369/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 369 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2012
Legislator headnote
AI generated369/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 369 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Ζ. του Ι. και 2. Σ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρακώστα.
Της αναιρεσίβλητης: Φ. χήρας Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Ξενάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3440/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1786/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως τελεί, σύμφωνα με την άνω διάταξη, υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 47 ΚΠολΔ, κατά την οποία "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, το ίδιο δε ισχύει, και για τις αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Μονομελούς". Η τελευταία αυτή, εξάλλου, διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέρα των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ' ύλην, πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται. Επομένως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητος του τελευταίου και καθ' ύλην αρμοδιότητος του πρώτου, δικάζει την υπόθεση ύστερα από κλήση του ενάγοντος και πριν παρέλθει η προθεσμία εντός της οποίας ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να προσβάλει με έφεση την παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο και δίκασε κατ' ουσίαν σε πρώτον βαθμόν ύστερα από παραπομπή από κατώτερο δικαστήριο, ήτοι από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κλήση της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης την υπόθεση, η οποία αφορά αναγνώριση της εικονικότητος της συμβάσεως πωλήσεως της ψιλής κυριότητος ακινήτου και ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας πριν παρέλθει η προθεσμία εντός της οποίας οι εναγόμενοι εδικαιούντο να ασκήσουν έφεση κατά της παραπεμπτικής αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ..3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερώντων προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίον δηλαδή το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των.
Στην προκειμένη περίπτωση, α) οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως τα ακόλουθα: "Τέλος κατά τα άνω διαλαμβανόμενα η προσβαλλομένη απόφαση παραβλέπει παντελώς σημαντικούς κανόνες δικαίου, παραβλέπει εξ' ολοκλήρου την νόμιμη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει και αυτοβούλως προβαίνει σε κρίση αντίθετη προς συγκεκριμένες διατάξεις. Και η συγκεκριμένη παράβλεψη έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στο σκεπτικό της, καθώς διαμορφώνει νομική βάση απαράδεκτη, όσο και στο διατακτικό της, επειδή η παράβλεψη αυτή δίδει μη σύννομο θεμέλιο στο αγωγικό δικαίωμα της αντιδίκου, επειδή περαιτέρω διαλαμβάνει ως δεδομένη και ισχύουσα διαδικασία και αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να υλοποιήσει το αίτημα της αντιδίκου. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση τυγχάνει αναιρετέα κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.". Με το εν λόγω όμως περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν την συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου η οποία παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα εν σχέσει με αυτήν, ούτε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο και υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου.
β) Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση ενέχεται για ανεπάρκεια αιτιολόγησης και συγχρόνως για αντιφατικότητα αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης καθισταμένη αναιρετέα κατά τη διάταξη άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Η προσβαλλομένη απόφαση με ευκολία αναιρεί έγγραφα ανάληψης και κατάθεσης ποσού από εμάς και την ανωτέρω συμβολαιογραφική δήλωση της αντιδίκου και το πράττει τούτο με μόνο θεμέλιο μια ηθελημένη, άνευ εγγράφων στοιχείων, ερμηνεία αναρμοδίως ληφθέντων καταθέσεων. Η συναγωγή λοιπόν συμπερασμάτων περί ύπαρξης βούλησης δωρεάς είναι επισφαλής από πλευράς προσβαλλομένης απόφασης θεμελιωμένη σε ανεδαφική ερμηνεία καταστάσεων και σε απαράδεκτο αποδεικτικό υλικό ως αναφέρεται". Με το εν λόγω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει αυτή, ούτε καθορίζουν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο είναι δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, το οποίο είναι αναγκαίο για την επάρκειά των.
γ) Με το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, όλως αορίστως, για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να προσδιορίζουν καθόλου τις πλημμέλειες της αποφάσεως αυτής.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Επειδή ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, κατ' άρθρον 559 αριθ. 11 περ.α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, ενώ κατά τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξ' άλλου, με την έκδοση της αποφάσεως, κατ' άρθρο 46 Κ.Πολ.Δ. για την παραπομπή της υποθέσεως από το αναρμόδιο στο αρμόδιο δικαστήριο, καίτοι η απόφαση είναι οριστική, εν τούτοις διατηρείται η εκκρεμοδικία, αφού ρητώς γίνεται αναφορά στην διάταξη αυτήν για την διατήρηση των συνεπειών της ασκήσεως της αγωγής, μετατίθεται δε αυτοδικαίως η εκκρεμοδικία από το αναρμόδιο στο αρμόδιο δικαστήριο. Εν όψει της εν λόγω αυτοδίκαιης μεταθέσεως της εκκρεμοδικίας στο αρμόδιο δικαστήριο, η διαδικασία στο τελευταίο συνεχίζεται από το σημείο στο οποίο ευρίσκετο στο αναρμόδιο δικαστήριο και κατ' ακολουθίαν όλες οι διαδικαστικές πράξεις οι οποίες έγιναν στο αναρμόδιο δικαστήριο (διεξαγωγή αποδείξεων κλπ) είναι έγκυρες και δεν απαιτείται επανάληψή τους. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη τις ενώπιον του αναρμοδίου δικαστηρίου ληφθείσες μαρτυρικές καταθέσεις και τις προσκομισθείσες σε αυτό ένορκες βεβαιώσεις και προσέδωσε σε αυτές την ισχύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8, 11 και 12 Κ.Πολ.Δ. και ακολούθως τα υπό των αναιρεσειόντων αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα τρία πρώτα σκέλη του είναι αβάσιμα.
Επειδή ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τέταρτο σκέλος του είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον α)παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, χωρίς όμως και να καθορίζουν αυτά και β)παραπονούνται ομοίως οι αναιρεσείοντες, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έδωσε σε δύο έγγραφα αποδεικτική ισχύ μεγαλύτερη από αυτήν την οποία δίδει ο νόμος, χωρίς όμως και πάλι να καθορίζουν τα έγγραφα αυτά.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 513 Α.Κ., δεν αποτελεί στοιχείο απαραίτητο της συμβάσεως πωλήσεως και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν με τη σύμβαση αυτή και ειδικώτερα η εκπλήρωση της υποχρεώσεως του αγοραστή να καταβάλλει το τίμημα. Από τη διάταξη αυτή και από τα άρθρα 369 και 1033 Α.Κ., προκύπτει επίσης, ότι επί συμβάσεως μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου λόγω πωλήσεως, που για τη σύστασή της πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο, δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, εκτός από τις συμφωνίες περί της πωλήσεως και της μεταβιβάσεως του ακινήτου, και ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε καταβλήθηκε ή όχι είτε ενώπιον του συμβολαιογράφου είτε εκτός του γραφείου του. Εξ άλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο διά της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του. Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων ή τρίτων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν του για την οποία ο συμβολαιογράφος δεν έχει ιδίαν αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η εικονικότητα των δηλώσεων αυτών δεν εμποδίζεται ούτε στις περιπτώσεις που η δήλωση βουλήσεως γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου ή άλλης Αρχής που απλώς είναι εντεταλμένη να πιστοποιήσει τη δήλωση όπως αυτή εξωτερικεύεται και όχι να συμπράξει στην δικαιοπραξία.
Συνεπώς αν σε ένα συμβόλαιο περί μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου περιελήφθη και δήλωση του πωλητή ότι το τίμημα κατεβλήθη σε αυτόν από τον αγοραστή εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου για την οποία (δήλωση) δεν αποτελεί κατά το νόμο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο (εφ' όσον δεν ορίσθηκε το έγγραφο αυτό ως τοιούτος τύπος από τα μέρη), χωρεί ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως αυτής και απόδειξη της εικονικότητάς της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό και με μάρτυρες σε όλες τις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 394 Κ.Πολ.Δ. και χωρίς τους περιορισμούς της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, αφού αφορά περιστατικό το οποίο δεν φέρεται να έγινε ενώπιον του συμβολαιογράφου και του οποίου αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει την ακρίβεια. Εξ' άλλου, όπως ανεφέρθη ανωτέρω, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, εκτιμών ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ., παραπονούμενοι ότι η απόφαση αυτή δέχθηκε, ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως ήτο εικονική και υπ' αυτήν εκρύπτετο δωρεά, χωρίς να αξιολογήσει το δικαστήριο το σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο ως έγγραφο με αυξημένη αποδεικτική ισχύ και μάλιστα όσον αφορά την περιληφθείσα στο πωλητήριο συμβόλαιο δήλωση της αναιρεσίβλητης, ότι εισέπραξε ολόκληρο το τίμημα εκτός του γραφείο της συμβολαιογράφου. Εν όψει των ως άνω σκέψεων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από την βεβαίωση αυτήν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρον 340 Κ.Πολ.Δ.) με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα από τους αναιρεσείοντες προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και α) η από 31.10.2003 έγγραφη δήλωση της δευτέρας αναιρεσειούσης, β) τα μεταξύ των αντιδίκων επιδοθέντα εξώδικα έγγραφα, ως και γ) το υπ' αριθ. .../31.10.2003 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Κουτρουμπή. Ως εκ τούτου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσης διατάξεως ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικόν χαρακτηρισμόν των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, η οποία γεννήθηκε το έτος 1926, είναι από το έτος 2003 χήρα, ενώ δεν απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τέκνα. Κατά το έτος 2003, λόγω της ηλικίας της, αντιμετώπιζε και σχετικά προβλήματα υγείας, ήτοι ρευματικές παθήσεις, ασθματική βρογχίτιδα κλπ. Και ναι μεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται, όμως χρειαζόταν και κάποιον να της αγοράζει τρόφιμα γιατί της ήταν κουραστικό να εξέρχεται καθημερινά προς τούτο, να της μαγειρεύει ενίοτε να τη συνοδεύει στο γιατρό, όποτε τούτο ήταν αναγκαίο ή να της τηλεφωνεί για να διαπιστώνει ότι είναι καλά. Ούσα διατεθειμένη, λόγω των ανωτέρω, να δωρήσει την ψιλή κυριότητα του μόνου περιουσιακού της στοιχείου (οικοπέδου στο Περιστέρι Αττικής επιφανείας 160,50 τ.μ., με δύο επ' αυτού ισόγεια κτίσματα ...) σε όποιον θα αναλάμβανε τη φροντίδα της ... απευθύνθηκε στη δεύτερη εναγομένη ήδη εκκαλούσα, θυγατέρα της αδελφής της, με την οποία, όπως αποδείχθηκε, διατηρούσε επί μακρόν καλές σχέσεις. Η τελευταία αποδέχθηκε την πρόταση και στις 31-10-2003, μαζί με το σύζυγό της πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο εκκαλούντα συνόδευσαν την εφεσίβλητη στο γραφείο της συμβολαιογράφου ... . Εκεί όμως η δεύτερη εκκαλούσα ζήτησε για πρώτη φορά από την εφεσίβλητη να μη γίνει η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της μόνο στην ίδια όπως είχε προτείνει η εφεσίβλητη και είχαν συμφωνήσει αλλά και στο σύζυγό της πρώτο εκκαλούντα, ο οποίος επίσης θα αναλάμβανε τη φροντίδα της. Επί πλέον η δεύτερη εκκαλούσα ζήτησε από την εφεσίβλητη να μεταβιβαστεί σ' αυτούς (εκκαλούντες) και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο τούτων η ψιλή κυριότητα του ακινήτου της όχι λόγο δωρεάς, όπως η εφεσίβλητη είχε προτείνει και είχαν συμφωνήσει αλλά λόγω πωλήσεως αφού θα ήταν τούτο για λόγους φορολογικούς η πλέον συμφέρουσα γι' αυτούς λύση. Η ήδη εφεσίβλητη πείσθηκε και έτσι συντάχθηκε το συμβόλαιο με το οποίο εφέρετο η εφεσίβλητη να μεταβιβάζει, λόγω πωλήσεως, στους εκκαλούντες την ψιλή κυριότητα του προπεριγραφέντος αστικού ακινήτου της ... Η πώληση όμως αυτή ήταν, όπως αποδείχθηκε, εικονική και οι περιεχόμενες στο συμβόλαιο δηλώσεις περί αγοραπωλησίας του ακινήτου τόσο της εναγούσης - εφεσίβλητου, όσο και των εναγομένων - εκκαλούντων, δεν έγιναν σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικώς, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί ήθελαν η ως άνω σύμβαση να ισχύσει ως δωρεά υπό τρόπο, δηλαδή με τον όρο περιποιήσεως και φροντίδος της δωρήτριας εφεσίβλητου, εφ' όρου ζωής της, από τους εκκαλούντες. Μάλιστα την ιδία ημέρα της καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου, η δεύτερη εκκαλούσα ενεχείρησε στην εφεσίβλητη την υπό την αυτήν ημεροχρονολογία (31.10.2003) επιστολή της, με το εξής περιεχόμενο: "ΔΗΛΩΣΗ - ΕΠΙΣΤΟΛΗ Η παρακάτω υπογεγραμμένη Σ. συζ. Ν. Ζ. επιθυμώ να δηλώσω με την παρούσα επιστολή μου προς την πολυαγαπημένη θεία μου Φ. Β. του Γ. (εφεσίβλητη) ότι σεβόμενη τη συγγένειά μας και τους δεσμούς αίματος που μας ενώνουν θα έχει εκ μέρους μου και εκ μέρους της οικογενείας μου κάθε δυνατή φροντίδα και συμπαράσταση δια βίου και θα είμαι κοντά της σε οποιοδήποτε πρόβλημα αυτή αντιμετωπίσει, όπως άλλωστε έκανα μέχρι σήμερα". Μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, και αφού οι εκκαλούντες είχαν εξασφαλίσει την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω οικοπέδου μετά των επ' αυτού άνω ακινήτων, άρχισαν να φροντίζουν την εφεσίβλητη και της παρείχαν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες που αφορούσαν σε ψώνια, ιατρικές της επισκέψεις κλπ. Από το Πάσχα, όμως, του έτους 2005 αυτοί (εκκαλούντες) μετέβαλαν στάση και συμπεριφορά έναντι της εφεσίβλητου και σταμάτησαν να τη φροντίζουν, αδιαφορούντες γι' αυτή, διέκοψαν τις επαφές μαζί της και δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές της κλήσεις προς αυτούς .... Μετά από αυτά, η εφεσίβλητη, με την από 4.8.2005 εξώδικη πρόσκληση, παραπονούμενη για τη συμπεριφορά των εκκαλούντων, συνισταμένη στην αθέτηση της υποχρεώσεώς τους να τη φροντίζουν εφ' όρου ζωής της, που αυτοί είχαν αναλάβει κατά τη μεταβίβαση σε εκείνους της ψιλής κυριότητος του άνω ακινήτου της, τους κάλεσε να συμπράξουν στην ακύρωση του εν λόγω συμβολαίου και την αναμεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου σ' αυτήν δαπάναις της, προκειμένου αυτή να αποκτήσει πάλι πλήρως την κυριότητά του, σημειώνοντας επίσης ότι ουδέποτε είχε λάβει τίμημα για την εν λόγω "πώληση". Σε απάντηση των ανωτέρω, οι ήδη εκκαλούντες επέδωσαν στην ήδη εφεσίβλητη την από 26.9.2005 εξώδικο απάντησή τους στην οποία υποστήριζαν ότι ουδέποτε έπαυσαν να την φροντίζουν, ενώ ουδεμία μνεία έκαναν για πώληση ή καταβολή τιμήματος εκ μέρους τους προς αυτή, για αντίκρουση των από την εφεσίβλητη με την άνω από 4.8.2005 εξώδικη πρόσκλησή της υποστηριζόμενων ότι μεταβίβαση έγινε σε αυτούς φαινομενικώς λόγω πωλήσεως χωρίς καταβολή τιμήματος αλλά λόγω δωρεάς ... Με βάση τα περιστατικά αυτά η συμπεριφορά των εμπίπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ' αντικειμενική κρίση στην έννοια της αχαριστίας. Όσα, επομένως, περί του αντιθέτου υποστηρίζουν αυτοί, με τους Γ3 και Δ (τελευταίο) λόγους της εφέσεώς τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες και μάλιστα επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ των. Επομένως, ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.6.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ