Supreme Court allows partial appeal regarding state liability costs, ordering cost offset due to partial victory.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court ruling on liability costs. The State argued that court fees should be offset because the plaintiff partially won the case, while the plaintiff contended the State was fully liable for damages. The court ruled that since the plaintiff achieved a partial victory, the legal costs must be offset between the parties rather than fully awarded to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22 of Law 3693/1957 and Article 559 of the Code of Civil Procedure; Legal costs in mixed liability cases are offset between parties when both achieve partial victory and defeat.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 369/2018
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο Του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκή, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μαρινάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 5-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα. Επί της από 20.4.2011 (αριθμ. κατ. .../2011 αγωγής αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) και του Ι. Β., οδηγού του υπ' αριθμ. ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε ο αναιρεσίβλητος συνοριοφύλακας προς εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 108/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Κατά της εν λόγω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις (ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 28-1-2013 και με αύξ. αριθμό κατάθεσης 4/2013 έφεση και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 15-3-2013 και με αύξ. αριθμ. κατάθεσης 17/2013 έφεση), που συνεκδικάσθηκαν από το Μονομελές Εφετείο Θράκης, κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, και επ' αυτών εκδόθηκε η, πληττόμενη 155/2014 τελεσίδικη απόφαση του προαναφερομένου δικαστηρίου, με την οποία, αφού οι εφέσεις έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν και τελικά η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή.
Με την παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος) και δη του οδηγού του υπ' αριθμ. ... υπηρεσιακού αυτοκινήτου, Ι. Β. στο οποίο επέβαινε, ο αναιρεσίβλητος Ε. Γ., προς εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, που είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου.
Ειδικότερα, αναφορικά με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης "...αποδείχθηκε ότι, μετά τον τραυματισμό του (10-3-2006), ο ενάγων διακομίσθηκε με ασθενοφόρο (του ΕΚΑΒ) στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακα με πνευμονική θλάση, κάταγμα λιθοειδούς οστού δεξιά, κάταγμα ωμοπλάτης δεξιά, ανοικτό τύπου
ΙΙΙΒ, κάταγμα περιφερειακής κνήμης και περόνης δεξιά και κατάγματα Θ12, 01 και 02 σπονδύλων. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι υπέστη αισθητικογενή παραπληγία από το επίπεδο Ο 12 και κάτω. Οδηγήθηκε άμεσα στο χειρουργείο, όπου αντιμετωπίστηκε το κάταγμα της κνήμης με εξωτερικό οστεοσυνθέτη υβριδικού τύπου και στη συνέχεια νοσηλεύθηκε διασωληνωμένος στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Καρδιοχειρουργικής, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 18.3.2006, ενώ στο μεσοδιάστημα, στις 15.3.2006 υποβλήθηκε σε οπίσθια σπονδυλοδεσία από Θ11 έως 03 και αποσωληνώθηκε στις 16.3.2006 με ικανοποιητική αναπνευστική λειτουργία.
Κατά το χρονικό διάστημα από 18.3.2006 έως τις 27.3.2006 νοσηλεύτηκε στη Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, και στη συνέπεια, από 18.3.2006 έως 27.3.2006 νοσηλεύτηκε στη Πανεπιστημιακή Ορθοπεδική Κλινική αυτού, μέχρι τις 5.7.2006, όπου κατά το διάστημα αυτό επήλθε βελτίωση της παραπληγίας και επανήλθε η αισθητικότητα των κάτω άκρων του.
Επίσης, αποκαταστάθηκε και η λειτουργία της ουροδόχου κύστης του, η οποία ήταν άτονη κατά την εισαγωγή του. Ακολούθως, στις 2.6.2006 αφαιρέθηκε από τον παθόντα η εξωτερική οστεοσύνθεση που του είχε τοποθετηθεί και στις 15.6.2006 εφαρμόστηκε στατική ενδομυελική ήλωση στη δεξιά κνήμη. Εξήλθε, τελικά από το νοσοκομείο με βελτίωση της κατάστασής του, στη μυϊκή ισχύ των τετρακέφαλων 4 καμπτήρων ισχύων, ενώ υπολειπόταν η έκταση των ποδοκνημικών με παρούσα κλώνου ιδίως αριστερά, έφερε θωρακοοσφυικό κηδεμόνα, κηδεμόνα ΠΔΚ (ποδοκνημικής) αριστερά και λειτουργικό νάρθηκα Sarmiento δεξιάς κνήμης έχοντας δυνατότητα να βαδίζει με την αρωγή περιπατητήρα με πλήρη φόρτιση σε αμφότερα τα κάτω άκρα (βλ.
το με αριθμό πρωτ. ...3.8.2006 πιστοποιητικό νοσηλείας του Τμήματος Κίνησης Ασθενών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, την από 5.7.2006 ιατρική γνωμάτευση της Ορθοπεδικής Κλινικής του Τμήματος Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης). Στις 5.7.2006 ο ενάγων εισήχθη στο Θεσσαλικό Κέντρο Αποκατάστασης "...", όπου παρέμεινε μέχρι τις 12.2.2007 παρακολουθώντας πλήρες πρόγραμμα αποκατάστασης (βλ.
την από 3.9.2007 βεβαίωση του αναφερόμενου Κέντρου Αποκατάστασης). Μετά από την έξοδό του από το παραπάνω ίδρυμα και κατά την διάρκεια της κατ' οίκο νοσηλείας του, εμφάνισε σημεία φλεγμονής των τραυμάτων του και εισήχθη στις 4.9.2007 στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, όπου του χορηγήθηκε θεραπεία, (βλ, την από 4.9.2007 ιατρική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του).
Στις 5.9.2007, σε εξέταση του ενάγοντος από τον ιατρό της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Μονάδας 429 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού διαπιστώθηκε εξαιτίας του κατάγματος Θ12 - 01 και 02 σπονδύλων του με έντονες λειτουργικές διαταραχές (ατελή παραπάρεση, ορθοκυστικές διαταραχές) και τα συντριπτικά κατάγματα της δεξιάς κνήμης και περόνης με ενδομυελική οστεοσύνθεση, η αδυναμία κανονικής μετακίνησής του (βλ.
την από 5.9.2007 ιατρική γνωμάτευση της Μονάδας 429 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού). Στις 21.9.2007 σε νέα εξέτασή του στην Ορθοπεδική Κλινική του παραπάνω νοσοκομείου διαπιστώθηκε βελτίωση της γενικής κατάστασής του, βαδίζοντας με την αρωγή περιπατητήρα με πλήρη φόρτιση σε αμφότερα τα κάτω άκρα, παρακολουθούμενος στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της κλινικής, (βλ.
την από 21.9.2007 ιατρική γνωμάτευση της Ορθοπεδικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης). Στις 11.3.2008, σε εξέτασή του στο ίδιο τμήμα του παραπάνω νοσοκομείου, κρίθηκε πως δεν δύναται να μετακινηθεί κανονικά (βλ. την από 11.3.2008 ιατρική γνωμάτευση της Ορθοπεδικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης).
Στις 13.3.2008 σε εξέταση του ενάγοντος από τον ιατρό της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Μονάδας 429 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού διαπιστώθηκε κάταγμα 012 - 01 και 02 σπονδύλων του με έντονες λειτουργικές διαταραχές (ατελής παραπάρεση, ορθοκυστικές διαταραχές) με συντριπτικά κατάγματα της δεξιάς κνήμης και περόνης με ενδομυελική οστεοσύνθεση και κρίθηκε η αδυναμία κανονικής μετακίνησής του (βλ.
την από 13.3.2008 ιατρική γνωμάτευση της Μονάδας 429 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού). Στις 18.3.2008, ο ενάγων εισήχθη και πάλι στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 28-3-2008 και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του τοποθετημένου, πριν ενάμιση έτος, ήλου δεξιάς κνήμης, όπως, και τοποθέτηση αυξητικών παραγόντων για πλήρωση δερματικού οστικού ελλείμματος δεξιάς κνήμης και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε φαρμακευτική αγωγή (βλ.
το εξιτήριο του αναφερόμενου νοσοκομείου). Παράλληλα, στις 6.3.2007 με ομόφωνη απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε με την υπ' αριθμό .../1/204/14.12.2006 απόφαση του Αρχηγού Της Ελληνικής, Αστυνομίας, εξαιτίας των παθήσεών. του και ειδικότερα (α) των καταγμάτων δεξιάς κνήμης και περόνης, που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) με υλικά οστεοσύνθεσης και παρουσίαζαν σοβαρές υπολειμματικές λειτουργικές διαταραχές και, (β) των καταγμάτων Θ12 - 01 και 02 σπονδύλων που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) και παρουσίαζαν σοβαρές λειτουργικές διαταραχές (παραπληγία) σε πρόγραμμα αποκατάστασης, κρίθηκε ότι, ο παθών είχε ανάγκη από πρώτη μακρά αναρρωτική άδεια διάρκειας 6 μηνών (χωρίς να φέρει όπλο, άρθρο 2 § 3 του ν. 316:9/2003) και την υποβολή του σε επανεξέταση μετά την λήξη της.
Στις 11.9.2007 με ομόφωνη απόφαση της ίδιας επιτροπής που συγκροτήθηκε με την υπ' αριθμό .../1/204/14.12.2006 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, εξαιτίας των παθήσεων που αναφέρθηκαν, έκρινε ότι ο ενάγων είχε ανάγκη από δεύτερη μακρά αναρρωτική άδεια διάρκειας 6 μηνών (χωρίς να φέρει όπλο, άρθρο 2 § 3 του ν. 3169/2003) και την υποβολή του σε επανεξέταση μετά την λήξη της, ενώ με ομόφωνη απόφαση της ίδιας επιτροπής που συγκροτήθηκε με την υπ' αριθμό .../1/212/18.12.2007 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας για τις ίδιες παθήσεις ειδικότερα (α) των καταγμάτων δεξιάς κνήμης και περόνης, που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) με υλικά οστεοσύνθεσης και παρουσίαζαν σοβαρές λειτουργικές διαταραχές και, (β) των καταγμάτων Θ12 - 01, και 02 σπονδύλων που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) και παρουσίαζαν σοβαρές λειτουργικές διαταραχές και (β) ατελή πάρεση σπαστικού τύπου ορθοκυστικές διαταραχές), του χορηγήθηκε παράταση της δεύτερης μακράς αναρρωτικής άδειας, διάρκειας 6 μηνών (χωρίς να φέρει όπλο, άρθρο 2 § 3 του ν. 3169/2003) και κρίθηκε αναγκαία η υποβολή του σε επανεξέταση, μετά την λήξη της.
Τελικά, στις 23.9.2008, με ομόφωνη απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε με την υπ' αριθμό .../1/212/18.12.2007 απόφαση του Αρχηγού της Ελληνική Αστυνομίας, κρίθηκε ότι ό ενάγων εξαιτίας των παθήσεών του και ειδικότερα (α) των καταγμάτων δεξιάς κνήμης και περόνης, που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) με υλικά οοτεοσύνθεσης και παρουσίαζαν σοβαρές λειτουργικές διαταραχές και, (β) των καταγμάτων Θ 12 - 01 και 02 σπονδύλων που χειρουργήθηκαν (τον Μάρτιο του 2006) και παρουσιάζουν σοβαρές λειτουργικές διαταραχές (ατελή πάρεση σπαστικού τύπου - ορθοκυστικές διαταραχές), είναι ανίκανος, για την ενεργό υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, ικανός όμως για υπηρεσία γραφείου (άρθρο 9 του ν. 1339/1983) χωρίς να φέρει όπλο (άρθρο 2 § 3 του ν. 3169/2003) και πως οι υπηρεσίες που δύναται να εκτελεί είναι αυτές του συνημμένου στην απόφαση πίνακα (σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 16/1995), λαμβάνοντας υπόψη τις αυξημένες απαιτήσεις, σωματικές και ψυχικές καταπονήσεις και αυτής ακόμη της υπηρεσίας γραφείου (βλ.
τις αναφερόμενες αποφάσεις της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας). Στις 7.2.2011 ο ενάγων εισήχθη και πάλι στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση ουρηθροτομής λόγω στένωσης της ουρήθρες και νοσηλεύτηκε εκεί έως τις 11.2.2011..." Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ της ουσίας αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξΙας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται, μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το.
σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε ή σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή, των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Kατόπιv τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΛ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη 155/2014 απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίήσης, λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου δέχθηκε τα εξής: "Από όσα προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού είχε ως αποτέλεσμα το άλγος, τον τρόμο και την ταραχή από το ίδιο το ατύχημα κάι τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, την αγωνία που βίωσε, για την έκβαση της υγείας του, την υποβολή του σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, φαρμακευτική αγωγή, θεραπείες, για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και την ανικανότητά του και την επέλευση σημαντικών κινητικών και λειτουργικών προβλημάτων του, που χωρίς να προκύπτει από επίσημη ιατρική γνωμάτευση ότι επέφερε μόνιμη αναπηρία του, από το σύνολο των ιατρικών γνωματεύσεων που αναφέρθηκαν και την πορεία της υγείας του προκύπτει αβέβαιη και τουλάχιστον χρονοβόρα η μελλοντική αποκατάστασή του.
Επιπλέον, υποχρεώθηκε αυτός να απέχει από την εργασία του και στη συνέχεια να μεταβάλει την παροχή των υπηρεσιών του, καθώς και να απέχει από όλες της προσωπικές δραστηριότητες και ασχολίες του και την κοινωνική ζωή του για μεγάλο χρονικό διάστημα και υποβλήθηκε σε έξοδα, σε έντονη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία με την υποβολή, του σε συστηματικές θεραπείες ενώ προέβη σε χρονοβόρες διαδικασίες και δικαστικά έξοδα προς επιδίωξη των αξιώσεών του, καθώς και σε ανάλογες ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές της ηθικής του βλάβης.
Συνακόλουθα, ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του και ανακούφιση του σωματικού και ψυχικού άλγους που υπέστη. Το δικαστήριο; σταθμίζοντας τον βαθμό και το είδος της αμέλειας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος όπως εκτέθηκε, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, του είδους της προσβολής, της έντασης και διάρκειας του σωματικού και ψυχικού άλγους Του παθόντος, καθώς και από το σύνολο των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 35.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση (άρθρο 932 ΑΚ).
Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις άνω συγκεκριμένες περιστάσεις του ενδίκου ατυχήματος, αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2.9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 ΕΣΔΑ) όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή την ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επεδίκασε τελικά στον αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 35.000 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, στο πιο πάνω ποσό δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός (πρώτος) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, μέ τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν μέ την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας αλλά και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου Το παραπάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο όπως προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του ενδίκου ατυχήματος) και επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Περαιτέρω, το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που είναι σε ισχύ με το άρθρο 22 αριθ. 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, ορίζει: α) Στην παρ. 1 ότι "επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη εις τας αποδοτέας προς του νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυνάμενη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμό δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς", β) Στην παρ. 2 ότι "εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα:
α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθή", γ) Στη παρ. 3 ότι "αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας, εν αις διάδικος είναι Υπουργός η Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική Υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".
Με την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τ. Β' 11/20-1-1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 ορίστηκε ότι: "Σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου που προβλέπεται στην παράγραφο του άρθρου 31 του α.ν. 427/1945 "Περί Κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως, κωδικοποιήθηκε με το β.δ.
της 7/20 Ιουνίου,1957 (άρθρο 22 ν. 3693/1957) ορίζεται από 40.000 σε 100.000 δρχ.". Με βάση τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το κεφάλαιο περί καταδίκης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - συνεναγομένου με τον ως άνω οδηγό, Ι.
Β., στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας του αναιρεσιβλήτου, ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, παρά το γεγονός ότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το αναιρεσείον κάι τον συνεναγόμενό του, και έπρεπε να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, ως προς αυτό (αναιρεσείον), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, μόνο ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης και μόνο κατά το κεφάλαιο περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. Αναιρεθεί δε στη συνέχεια, μόνο, κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και αφού διακρατηθεί, δεδομένου ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω άλλη διευκρίνιση η υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 εδ.
Β' ΚΠολΔ), δικαστεί κατά τούτο και συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και εναγομένου-αναιρεσείοντος δικαστική δαπάνη, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 22 παρ. 2 ν. 3963/1957) και καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω ήττας στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, της προκείμενης αναιρετικής δίκης (ΚΠολΔ 183, 176 και παρ. 1 άρθρ. 22 Ν. 3693/1957), κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης, ειδικότερον, οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 155/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, μόνο ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης, κατά το κεφάλαιο περί καταδίκης του Ελληνικού Δημοσίου στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ήτοι στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρατεί και δικάζει επί της από 20.4.2011 αγωγής αποζημιώσεως, κατά το άνω αναιρεθέν μέρος.
Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων, ήτοι του ενάγοντος και του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, για την αναιρετική δίκη, από τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ