτούμενη με ειδική πράξη του Αρχιεπισκόπου, με το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο να αποκλεισθεί εκκλησιολογικά από κάθε εξουσία και αρμοδιότητα ως προς την εν γένει λειτουργία του Ναού.

Ακολούθως με την υπ' αριθ. ... /19-6- 1995 απόφαση του ανωτέρω Αρχιεπισκόπου Αθηνών με θέμα "Διοίκηση, διαχείριση και λειτουργία του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών οδού ... Αθηνών", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 617/Β/13-7-1995) και στο επίσημο όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος "Εκκλησία", τ. 72 (1995), σ. 570-571, καθορίσθηκε η διοίκηση, διαχείριση και εν γένει λειτουργία του ναού αυτού με τον ορισμό του Κανονισμού Λειτουργίας του Ναού.

Ο Κανονισμός αυτός Λειτουργίας όριζε, πως ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών θα διοικείτο από επταμελή διοικούσα Επιτροπή, διοριζόμενη από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών με σχετική πράξη αυτής, η οποία θα ασκούσε τον έλεγχο αυτής (άρθρο 1 του Κανονισμού), ενώ ως μέλη της πρώτης διοικούσας επιτροπής ορίστηκαν τα μέλη της έως τότε διοίκησης του Ναού με πενταετή θητεία (άρθρο 2 του Κανονισμού). Αντικείμενο της διοικούσας επιτροπής ήταν η διοίκηση και διαχείριση του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, η οποία θα τηρούσε τα σχετικά διαχειριστικά βιβλία (άρθρα 4 και 6 του Κανονισμού). Περαιτέρω στο άρθρο 12 του Κανονισμού αυτού ορίστηκε, ότι το ενάγον εφεσίβλητο και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείο θα απείχε από κάθε ανάμειξη στη διοίκηση και διαχείριση του εν λόγω Ναού.

Έκτοτε (19-06-1995) η διοίκηση και εν γένει διαχείριση του ανωτέρω Ναού περιήλθε στα μέλη της ανωτέρω επιτροπής. Μεταξύ δε των μελών της ανωτέρω επιτροπής ήταν, όπως και προηγουμένως, οι Μ. Μ. (πρώτη εναγόμενη και πρώτη εκκαλούσα, που απεβίωσε στις 07-07-2017, ως προς την οποία επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο (I), Α. (Ρ.) Θ. (δεύτερη εναγόμενη και δεύτερη εκκαλούσα) και Α. - Ν.

Π. (τρίτη εναγόμενη, τρίτη εκκαλούσα και δεύτερη ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης). Οι ανωτέρω προέβαιναν σε πράξεις διοίκησης και διαχείρισης του εν λόγω Ιερού Ναού, η οποία περιελάμβανε έσοδα και έξοδα από την λειτουργία αυτού, ενώ το πέμπτο εναγόμενο, τέταρτο εκκαλούν και πρώτο ασκούν πρόσθετους λόγους ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", ασκούσε εποπτεία στην επιτροπή αυτή.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών καθώς και της ανωτέρω από 25-06-1994 επιστολής αυτού το ενάγον και εφεσίβλητο σωματείο άσκησε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο με την υπ' αριθ. 3253/2004 απόφασή του ακύρωσε την από 25-6-1995 πράξη του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και την επακολουθήσασα υπ' αριθ. ... /19-6/13-7-1995 απόφασή του, ως μη νόμιμες, διότι, με την διαπίστωση πως ο εν λόγω Ναός είχε τεθεί σε δημόσια λατρεία, υπήχθη σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης και διοίκησης από την ανωτέρω ειδική επιτροπή, διοριζόμενη από τον Αρχιεπίσκοπο, πλην όμως το μέτρο αυτό δεν προβλέπεται από τον ανωτέρω υπ' αριθ. 8/1979 Κανονισμό.

Επομένως, εφόσον η ανωτέρω απόφαση, η οποία συνιστά διαπλαστική ατομική διοικητική πράξη, καθόσον με αυτήν καθορίστηκε ο τρόπος διοίκησης του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, ακυρώθηκε για λόγους νομιμότητας από την ανωτέρω υπ' αριθ. 3253/2004 απόφαση του ΣτΕ., αναδρομικά (ex tunc) έπαυσε να έχει ισχύ και κατ' ακολουθίαν αυτού επανήλθε αυτοδίκαια η πραγματική και νομική κατάσταση, που υπήρχε κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων που ακυρώθηκαν, και συνεπώς αναβίωσε η προηγουμένη υπ' αριθ.

…/4-3-1991 απόφαση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σ. (Τ. ), η οποία επίσης είχε το αντίστοιχο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα και ακυρωθείσα από το ΣτΕ απόφαση, αφού όριζε πως η διοίκηση και διαχείριση του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου που έχει τεθεί στη δημόσια λατρεία ασκείται από διαχειριστική επιτροπή, που προεδρεύεται από τον εκάστοτε εφημέριο του Ιερού Ναού, ο οποίος και προτείνει κατά περίπτωση τα μέλη αυτής, και ότι ,γιά την διαχείριση του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών από τους Α. (Ρ.) Θ. (δεύτερη εναγόμενη και δεύτερη εκκαλούσα), Α. - Ν.

Π. (τρίτη εναγόμενη, τρίτη εκκαλούσα και δεύτερη ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης) και το ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", καθώς και, αντίστοιχα, για την απώλεια της διαχείρισης αυτού από τον ενάγον και εφεσίβλητο σωματείο, αφού κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου οι αποφάσεις αυτές είναι μη νόμιμες και συνεπώς δεν θα εφαρμοστούν, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" και Α. - Ν. Π. , διατείνονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε, προβαίνοντας σε παρεμπίπτοντα έλεγχο, ως μη νόμιμες και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέες τις …/1991 και …/1991 πράξεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, διότι αυτές ως απρόσβλητες και αμετάκλητες (ένεκα της παραίτησης του ενάγοντος σωματείου από αίτηση ακύρωσης) καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο VI μείζονα σκέψη ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης τυγχάνει αβάσιμος. Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε παρεμπίπτοντα έλεγχο των διοικητικών πράξεων και σε περίπτωση που τις θεωρούν παράνομες να μην τις εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυνατότητα που δεν αίρεται από το τεκμήριο νομιμότητας ένεκα μη προσβολής τους ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών Δικαστηρίων ή παραίτησης από το ασκηθέν ένδικο βοήθημα.

Το ενάγον, παρά την έκδοση των ανωτέρω μη νομίμων και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέων πράξεων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, δεν απώλεσε την διοίκηση και διαχείριση του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, από δε μόνη τη θέση του ανήκοντος στο ενάγον σωματείο Ναού στη δημόσια λατρεία, αυτός δεν περιήλθε αυτοδίκαια στη διοίκηση και διαχείριση του πλησιέστερου ενοριακού Ναού και κατ' ακολουθίαν δεν υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης για το αίτημα λογοδοσίας, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες Α. (Ρ.) Θ. , Α. - Ν.

Π. και "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" στην υπό κρίση έφεσή τους.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη για την υπαγωγή του ιδιωτικού Ιερού Ναού στη διοίκηση και διαχείριση του πλησιέστερου ενοριακού Ναού απαιτείται η έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης εκ μέρους του οικείου Μητροπολίτη (εδώ του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών), με την οποία καθιδρύεται εφεξής το πρώτον η έννομη σχέση του ιδιωτικού Ναού που τέθηκε σε δημόσια λατρεία με τον πλησιέστερο ενοριακό Ναό (διαπλαστική διοικητική πράξη), διοικητική όμως πράξη που εν προκειμένω κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν εκδόθηκε.

Οι ανωτέρω εναγόμενοι και εκκαλούντες Α. (Ρ.) Θ. , Α. - Ν. Π. και ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" (οι δύο τελευταίοι και ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) παρά την ως άνω απόφαση του ΣτΕ και την εξ αρχής εναντίωση του ενάγοντας, εφεσίβλητου και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείου στην ανωτέρω υπ' αριθ. ... /19-6-1995 απόφαση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, συνέχισαν να διοικούν και να διαχειρίζονται τον ανωτέρω Ναό εν τοις πράγμασιν (de facto) με έρεισμα την απόφαση αυτή.

Για τον λόγο αυτό το ενάγον όχλησε πολλές φορές την Διοικούσα Επιτροπή, όπως του προσκομίσει το βιβλίο του Ταμείου και τα σχετικά παραστατικά, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της διαχείρισης του Ιερού Ναού, πλην όμως η επιτροπή αρνήθηκε, ενώ δεν αποδείχθηκε πως το ενάγον είχε γνώση του τρόπου της διαχείρισης από την Διοικούσα Επιτροπή (βλ.

τις από 11-01-1995, 17-01-1996, 09-06-2005 επιστολές ενάγοντος προς την διαχειριστική επιτροπή, την από 07-05-1997 επιστολή της εταιρίας ορκωτών ελεγκτών "ΕΎΡΩΕΛΕΓΚΤΙΚΗ Α.Ε." προς την επιτροπή, καθώς και την από 31-01-1996 επιστολή της διοικούσας επιτροπής προς το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο). Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 19-06-1995 έως το 2008 οι ανωτέρω εναγόμενοι και εκκαλούντες Α. (Ρ.) Θ. , Α. - Ν.

Π. και ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" (οι δύο τελευταίοι και ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης), υπό την ιδιότητά τους, οι πρώτη και δεύτερη, ως μέλη της διορισθείσας από το τρίτο ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" Διαχειριστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, και το τρίτο ν.π.δ.δ., ως εποπτεύον όργανο της επιτροπής αυτής, άσκησαν άνευ σχετικής έννομης σχέσης εν τοις πράγμασιν (de facto) διαχειριστικές πράξεις επί του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ... ... , κυριότητας του ενάγοντος - εφεσίβλητου και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείο, χωρίς το τελευταίο (ενάγον) να έχει γνώση ή πάντως να έχει συναινέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο για τις διαχειριστικές αυτές πράξεις των ανωτέρω.

Η λειτουργία του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών συνεπάγετο έσοδα και δαπάνες, τα δε έσοδα, ενδεικτικά, προέρχονται από καταβολές στο κιβωτίδιο (παγκάρι), πώληση κεριών, εισφορές, δωρεές, ιεροπραξίες, συνδρομές, περιφορά δίσκων και κυτίων, ενώ τα έξοδα αφορούσαν στις λειτουργικές δαπάνες αυτού, όπως μισθοδοσία του προσωπικού του ναού (ιερείς, ψάλτες, νεωκόρος, προσωπικό καθαριότητας κλπ), λογαριασμοί ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, είδη καθαριότητας, εργασίες συντήρησης, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από τους ισολογισμούς των προηγούμενων ετών.

Ως εκ τούτου οι ανωτέρω εναγόμενοι και εκκαλούντες Α. (Ρ.) Θ. , Α. -Ν. Π. και το ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" (οι δύο τελευταίοι και ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης) υπέχουν υποχρέωση προς λογοδοσία κατ' άρθρα 303 Α.Κ. και 473 - 477 ΚΠολΔ έναντι του ενάγοντος. εφεσίβλητου και καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης σωματείου.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή λογοδοσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ)|».

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσία την έφεση των εναγομένων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδόσουν λογοδοσία για το επίδικο χρονικό διάστημα.

Ήδη οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, στο οποίο δεν ανήκε η διαχείριση του επιδίκου Ιερού Ναού , από τότε που αυτός τέθηκε σε δημόσια λατρεία και έπαψε άρα να εξυπηρετεί τις ανάγκες του προσωπικού και των μελών του, με συνέπεια να μην νομιμοποιείται ως δεξίλογος, παραβιάζοντας και τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ.5 περ,β του Κανονισμού 8/1979 "περι Ιερών Ναών και ενοριών", τον οποίο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, με το να δεχθεί ότι ιδιόκτητος ναός που περιήλθε σε δημόσια λατρεία εξακολουθεί να ανήκει στη διοίκηση και διαχείριση του ιδιώτη κυρίου, απορρίπτοντας στη συνέχεια τον προβληθέντα ισχυρισμό τους περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος.

Ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση για εκ πλαγίου παράβαση της διατάξεως του άρθρου 13 παρ.5 περ. β του Κανονισμού 8/1979 και αυτής του άρθρου 303 ΑΚ, δοθέντος ότι, ενώ ορθώς έκρινε ότι ο επίδικος ναός τέθηκε σε δημόσια λατρεία, με αντιφατικές αιτιολογίες διέταξε λογοδοσία και απόδοση λογαριασμού στο ενάγον για υπόθεση που δεν είναι δική του αλλά του τεθέντος σε δημόσια λατρεία ναού.

Εν προκειμένω οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, συνιστώντες πράγματι τον από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο: 1) ότι ο Ιερός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών κυριότητος του ενάγοντος, εγκαινιασθείς και καθιερωθείς στη θεία λατρεία, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, τέθηκε στη δημόσια λατρεία από το 1958 και εντεύθεν,

2) ότι ο ιδιόκτητος αυτός ναός,τεθείς σε δημόσια λατρεία, υπάγεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.5 περ.β του με αρ.8/1979 Κανονισμού "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", στη διοίκηση και διαχείρηση του πλησιεστέρου ενοριακού ναού, όχι αυτοδίκαια, αλλα μόνο με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη, που αποτελεί ατομική διοικητική πράξη,

3) ότι οι 553/4-3-1991 και 554/4-3-1991 αποφάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σ. (Τ. ), με τις οποίες ο επίδικος ιερός ναός ετέθη σε ειδικό καθεστώς διοίκησης και διαχείρισης, υπό την εποπτεία και εξάρτηση της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Κανονισμού, ήταν, κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο, που επιτρεπτώς ενήργησε, άκυρες και μη νόμιμες, όπως και η επακολουθήσασα ... /19-6-1995 πράξη του ιδίου Αρχιεπισκόπου, καθώς και το από 25-06-1995 έγγραφο αυτού, που κηρύχθηκαν άκυρες και μη νόμιμες διοικητικές πράξεις, για τον ίδιο ως άνω λόγο, όπως και οι αρχικές, με την 3253/2004 του ΣτΕ,

4) ότι, μη υπαχθέντος του ιερού ναού στη διοίκηση και διαχείριση του πλησιεστέρου ενοριακού ναού με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη, Αρχιεπισκόπου Αθηνών, όπως ορίζεται στο νόμο, το ενάγον δεν απώλεσε την εξουσία διοίκησης και διαχείρισης αυτού για το επίδικο χρονικό διάστημα,

5) ότι οι εναγόμενοι κατά το επίδικο αυτό διάστημα, ήσκησαν διοίκηση και διαχείριση του ως άνω ιερού ναού, διαχειριζόμενοι ξένη προς αυτούς υπόθεση, με εισπράξεις και δαπάνες και

6) ότι, μετά ταύτα, υπέχουν υποχρέωση λογοδοσίας στο ενάγον, το οποίο νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 303 ΑΚ και 13 παρ.5 περ.β του με αριθμό 8/1979 Κανονισμού "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών".

Επίσης περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διοίκησης και διαχείρισης του ένδικου ναού, ο οποίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε υπαχθεί στη διοίκηση και διαχείριση του πλησιεστέρου ενοριακού ναού με απόφαση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1253/2004. Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπ’ όψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992). "Πράγματα", άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής άρνησής τους και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προταθέντες από το αναιρεσίβλητο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμούς του, τους οποίους απαραδέκτως επανέφερε κατά την εκδίκαση της εφέσεώς τους, ενώπιον του, με τις από 06-03-2018 προτάσεις του. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι για την πληρότητα του δεν αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, ποιά είναι τα ''πράγματα'', δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και ποιά επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παράβαση δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005). Οι σχετικές με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις του KΠολΔ, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 1166/2019).

Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 2 ΚΠολΔ,με την οποία ρυθμίζονται τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, είναι διάταξη καθαρά δικονομικού χαρακτήρα. Περαιτέρω το άρθρο 2 του KΠολΔ , ορίζει ότι "τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δύνανται να ελέγχουν τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, δηλαδή την αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα ή τους νόμους, εφόσον από το κύρος τους εξαρτάται η διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου. Στα πλαίσια ενός τέτοιου παρεμπίπτοντος ελέγχου τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τις παράνομες διοικητικές πράξεις ούτε αναγνωρίζουν την ακυρότητά τους.

Απλώς δεν τις εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Βέβαια ένα από τα χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξεως είναι το τεκμήριο της νομιμότητας. Σύμφωνα με βασική αρχή του διοικητικού δικαίου η ελαττωματική ατομική διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος μέχρι την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ή μέσω της διοικητικής οδού παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της (τεκμήριο της νομιμότητας).

Όμως το τεκμήριο αυτό της νομιμότητας δεν εμποδίζει στα πολιτικά δικαστήρια τον παρεμπίπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως. Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρ. 2 KΠολΔ αλλά και τον διαφορετικό σκοπό, που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει και όταν ακόμη για την προσβολή της διοικητικής πράξεως προβλέπεται στο νόμο τρόπος προσβολής της με προσφυγή ή αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει παρέλθει άπρακτη.

Το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξεως μέσα στην οριζόμενη προθεσμία του νόμου δεν αναιρεί την κατά το ιδιωτικό δίκαιο τυχόν παρανομία, η οποία απορρέει από μια τέτοια διοικητική πράξη. Δηλαδή παρά το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξεως κατά το διοικητικό δίκαιο, είναι δυνατό να μη αναιρείται η παρανομία κατά το ιδιωτικό δίκαιο, όταν η ατομική διοικητική πράξη είναι αντίθετη με κανόνα ιδιωτικού δικαίου ή με ιδιωτική συμφωνία δεσμευτική και του προσώπου υπέρ του οποίου η ατομική διοικητική πράξη.

Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση μιας και της ίδιας διοικητικής πράξεως ανάλογα με τη δικαιοδοσία, υπό την οπτική γωνία της οποίας αυτή εξετάζεται, δεν αποτελεί ανωμαλία ή διάσπαση της έννομης τάξεως. Πράγματι η προσβολή της πράξεως ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου σκοπό έχει την ακύρωσή της, ενώ αντιθέτως η εξέταση της πράξεως στα πλαίσια της πολιτικής δίκης έχει άλλο αντικείμενο, δηλαδή την άρση της δημιουργηθείσας προσβολής κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή αποζημίωση.

Διαφορετικά η μία δικαιοδοσία θα δέσμευε την άλλη χωρίς αυτό να μπορεί να δικαιολογηθεί πειστικώς. Θα ήταν εξάλλου τούτο και αντίθετο στη ρύθμιση του άρθρ. 2 του KΠολΔ (ΑΠ 127/2002, ΑΠ 1709/2010). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 KΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981, ΟλΑΠ 860/1984, ΑΠ 527/2013).Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ.

Περίπτωση, όμως τέτοιας υπέρβασης δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία του,διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί παρεμπίπτον, (όταν το δικαστήριο στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος), οπότε η απόφασή του για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη (1) δεχόμενη ως μη νόμιμες και άρα μη εφαρμοστέες τις με αρ. …/91 και …/91 πράξεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, καίτοι οι εν λόγω πράξεις καλύπτονται πλήρως από το ισχύον στο διοικητικό δίκαιο τεκμήριο της νομιμότητας, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια του παρεμπίπτοντος ελέγχου σε σχέση με αυτές και (2) διαλαμβάνοντας παρεμπίπτουσα κρίση για το πραγματικό γεγονός της δημόσιας λατρείας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, δοθέντος ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ ,ορίζουσα τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, είναι δικονομική διάταξη.

Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός συνιστά τον από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «| [...] Οι αποφάσεις αυτές του Αρχιεπισκόπου Αθηνών (υπ' αριθ. … και …/4-3-1991) ως ατομικές διοικητικές πράξεις, δεν προσβλήθηκαν ενώπιον του ΣτΕ καθόσον το ενάγον και εφεσίβλητο είχε παραιτηθεί από την αίτηση ακύρωσης κατ' αυτών, σύμφωνα με τα ανωτέρω, και επομένως έχουν καταστεί απρόσβλητες, πλην όμως πάσχουν από το ίδιο ελάττωμα, για το οποίο είχαν ακυρωθεί η από 25-06-1995 πράξη του Αρχιεπισκόπου Αθηνών καθώς και η επακολουθήσασα υπ' αριθ. ... /19-6-1995 [... /19-6/13-7-1995] απόφαση, ως μη νόμιμες, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με τη διαπίστωση πως ο εν λόγω Ναός είχε τεθεί σε δημόσια λατρεία, αντί να τεθεί στη διοίκηση του πλησιεστέρου ενοριακού ναού, όπως προβλέπει ο Κανονισμός 8/1979, υπήχθη σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης και διοίκησης από ειδική επιτροπή, διοριζόμενη από τον Αρχιεπίσκοπο, χωρίς όμως το μέτρο αυτό να προβλέπεται από τον ανωτέρω Κανονισμό (τον 8/1979).Επομένως οι υπ' αριθ.

… και …/4-3-1991 αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, αν και μη ακυρωθείσες, δεν αποτελούν εντούτοις νόμιμο έρεισμα για τη διαχείριση του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών από τους Α. (Ρ.) Θ. (δεύτερη εναγομένη και δεύτερη εκκαλούσα), Α.-Ν. Π. (τρίτη εναγομένη, τρίτη εκκαλούσα και δεύτερη ασκούσα προσθέτους λόγους έφεσης) και το ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών", καθώς και αντίστοιχα, για την απώλεια της διαχείρισης αυτού από το ενάγον και εφεσίβλητο σωματείο, αφού κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου οι αποφάσεις αυτές είναι μη νόμιμες και συνεπώς δεν θα εφαρμοστούν, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ν.π.δ.δ. "Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών" και Α. - Ν. Π. , διατείνονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε, προβαίνοντας σε παρεμπίπτοντα έλεγχο, ως μη νόμιμες και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέες τις …/1991 και …/1991 πράξεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, διότι αυτές ως απρόσβλητες και αμετάκλητες (ένεκα της παραίτησης του ενάγοντος σωματείου από αίτηση ακύρωσης) καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο VI μείζονα σκέψη ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης τυγχάνει αβάσιμος. Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε παρεμπίπτοντα έλεγχο των διοικητικών πράξεων και σε περίπτωση που τις θεωρούν παράνομες να μην τις εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυνατότητα που δεν αίρεται από το τεκμήριο νομιμότητας ένεκα μη προσβολής τους ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών Δικαστηρίων ή παραίτησης από το ασκηθέν ένδικο βοήθημα [...]|».

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, διότι, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, προέβη στον παρεμπίπτοντα έλεγχο των με αρ. … και …/4-3-1991 πράξεων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, έστω κι αν αυτές είχαν καταστεί απρόσβλητες και καλύπτονταν από το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο, όμως, δεν εμποδίζει το πολιτικό δικαστήριο στον παρεμπίπτοντα έλεγχο των ως άνω ατομικών διοικητικών πράξεων.

Η για τις ανάγκες του παρεμπίπτοντος ελέγχου εξέταση και όχι διάγνωση, από το Εφετείο, της νομιμότητας των επίμαχων πράξεων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, τις οποίες δεν ακύρωσε, ούτε προέβη σε αναγνώριση της ακυρότητας των, αλλά θεωρώντας αυτές ως μη νόμιμες δεν τις εφάρμοσε, δεν συνιστά υπέρβαση της δικαιοδοσίας του.

Όσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος της παραπάνω αιτίασης των αναιρεσειόντων αυτή, επί πλέον των ανωτέρω, αν ήθελε θεωρηθεί ότι στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. είναι και αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν διέλαβε παρεμπίπτουσα κρίση περί του πραγματικού αυτού γεγονότος, που ως διαπίστωση περιείχετο στις ως άνω πράξεις, ούτε εξάλλου τέθηκε θέμα υπαγωγής από την προσβαλλομένη πραγματικών περιστατικών στην έννοια της δημόσιας λατρείας, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1,2 και 5 του Κανονισμου 8/1979,αλλά μόνο για το ερίζον ζήτημα της υπαγωγής του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών στη διοίκηση του πλησιεστέρου ενοριακού ναού, περί του οποίου και τελικώς έκρινε.

Συνεπώς και υπό την επικουρική του θεμελίωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (το οποίο κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του (άρθρα 176,183 και 191παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-01-2019 αίτηση των 1) "Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών" Ν.Π.Δ.Δ, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Π. Α.-Ν. , κατοίκου …, 3) Θ. Α. , κατοίκου …, κατά της με αρ.4191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ