369/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated369/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού και γι’ αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔικ 576 παρ.2 ).
Full text
Απόφαση 369 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 369/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ζαχαρία Μέλεγο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Π. του Σ., 2)Κ. Π. του Σ., κατοίκων ..., ως καθολικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου(εναγομένης) Θ. χήρας Σ. Π., το γένος Σ. Κ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Οιχαλίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 29/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 16-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτή, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις με αριθμούς .../17-8-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Β. Κ., , τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύτηκε με δική του φροντίδα, ο οποίος προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιο Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της ενώπιον αυτού του Τμήματος του Αρείου Πάγου τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού και γι’ αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔικ 576 παρ.2 ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 29/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση της αρχικής εναγομένης Θ. Π., η οποία πέθανε πριν τη συζήτηση της έφεσης και τη δίκη συνέχισαν οι αναιρεσίβλητοι , εξαφάνισε την 25/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας , το οποίο είχε δεχθεί την, από 16-2-2009 αναγνωριστική της κυριότητας του ακινήτου που περιγράφεται, αγωγή του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 495, 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1033, 1193, 1195, 1198 , 1199 και 1710 παρ. ΑΚ , 70 ΚΠολΔικ η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, αν η αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ’ ουσία βάσιμη, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής όσο και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε να αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, υποχρεούται ο τελευταίος (ενάγων) για τη θεμελίωση της αγωγής κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ) να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης επίσης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχό του .
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι επί ακινήτου για την επ’ αυτού κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή, εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Για το συνυπολογισμό αυτό στη νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της έκτακτης χρησικτησίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά απλώς διαδοχή στη νομή που επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα.
Περαιτέρω, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση , όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 16-2-2009 αγωγής του αναιρεσείοντος [ενάγοντος], για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του ακινήτου που επαρκώς περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης αυτού 500 τ.μ.
και μετά από νεότερη καταμέτρηση 1.524 τ.μ. Εξέθετε δε στην αγωγή αυτή αναφορικά με τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, ότι περιήλθε σε αυτόν σε μεγαλύτερη έκταση κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου, με την, ενώπιον του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Αθανασίου Τζώρτζη, ...9-10-1965 πράξη αποδοχής κληρονομίας του πατέρα του , που πέθανε στις 27-2-1960 χωρίς να αφήσει διαθήκη.
Με την ίδια πράξη αποδέχθηκαν την ίδια κληρονομία και η μητέρα του και σύζυγος του θανόντος και τα αδέλφια του Π., Μ., Α. και Ε. Κ.. Άλλως απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού με την προσμέτρηση του χρόνου νομής και του δικαιοπαρόχου τους κατείχαν το επίδικο, παραχωρώντας τη χρήση τμήματος αυτού [επιδίκου], ασκώντας την εποπτεία και επιτήρηση αυτού για χρονικό διάστημα « πέραν της 40ετίας ».
Ο απώτερος δικαιοπάροχός του είχε αποκτήσει το επίδικο « με χρησικτησία έτη πολύ νωρίτερα του θανάτου του » . Μετά την ως άνω αποδοχή της κληρονομίας και συγκεκριμένα το έτος 1965 οι ως άνω συγκληρονόμοι, μητέρα και αδέλφια του, δώρισαν σε αυτόν ατύπως τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας του μείζονος ακινήτου και από τότε κατέχει και νέμεται ο ίδιος όλο το ακίνητο και ασκεί τις αναφερόμενες πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα ετών.
Ο απώτερος δικαιοπάροχός του και πατέρας του το έτος 1954 παραχώρησε με σύμβαση χρησιδανείου στο σύζυγο της εναγομένης τμήμα του ακινήτου, προκειμένου αυτός να κατασκευάσει αλευρόμυλο, με την πρόσθετη συμφωνία ότι η σύμβαση χρησιδανείου θα έληγε με το θάνατο του χρησάμενου. Το έτος 1992 πέθανε ο τελευταίος , αλλά ο ενάγων ανέχθηκε την παραμονή στη χρήση του ακινήτου της εναγομένης, προκειμένου αυτή να απομακρύνει τα μηχανήματα και όσα κινητά πράγματα υπήρχαν.
Το έτος 1998 και μετά από πυρκαϊά που κατέστρεψε τον αλευρόμυλο, η εναγομένη ισχυριζόταν ότι αυτή είναι κυρία του ακινήτου επί του οποίου είχε ανεγερθεί. Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος του επίδικου ακινήτου των 50,50 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας του1.524 τ.μ.
κατά μεν το ποσοστό των 3/20 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, κατά δε για ολόκληρο το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία. Με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατ’ ορθή υπαγωγή του σφάλματος του οποίου γίνεται επίκληση και όχι του άρθρου 560 αριθμός 1 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι παρά το νόμο α) απέρριψε την αγωγή του κατά μεν την κύρια βάση της ως αόριστη, με την αιτιολογία « στην αγωγή δεν αναφέρεται νόμιμος τρόπος κτήσης της κυριότητας από τον εν λόγω δικαιοπάροχο , διότι γίνεται λόγος για χρησικτησία στο πρόσωπο εκείνου, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε λείπει η προϋπόθεση της παράγωγης κτήσης κυριότητας από αληθινό κύριο, στοιχείο που δεν συμπληρώθηκε ούτε με τις από 18-10-2009 προτάσεις που υπέβαλε ο ενάγων στον πρώτο βαθμό ».
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική εναγομένη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με δήλωσή της στα ταυτάριθμα πρακτικά είχε ρητά αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και του τελευταίου Και β) περιόρισε το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας του αναιρεσείοντος από το έτος 1965, παραλείποντας να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής και αυτόν του δικαιοπαρόχου με την αιτιολογία ότι δεν ήταν νομή χρησικτησίας , αλλά νομή που απέρρεε από κεκτημένο δικαίωμα κυριότητας.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται σε ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πλημμέλεια, όμως, η οποία, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Σύμφωνα με τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ , όπως ισχύει από 1-1-2016 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων , επιτρέπεται αναίρεση μόνο : 1.....6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης».
Η διάταξη αυτή είναι η αντίστοιχη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Είναι δε προφανές ότι, όταν, υπό την επίφαση οποιουδήποτε αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 ΚΠολΔικ, πλήττεται ουσιαστικά η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ ορθή εκτίμησή του , αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 και όχι η από τον αριθμό του ίδιου άρθρου πλημμέλεια , ότι « το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός μου περί καταρτίσεως συμβάσεως χρησιδανείου επινοήθηκε από εμένα και συνεπώς δεν είχαν καταρτιστεί τέτοιες συμβάσεις χρησιδανείου και ότι τόσο ο σύζυγος της αρχικώς εναγομένης Σ.
Π. , όσο και η ίδια μετά το θάνατό του από το έτος 1992, νεμόταν το επίδικο για λογαριασμό της τελευταίας και όχι ως αντιπρόσωποι .και ακολούθως απέρριψε τον ισχυρισμό μου περί αντιποιήσεως της νομής εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης και συνακόλουθα έκρινε ότι δεν απεδείχθη το δικαίωμα κυριότητάς μου επί του επιδίκου ακινήτου.παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 974, 980, 982 και 1045 ΑΚ».
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος , γιατί με την επίφαση της παραβίασης του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πλήττεται ουσιαστικά η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας , που είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2016 αίτηση αναίρεσης της 29/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ