Legislator Case Law & Legislation
369/2015 AI generated

369/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 369/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Α. Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

369/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Keywords

AI generated
loss of citizenship ownerless property disposition mortis causa rights of heirs expired residence permit termination of curatorship
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 369 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 369/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Α. Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. συζ. Ε. Κ., το γένος Ε. Α., κατοίκου ..., και 2)Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους Χ. χήρας Ε. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Δαμουλή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. συζ. Α. Τ., κατοίκου ..., ως μοναδικής κληρονόμου του Α. Τ., 2)Ό. χήρας Γ. Σ., το γένος Σ. Τ., 3)Θ. Σ. του Γ., 4)Κ. Σ. του Γ., 5)Α. Σ. του Γ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Γ. Σ., 6)Ε. συζ. Ι. Σ., το γένος Γ. Σ., 7)Μ. συζ. Ι. Τ., το γένος Γ. Σ., και 8)Χ. Σ. του Γ., κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 5η, 6η, 7η και 8ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/1992 αγωγή των ήδη 6ης, 7ης, 8ου των αναιρεσιβλήτων και των αρχικών διαδίκων Α. συζ. Α. Τ. και Γ. Ε. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/11/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Α. Μαγιάκου ανέγνωσε την από 10/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β1 του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 30/11/2012 αίτηση για αναίρεση της 282/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αρχική συζήτηση της οποίας (αίτησης αναίρεσης) είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 17/9/2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτημα των αναιρεσιβλήτων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14/1/2015).

Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, Μ. Τ., Ό. Σ., Θ. Σ. και Κ. Σ., αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο το ακροατήριο, κατά την προαναφερθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο, ενώ οι λοιποί διάδικοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Όπως όμως προκύπτει από τις με αριθμούς 1855δ, 1856δ, 1858δ και 18595/20.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Π. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσηςμε τις κάτω από αυτά πράξεις ορισμού δικασίμου για τις 17/9/2014 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πιο πάνω απειλόμενους αναιρεσιβλήτους.

Κατόπιν αυτών το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των τελευταίων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 αρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτή, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός- (κληρονόμος) αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και η αποδοχή μεταγραφεί.

Τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση που η κληρονομιά είχε επαχθεί πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. και σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ., διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών. Κατά τους ορισμούς του Β.ρ.Δ., που έχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή [(ν. 3 Εισ. (3-1) 141 πανδ. (11.28), 20 πανδ. (29.2), βασ. 17 (35.14) 7 Εισ. (2.19)1 και 2 και (3.1) , 14 πανδ. (38-16), 11 πανδ. (28.2), 3 πανδ. (6.30)] επί μεν των οικείων (sui), οι οποίοι ήταν τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, η απόκτηση της κληρονομιάς, τόσο με την κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου) όσον και από διαθήκη, γινόταν αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή βούληση αυτών.

Προκειμένου όμως για εξωτικούς, στους οποίους ανήκουν τα ενήλικα τέκνα του και η σύζυγος, αυτοί, για να αποκτήσουν την κληρονομιά και συνεπώς να γίνουν κύριοι των ακινήτων των οποίων ήταν κύριος ο κληρονομούμενος, έπρεπε, όχι μόνο να επαχθεί η κληρονομιά, αλλά και να υπεισέλθουν σ' αυτή, δηλαδή να την αποδεχθούν είτε με ρητή δήλωσή τους ότι την αποδέχονται, είτε σιωπηρά με οποιεσδήποτε πράξεις που υποδηλώνουν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμοι.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Β.ρ.Δ. [των ν. 1, νομ. 10 πανδ (29.2) βασ. 10 (35-14)], η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρος της κληρονομιάς ισχύει για το όλο, επί του οποίου και καθίσταται αυτός συγκοινωνός μαζί με τους λοιπούς κληρονόμους ενώ, εξάλλου, από τις διατάξεις του ίδιου δικαίου (ν. 3 κωδ. (7.34) 42 πανδ. (41.2) ν. 7 παρ. 5 πανδ. (10.3), καθώς και από τα άρθρα 785 - 787, 980, 981, 982 και 1113 Α.Κ.

σαφώς συνάγεται ότι, αν ο εξ αδιαθέτου συγκύριος (συγκληρονόμος) κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των υπολοίπων συγκοινωνών (συγκληρονόμων) κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει και αν αυτοί δεν έχουν επιληφθεί της νομής του και δεν μπορεί να αντιτάξει κατά τούτων αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό (Α.Π. 2028/2009).

Μόνη η κατοχή του κληρονομιαίου πράγματος ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων υπ' αυτού από ένα συγκληρονόμο, δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, αν δεν εκδηλωθεί σαφώς στους άλλους συγκληρονόμους η βούλησή του περί αποκλειστικής, στο όνομά του και μόνον νομής του κοινού πράγματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251, 1094 και 1095 Α.Κ. η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι 20 έτη και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος από τον εναγόμενο, με την οποία επέρχεται η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας-, έτσι ώστε αυτό δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί, ενώ η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας δεν υπόκειται σε παραγραφή, αν όμως παραγραφεί η αξίωση που ασκείται με την αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή, εκλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την αναγνώριση της κυριότητας και η αναγνωριστική αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τους περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. Α.Π. 8/2001).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένα οικόπεδο έκτασης 543 τ.μ., με την επ' αυτού ισόγεια παλαιά οικία, το οποίο στο από 23.3.1979 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού κ.

Δ., εμφαίνεται υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α, βρίσκεται στην Κατερίνη, στην ενορία Αγίας Παρασκευής, στην οδό Αγίας Παρασκευής αριθ. 38 και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Ν. επί πλευράς Η-Θ, 8 μ. και κληρονόμων Κ. Κ., επί πλευράς Δ-Ε, 7,20 μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., επί πλευράς Μ-Α, Μ-Δ 19 μ., Λ-Κ, 13,30 μ.

και Ζ-Θ, 21,20 μ., δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Β. επί πλευράς Α-Β 24,55 μ. και κληρονόμων Ν. Κ. επί πλευράς Β-Γ 2,80 μ. και Ι-Δ 5,60 μ. και νότια με οδό Αγίας Παρασκευής. Του ακινήτου αυτού, νομικής φύσης μούλκ, αρχικός κύριος ήταν ο απώτατος κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Α. Α., ο οποίος το 1880 το είχε αγοράσει από Οθωμανό υπήκοο και το έτος 1900 άτυπα το πώλησε στον υιό του Χ.

Α., ο οποίος, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, έκτοτε, και μετά το θάνατο του πατέρα του το 1902, το εξουσίαζε συνεχώς, καθόσον ήταν ιδιόκτητο (μουλκ) και εξομοιωνόταν με κινητό. Συγκεκριμένα αυτός διέμενε στην κτισμένη εντός του οικοπέδου οικία μαζί με την πολυμελή οικογένειά του, ενώ στον ακάλυπτο χώρο αυτού καλλιεργούσε δένδρα και κηπευτικά για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών τους, συνεχώς μέχρι το έτος 1931, όταν προς αναζήτηση εργασίας και βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου και απεβίωσε το 1933.

Ο εν λόγω αποβιώσας κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.ρ.Δ. και συγκεκριμένα από τη νόμιμη σύζυγο του Ά. και τα τρία φυσικά τέκνα του, τον Ε. (σύζυγο και πατέρα των αρχικώς εναγομένων), την Α. (σύζυγο και μητέρα των αρχικώς υπό στοιχεία 2α, 2β, 2γ και 2δ εναγόντων αντίστοιχα) και την Α., πρώτη των αρχικώς εναγόντων, τα οποία είχαν γεννηθεί τα έτη 1906, 1912 και 1916 αντίστοιχα.

Οι άνω κληρονόμοι του αποβιώσαντος, τα τέκνα του οποίου κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ενήλικα, εκτός από τη θυγατέρα του Α. που ήταν ανήλικη (δεν είχε συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας της), αποδέχθηκαν τη επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, με ενεργό ανάμειξή τους στη διοίκηση και διαχείριση αυτής, κατά ποσοστό 36/144 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των τριών αυτών (συζύγου και δύο ενήλικων τέκνων), ενώ κατά το ίδιο ποσοστό απέκτησε αυτή (κληρονομιά), η άνω ανήλικη Α., που ως sui (οικεία) τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία του αποβιώσαντος, αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή βούληση αυτής, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα οι ανωτέρω συνέχισαν να ασκούν στο επίδικο, με διάνοια συγκυρίων, αδιάκοπα τις ίδιες άνω πράξεις που ασκούσε και ο κληρονομούμενος (διέμεναν στην οικία, στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου καλλιεργούσαν- λαχανόκηπο, επόπτευαν αυτό), δηλωτικές της θέλησής τους να είναι συγκληρονόμοι σ' αυτό, οι οποίες ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του, πράξεις τις οποίες η επιτροπευομένη από τη μητέρα της ανήλικη Α., μετά την ενηλικίωση της το 1937 ασκούσε η ιδία, έχοντας έτσι καταστεί συγκύριοι του επιδίκου, κατά τα παραπάνω ποσοστά με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, υπεισελθόντες στην κληρονομιά του θανόντος το 1933 Χ.

Α.. Το έτος 1932 η παλαιά οικία κατεδαφίστηκε και στη θέση της ανεγέρθηκε νέα, με χρήματα που κατέβαλαν τα αδέλφια Ε. και Α. Α. και προέρχονταν από την εργασία τους, του πρώτου ως υποδηματοποιού και της δεύτερης ως μοδίστρας. Το έτος 1934 η Α. Α. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Γ. Σ., συνέχισε όμως και μ' αυτόν να διαμένει στην άνω πατρική οικία, μαζί με τους υπόλοιπους κληρονόμους, δηλαδή την Ά., μητέρα της Α.ς και τα αδέλφια αυτής Ε.

και Α. και να εργάζεται ως μοδίστρα βοηθούμενη από την αδελφή της Α. και να βοηθάει με τα εισοδήματά της στην κοινή οικονομία της οικογένειας, μέχρι το έτος 1938, όταν και μαζί με το σύζυγο της εγκαταστάθηκε σε άλλη οικία στη Νέα Ζωή. Το 1943, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, απεβίωσε η Α. Α., χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην κληρονομιά της, στην οποία περιλαμβανόταν και το από 36/144 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου, υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγος της Γ.

Σ. και τα ανήλικα τέκνα της Ε., Μ. και Χ. (με στοιχεία 2α, και 2β, 2γ, 2δ των αρχικώς εναγόντων αντίστοιχα), κατά ποσοστό 9/144 εξ αδιαιρέτου καθένας, οι οποίοι αποδέχθηκαν αυτήν, ο μεν σύζυγος εκδηλώνοντας ρητώς τη θέλησή του, τα δε ανήλικα τέκνα διά του ανωτέρω, ασκούντος την πατρική εξουσία πατέρα τους, ως νομίμου εκπροσώπου αυτών, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την διανοία κληρονόμου ανάμειξή τους στην κληρονομιά.

Μετά το θάνατο της συζύγου του Α., ο Γ. Σ. τέλεσε δεύτερο γάμο με την Ό. Σ. και τα από τον πρώτο γάμο άνω τέκνα του, επέστρεψαν σταδιακά στην παραπάνω κληρονομική οικία του παππού τους Χ. Α., όπου διέμειναν μαζί με τη γιαγιά τους Ά. συζ. Χ. Α. και τους θείους τους Ε. και Α.. Συγκεκριμένα, οι θυγατέρες της Α., Ε. και Μ., επέστρεψαν τα έτη 1945 και 1952 αντίστοιχα και διέμειναν σ' αυτήν, η πρώτη μέχρι το 1971 και η δεύτερη μέχρι το 1962, όταν αποχώρησαν από την άνω οικία, ενόψει τέλεσης γάμου, η πρώτη με τον Ι.

Σ. και η δεύτερη με τον Ι. Τ., ο δε υιός της Χ. επέστρεψε το έτος 1956 και διέμεινε μέχρι το 1971 όταν και αποχώρησε από αυτήν. Στο μεταξύ η Α. Α., που ήδη είχε συνάψει γάμο με τον Α. Τ., το έτος 1950 αποχώρησε από την πατρική τους οικία και εγκαταστάθηκε μαζί με το σύζυγο της σε οικία στην Περίσταση Πιερίας. Ακολούθως, το έτος 1957 απεβίωσε η από τους συγκληρονόμους Ά.

συζ. Χ. Α. και το ως άνω εξ αδιαιρέτου κληρονομικό της μερίδιο επί του επιδίκου, περιήλθε στα τέκνα της Α. κα l Ε. κατά ποσοστό 12/144 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ενώ, κατά το υπόλοιπο 12/144 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, στα πιο πάνω τέκνα της προαποβιώσασας θυγατέρας της Α.. Την κληρονομιά της ανωτέρω θανούσας αποδέχθηκαν τα τέκνα της Α., καθώς και η Α.

Τ. προβαίνοντας στη μεταγραφή του υπ' αριθμ. 2007/4.5.1990 πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κατερίνης, περί μη αποποίησης της κληρονομιάς, στον τόμο 257 και αριθμ. 88 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης. Καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, και μετά τη σταδιακή αποχώρηση των άνω συγκληρονόμων, στην πατρική οικία διέμενε συνεχώς, μέχρι το 1973, με τη δική του οικογένεια, ο Ε.

Α., σύζυγος και πατέρας των αρχικώς εναγομένων και συγκύριος αυτής κατά ποσοστό 48/144 εξ αδιαιρέτου, με την συναίνεση όμως όλων των λοιπών συγκυρίων που του επέτρεψαν τη χρήση, λόγω των άριστων συγγενικών τους σχέσεων και του ότι εκείνος δεν είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει άλλη οικία για την οικογένειά του.

Όμως ο Ε. Α. ποτέ δεν αμφισβήτησε τα επί του κληρονομιαίου ακινήτου ανωτέρω δικαιώματα των συγκληρονόμων του, κανείς των οποίων άλλωστε δεν εκδήλωσε την πρόθεση να αποξενωθεί αυτών, μολονότι δεν διέμεναν πλέον σ' εκείνο, γεγονός που προκύπτει από την κατά καιρούς εκδήλωση ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση και φροντίδα αυτού.

Σχετική η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ε. Ο., ο οποίος εξετασθείς κατέθεσε, μεταξύ άλλων ότι "... μετά το 1970 με βρήκε ο Ι. Σ., σύζυγος της Ε. Σ. (2β των εναγόντων) και μου είπε αν δέχομαι ως εργολάβος να χτίσω με αντιπαροχή το επίδικο οικόπεδο...". Όταν το 1973 ο Ε. Α. εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του, οριστικά στην Αθήνα, μετά από συμφωνία όλων των συγκυρίων, προέβη στην εκμίσθωση της άνω οικίας, αρχικά στην Μ.

Α. με το από 30.8.1975 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη συνέχεια για διάστημα τριών ετών στο συγχωριανό τους Ν. Α. με τα από 1.5.1977, 1,5,1978 και 1.5.1979 ιδιωτικά συμφωνητικά, εισπράττοντας, με τη συναίνεση όλων, τα μισθώματα για τον ίδιο. Μετά το θάνατο του ανωτέρω η οικία παρέμεινε εκμισθωμένη στον ίδιο άνω μισθωτή μέχρι το 1981, έκτοτε δε διέμεναν σ' αυτήν περιστασιακά οι κληρονόμοι του ανωτέρω, η σύζυγος του Χ. (1η των αρχικώς εναγομένων) και τα τέκνα του Α.

και Α. Α. (2η και 3ος των αρχικώς εναγομένων ήδη εκκαλούντων) όταν έρχονταν στην Κατερίνη κατά τους θερινούς μήνες ή τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα. Σε όλες τις παραπάνω ενέργειες προέβησαν ο Ε. Α. και μετά το θάνατο αυτού οι κληρονόμοι του, αρχικώς εναγόμενοι, στα πλαίσια του δικαιώματος συγκληρονομίας, χωρίς ποτέ, μέχρι το έτος 1987, να αμφισβητήσουν τα επί του επιδίκου δικαιώματα των λοιπών συγκυρίων - συγκληρονόμων, αρχικώς εναγόντων, στο όνομα των οποίων θεωρείτο ότι ενεργούσαν.

Το έτος 1989 η Α. Τ. και ο Γ. Σ. (1η και υπό στοιχεία 2α των αρχικώς εναγόντων), ζήτησαν από τους άνω κληρονόμους του Ε. Α. (αρχικώς εναγομένους) να προβούν στην αξιοποίηση του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου και τότε, για πρώτη φορά, πληροφορήθηκαν ότι oι τελευταίοι με την 53413/14.8.1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ.

Συλλόπουλου, είχαν αποδεχθεί ως κληρονομιά εκείνου ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, για το οποίο ανέφεραν σ' αυτή, ότι το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα του άνω κληρονομουμένου με άτυπη πώληση από τον πατέρα τους Χ. Α. το έτος 1931, και ότι έκτοτε εκείνος το κατείχε καλόπιστα για διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα (40) ετών.

Επικαλούμενοι τα ίδια ανωτέρω περιστατικά ως και ότι οι αρχικώς ενάγοντες ποτέ δεν αμφισβήτησαν την επί του επιδίκου κυριότητα του Ε. Α., ενώ εκείνοι, δεν άσκησαν ποτέ σ' αυτό πράξεις νομής, οι αρχικώς εναγόμενοι προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας τους είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ισχυρισμός που επαναφέρεται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Πλην, αυτός δεν γίνεται αποδεκτός ως ακριβής, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη άτυπη πώληση του επιδίκου από τον Χ. Α., πριν τη μετανάστευσή του στις Η.Π.Α. το 1931, στον υιό του Ε. Α., ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, μετά το θάνατο του πατέρα του το 1933, νεμόμενος το επίδικο μέχρι τον επελθόντα το 1978 θάνατο του ιδίου είχε καταστήσει προηγουμένως γνωστή, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στους παραπάνω συγκληρονόμους αυτού, ότι νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου αποκλειστικά για τον ίδιο, ενώ εκούσια αποξένωση των συγκληρονόμων του από την πατρική τους οικία δεν προέκυψε.

Από τους εξετασθέντες μάρτυρες ανταπόδειξης, η μεν Ε. Κ. κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά με τα ανωτέρω, ο δε Ι. Β., ότι για όσα κατέθεσε δεν έχει ιδίαν αντίληψη, αλλά τα γνωρίζει από διηγήσεις του ίδιου του Ε. Α.. Αντίθετα, οι μάρτυρες απόδειξης Θ. και Ε. Ο. κατέθεσαν ότι, ποτέ δεν μεταβιβάστηκε το επίδικο λόγω πώλησης στον Ε.

Α., ότι για πρώτη φορά το 1989 οι κληρονόμοι του γνωστοποίησαν στους αρχικώς ενάγοντες τη βούλησή τους να νέμονται για τους ίδιους το επίδικο, ενώ προγενέστερα δεν είχε εκδηλωθεί ποτέ από τον Ε. Α. αλλά και τους ίδιους, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, τέτοια βούληση εξουσίας του όλου επιδίκου αποκλειστικά για τους ίδιους.

Έτσι, και εφόσον ο δικαιοπάροχος των αρχικώς εναγομένων ουδέποτε είχε γνωστοποιήσει προς τους λοιπούς συγκληρονόμους, αρχικώς ενάγοντες, την πρόθεσή του να νέμεται και το πλέον της μερίδας του ως ίδιο, δεν απέκτησε την κυριότητα του όλου ακινήτου, δηλαδή και κατά τα ανήκοντα στους ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, κατά τα οποία οι τελευταίοι είναι συγκύριοι ως συγκληρονόμοι και συνεπώς αυτοί δεν μπορούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να αντιτάξουν κατ' εκείνων την ένσταση της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.

Πλην του ότι βέβαια, από το έτος 1989 που οι αρχικώς ενάγοντες έλαβαν γνώση της προσβολής του δικαιώματος τους μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής (επίδοση αυτής 27.3.1992 έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ.), δεν είχε συμπληρωθεί η 20ετής παραγραφή της αξίωσης αυτών που περιέχεται στην αντίστοιχη διεκδικητική αγωγή για το ίδιο ακίνητο, αυτή (κρινόμενη αγωγή) δεν παρίσταται χωρίς έννομο συμφέρον".

Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι " Σύμφωνα με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, δεν προέκυψαν περιστατικά ή ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά των αρχικώς εναγόντων, από τις οποίες να δημιουργήθηκε στους ανωτέρω εύλογα η πεποίθηση ότι αυτοί (αρχικώς ενάγοντες) δεν θα ασκήσουν το κληρονομικό τους δικαίωμα, ενώ μόνη η επικαλούμενη από αυτούς μακροχρόνια αδράνεια των αρχικώς εναγόντων δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος των τελευταίων καταχρηστική.

Εξάλλου, οι αρχικώς εναγόμενοι δεν απέδειξαν επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες, τις οποίες ούτε και προσδιόριζαν, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση της αξίας του εκατέρωθεν προσδοκώμενου συμφέροντος ή οφέλους και να κριθεί η ύπαρξη προφανούς έκδηλης ανάθεσης των πράξεων άσκησης του δικαιώματος προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή το σκοπό του δικαιώματος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των αρχικώς εναγομένων περί ιδίας κυριότητας, παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, έκρινε ότι είναι βάσιμη η ένδικη αναγνωριστικής (συγ)κυριότητας αγωγή των αρχικώς εναγόντων κατά των αρχικώς εναγομένων, στη δικονομιή θέση των οποίων υπεισήλθαν μετά το θάνατο ορισμένων από τους διαδίκους οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, και ακολούθως απέρριψετην έφεση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΡΔ ως και των άρθρων 785-787, 980, 981, 982, 1113, 249, 251, 1094, 1095 και 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης συγκυριότητας των αρχικώς εναγόντων στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, της μη κτήσης αποκλειστικής κυριότητας των αρχικώς εναγομένων στο πιο πάνω ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), της μη παραγραφής της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής και της μη καταχρηστικής άσκησής της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, οι δε περαιτέρω διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις τους είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του Εφετείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που δωρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικά ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 ΚΠολΔ, μπορούσε να γίνει.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 14 και 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες α)της παρά το νόμο παράλειψης κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης της ένδικης αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, εξαιτίας της άσκησης δύο προγενέστερων όμοιων αγωγών μεταξύ των ίδιων διαδίκων και β) της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 62-72 και 73 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη νομιμοποίηση των διαδίκων, που συνεχίζουν την παρούσα δίκη ως κληρονόμοι των αρχικών διαδίκων. Όμως, από την επισκόπηση του από 3/11/2010 δικογράφου της έφεσης των ηττηθέντων στον πρώτο βαθμό αναιρεσειόντων προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό σχετικοί λόγοι περί εκκρεμοδικίας και έλλειψης νομιμοποίησης των διαδίκων.

Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που προσδίδει σε αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι για το σχηματισμό της απορριπτικής του κρίσης, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους και, στη συνέχεια, των νόμιμων κληρονόμων του στο επίδικο ακίνητο, προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και "δέχθηκε ως αληθή μόνον όσα κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν σχολίασε καθόλου τα έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες".

Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, όπως βεβαιώνει, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), χωρίς να προσδώσει σε κάποιο από αυτά μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που έχουν κατά το νόμο.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων πέμπτης, έκτης, έβδομης και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/11/2012 αίτηση των Α. Κ. και Α. Α. για αναίρεση της 282/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων πέμπτης, έκτης, έβδομης και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ