Supreme Court partially allows appeal against public utility's dismissal of labor contract claims, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiffs' labor contract claims. The plaintiffs argued that their employment contracts were de facto indefinite-term contracts covering permanent needs, violating specific labor laws, while the public utility contended the contracts were valid fixed-term agreements. The court found the lower court erred in applying the wrong legal provisions and failed to recognize the indefinite nature of the employment relationship, leading to a remand for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible in part when the lower court misapplies substantive labor law provisions regarding the classification of employment contracts, necessitating a retrial to correct the legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ι. του Γ., έως και 74) Κ. Θ. του Ι., κατοίκων .... Οι 4ος, 10ος, 11ος, 13ος, 17η, 19ος, 23ος, 25ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35η, 36ος, 37ος, 40ος, 41ος, 45ος, 48ος, 49ος, 51ος, 53ος, 54ος, 55ος, 56ος, 58ος, 59ος, 60ος, 61ος, 63ος, 64η, 65ος, 68ος, 69ος, 70ος, 71η και 74ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη και Χρήστο Νικολουτσόπουλο, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο ότι: α) οι 2ος, 3ος, 7ος, 27ος, 28ος, 29ος, 38η, 39ος και 52ος των αναιρεσειόντων παραιτούνται από το δικόγραφο της από 20-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και β) ο 57ος των αναιρεσειόντων Δ. Ρ. του Γ., απεβίωσε στις 8-3-2007 και στη βιαίως διακοπείσα δίκη υπεισέρχονται ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι Ε. Δ. του Β., χα Δ. Ρ., Γ. Δ. Ρ. και Σ. Δ. Ρ., κάτοικοι ..., οι οποίοι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 20-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως. Επίσης δήλωσαν τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς την 67η των αναιρεσειόντων Α. Κ. του Ν.. Οι 9ος, 12ος, 14ος, 15ος, 16ος, 18ος, 20ος, 24ος, 30ος, 31ος, 43ος, 44ος, 47ος, 50η, 62ος και 66ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους. Οι 1ος, 5ος, 6ος, 8ος, 21η, 22ος, 26ος, 42ος, 46ος, 67η, 72ος και 73ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής επιχείρησης (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ" (Δ.Ε.Υ.Α.Τ.), που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζυγούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, των ήδη αποβιωσάντων Δ. Ρ. και Α. Κ. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 294, 295§1, 296, 297, 299 και 495§1 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθ. 573§1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί, ολική ή μερική, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον διάδικο είτε από τον κατ' άρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθ. 94§1, 96§1, 98 ΚΠολΔ).
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθ. 286 περ. α', 287§1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται με τον θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, στην συνέχεια δε, εφόσον δεν αμφισβητείται (και γενικά αποδεικνύεται) η ιδιότητά τους αυτή, οι κληρονόμοι του αποθανόντος αρχικού διαδίκου, ως υπεισελθόντες στην δικονομική θέση εκείνου, μπορούν να παραιτηθούν ως άνω από το δικόγραφο της ασκηθείσης απ' αυτόν αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης (α) οι 2ος, 3ος, 7ος, 27ος, 28ος, 29ος, 38η, 39ος και 52ος αναιρεσείοντες με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση των εχόντων ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρων τους Κων. Τοκατλίδη και Χρ. Νικολουτσόπουλου (με αριθ. .../20-9-2012 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημ. Μπουρνάζου) παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (β) οι αυτοί ως άνω δικηγόροι έχοντες ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα με βάση το ως άνω πληρεξούσιο, δήλωσαν ότι ο 57ος αναιρεσείων Δ. Ρ. απεβίωσε την 8-3-2007 (δηλ. μετά τη άσκηση της αναίρεσης) και στην ούτω διακοπείσα βιαίως δίκη υπεισέρχονται ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ως δεν αμφισβητήθηκε, οι Ε. Δ. χα Δ. Ρ., Γ. Δ. Ρ. και Σ. Δ. Ρ., οι οποίοι παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης. Επομένως, ως προς όλους τους παραπάνω διαδίκους πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.
ΙΙ. Όπως αποδεικνύεται από τις 3557γ, 2763γ, 3559γ, 2759γ, 3571γ, 2771γ, 3558γ, 2761γ, 3560γ, 2758γ, 3529γ, 2754γ, 3561γ, 2779γ, 3572γ, 2781γ, 3553γ, 2775γ, 3575γ, 2777γ, 3573γ και 2773γ/2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και της από 15-5-2012 κλήσης, με την οποία ύστερ' από αλλεπάλληλες ματαιώσεις ορίσθηκε προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης η αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμος, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους 1ο, 5ο, 6ο, 8ο, 21η, 22ο, 26ο, 42ο, 46ο, 72ο και 73ο των αναιρεσειόντων (με την επιμέλεια των λοιπών) που δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία τους το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 62 εδ. α', 73, 313§1 εδ. δ', 556 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ συνάγεται, ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της (κατάθεσης, άρθ. 495 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλ. της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος (ΑΠ 658/2012, 1611/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 263/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας ασκήθηκε την 26-1-2007 (κατά την επ' αυτής πράξη κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Λάρισας), ενώ η 67η αναιρεσείουσα Α. Κ. του Ν. πέθανε την 5-9-2004 (με αριθ. 33/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Μεγάλων Καλυβίων Τρικάλων), δηλ. πολύ πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, ως προς αυτήν η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ δεν τίθεται θέμα βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου της ως άνω αναιρεσείουσας και η σχετική δήλωση των ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων των λοιπών, νομίμως παρισταμένων, αναιρεσειόντων που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προκύπτει αν αυτοί είχαν σχετική πληρεξουσιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής (βλ. 21804/2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών Δήμου Τρικκαίων, 2038 και 7315/2012 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων), που νομιμοποιούνται να προβούν σε τέτοια δήλωση (και δήλωση επανάληψης της δίκης στο όνομά τους), στερείται εννόμων συνεπειών (ΑΠ 658/2012).
IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ, προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 123/2012). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας.
Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης (ή σχέσης) ως σύμβασης εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλα ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΠλΟλΑΠ 7/2001, ΑΠ 455/2012, 123/2012, 1682/2011).
Περαιτέρω, με το άρθ. 20§4 ν. 2738/1999 προστέθηκε ως περίπτωση και στο άρθ. 14§2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, η πρόσληψη δηλ.
του προσωπικού αυτού δεν γίνεται με την διαδικασία που ορίζεται κατά περίπτωση από το ν. 2190/1994, και δη από το ΑΣΕΠ με διαγωνισμό ύστερ' από προκήρυξη (άρθ. 15) ή με προκήρυξη θέσεων που πληρούνται με σειρά προτεραιότητας (άρθ. 18) κ.λπ. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφισταμένους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για τον λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στα πλαίσια συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει, καταρχήν, αυτοδικαίως και την λήξη τους (άρθ. 669§1 ΑΚ), με την επιφύλαξη, βέβαια, των προαναφερθέντων ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων αορίστου, στην πραγματικότητα, χρόνου, με την προϋπόθεση ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες (καθώς και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) με την από 17-5-2003 ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) εξέθεσαν, ότι το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) ΝΠΙΔ αποτελεί δημοτική επιχείρηση, συσταθείσα το έτος 1996 με απόφαση του Δήμου Τρικάλων και διεπομένη από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ότι σκοπός αυτού, όπως προσδιορίσθηκε με τις συναφείς συστατικές πράξεις είναι η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας στους δημότες και συγκεκριμένα η συντήρηση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης, ότι το εναγόμενο, υπαχθέν σε προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων ΟΤΑ για την πρόσληψη ανέργων με επιδότηση από τον ΟΑΕΔ που καταρτίσθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με απόφαση της Διοίκησής του προσέλαβε τους (ήδη αναιρεσείοντες) ενάγοντες, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 έως 17-11-2000, κατά τις εκεί διακρίσεις, και με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες, ότι ειδικότερα οι περισσότεροι απ' αυτούς υπήχθησαν σε πρόγραμμα που καταρτίσθηκε με τις 3302 και 33707/1999 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνολικής διάρκειας 16 μηνών για τους άνδρες και 18 μηνών για τις γυναίκες, με 12μηνη επιδότηση της μισθοδοσίας τους, ενώ οι υπόλοιποι σε όμοιο πρόγραμμα του έτους 2000 συνολικής διάρκειας 20 μηνών, ότι εξαρχής, δηλ.
από την πρόσληψή τους, οι συμβάσεις τους ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η εργασία που παρείχαν οι ενάγοντες, τοποθετηθέντες σε προβλεπόμενες από το Ειδικό Οργανόγραμμα του εναγομένου θέσεις χωρίς διάκριση αυτών έναντι των λοιπών υπαλλήλων του που είχαν προσληφθεί σε προγενέστερο χρόνο, εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης του εναγομένου, μη σχετιζόμενες και μη συνδεόμενες με την διάρκεια των ως άνω προγραμμάτων επιδότησης, ότι για τον λόγο αυτόν η απασχόλησή τους συνεχίσθηκε απρόσκοπτα και υπό τους αυτούς ακριβώς όρους και μετά την λήξη των ως άνω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, που αποτέλεσαν την βάση της αρχικής τους πρόσληψης, ότι την φύση αυτή των συμβάσεών τους διαπίστωσαν και τα καταστατικά όργανα του εναγομένου, το οποίο με την 63/2002 απόφαση του ΔΣ αυτού αποφάσισε και τυπικά να προσδιορίσει τις συμβάσεις τους ως αορίστου χρόνου, ότι παρά ταύτα το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις τους την 16-4-2003 και τους δήλωσε ότι δεν δέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, η καταγγελία όμως των συμβάσεών τους είναι άκυρη, λόγω καταβολής σ' αυτούς αποζημίωσης απόλυσης μικρότερης της οφειλομένης, κατά τα εκεί αναλυτικά αναφερόμενα, ως καταχρηστική και ως γενομένη κατά παράβαση των διατυπώσεων για τις ομαδικές απολύσεις.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν κυρίως (α) ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους (β) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες κ.λπ. (γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας τ' αναφερόμενα εκεί για κάθε έναν ποσά, επικουρικά δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως οφειλόμενο υπόλοιπο (διαφορά) αποζημίωσης απόλυσης τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή.
Η αγωγή αυτή, από την οποία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας, με την 66/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων απορρίφθηκε εξολοκλήρου ως προς ορισμένους ενάγοντες και έγινε ενμέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της (για την καταβολή της διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης) ως προς τους λοιπούς (ως προς τους οποίους επίσης απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της), κατά της απόφασης δε αυτής οι αναιρεσείοντες ενάγοντες άσκησαν έφεση ως προς την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής τους.
Επί της εφέσεως αυτής το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη 263/2006 απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την μεταβιβασθείσα σ' αυτό ως άνω κύρια βάση της, είναι μη νόμιμη, διότι (α) εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η πρόσληψη των εναγόντων έγινε στα πλαίσια υλοποίησης προγραμμάτων επιχορήγησης του εναγομένου από τον ΟΑΕΔ για χρονικό διάστημα αντίστοιχο της διάρκειας των προγραμμάτων αυτών, οι συμβάσεις των εναγόντων ως εκ της φύσεως, του σκοπού και του τρόπου λειτουργίας τους, αλλά και κατ' επιταγή του νόμου μόνο ορισμένης διάρκειας μπορούσαν να είναι και ως εκ τούτου δεν υπάρχει δυνατότητα μετατροπής τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 8 ν. 2112/1920, καθόσον ο καθορισμός της διάρκειάς τους έγινε λόγω της ως άνω ειδικής περίστασης, δηλ.
της επιχορήγησης της πρόσληψής τους από τον ΟΑΕΔ (β) η απασχόληση των εναγόντων από το εναγόμενο συνεχώς και μετά την λήξη των συμβάσεών τους και των επιδοτουμένων προγραμμάτων κατόπιν της 63/2002 απόφασης του ΔΣ αυτού, με την οποία οι συμβάσεις τους χαρακτηρίσθηκαν ως αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμβατική μετατροπή των αρχικά ορισμένου χρόνου συμβάσεων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε συνιστά κατάρτιση νέων έγκυρων συμβάσεων αορίστου χρόνου, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που απαιτούνται με την ποινή της ακυρότητας από τους ν. 2190/ 1994 και 2527/1997 (πρόσληψη ύστερ' από αίτηση μέσω ΑΣΕΠ κ.λπ.) και έπρεπε να είχαν τηρηθεί λόγω της φύσης του εναγομένου ως δημοτικής επιχείρησης που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθ. 1§3 ν. 2527/1997) και στο καθιερούμενο γι' αυτόν σύστημα προσλήψεων, λόγω δε της ακυρότητας αυτής (άρθ. 3, 174, 180 ΑΚ) με την ανωτέρω απασχόληση των εναγόντων οι αρχικές συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου δεν μετατράπηκαν κατ' άρθ. 671 ΑΚ σε αορίστου χρόνου και η απασχόληση των εναγόντων και μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου και μέχρι την 16-4-2003 (καταγγελία) δεν συνιστούσε σύμβαση αλλ' απλή σχέση εργασίας.
Με βάση τις νομικές αυτές σκέψεις το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την ως άνω κύρια βάση της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 8 ν. 2112/1920, την οποία τελικά δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα, και του ν. 2190/1994 και δη του άρθ. 18 που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων καταρτίσθηκαν από 10-9-1999 έως 17-11-2000 και ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον με την εργασία τους οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, συνήφθησαν δε ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νόμιμη.
Επομένως πρέπει να γίνει ενμέρει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον μέρος του κατ' εκτίμηση αυτού αναφέρεται στις ως άνω διατάξεις (απορριφθεί δε καθόσον με αυτόν αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια της μη εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία, μη περιέχουσα κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους, δεν ίσχυε κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων εργασίας, αλλά και ούτε μέχρι την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 164/2004, το οποίο αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, ΟλΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρινίσεις, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατ' ορθή ερμηνεία του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012), και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων (και μη παραιτηθέντων) αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη που άρχισε με την από 20-12-2006 αίτηση των Ι. Γ. κ.λπ. για αναίρεση της 263/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τους αναιρεσείοντες 2ο (Δ. Σ.), 3ο (Σ. Κ.), 7ο (Ν. Τ.), 27ο (Κ. Κ.), 28ο (Κ. Κ.), 29ο (Δ. Γ.), 38η (Α. Α.), 39ο (Θ. Γ.) και 52ο (Μ. Μ.), καθώς και ως προς τους υπεισελθόντες στην θέση του 57ου αναιρεσείοντος Δ. Ρ., Ε. Δ., χα Δ. Ρ., Γ. Δ. Ρ. και Σ. Δ. Ρ..
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς την 67η αναιρεσείουσα Α. Κ. του Ν..
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την 263/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω αναιρεσειόντων, εκτός των 1ου, 5ου, 6ου, 8ου, 21ης, 22ου, 26ου, 42ου, 46ου, 72ου και 73ου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ