369/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αγγελάκο. Β. της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά.
Legislator headnote
AI generated369/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 358, 359/2008). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 295 § 1 εδ. 1 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η νομότυπη παραίτηση από την αγωγή και τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κλήση προς συζήτηση (η παραίτηση από της οποίας είναι επιτρεπτή και ισχυρή) ανατρέπει αναδρομικά τις δεκτικές παραιτήσεως δικονομικές και ουσιαστικές έννομες συνέπειες, που επάγεται η άσκησή τους.
Full text
Απόφαση 369 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αγγελάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά.
Β. της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Αγγελάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1. 3526/1996 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, 2. η υπ' αριθμ. 3976/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή 3. η υπ' αριθμ. 1548/1998 μη οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 4. η υπ' αριθμ. 5156/2006 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 5. η υπ' αριθμ. 7193/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με στοιχ. Α. από 9-6-2008 και με στοιχ. Β. 4-9-2008 αιτήσεις.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α. (747/9-6-2008) και Β. (1074/4-9-2008) αιτήσεων για αναίρεση της 7193/30-12-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψή τους. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 747/9-6-2008 και Β 1074/4-9-2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 7193/30-10-2007, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 § 2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια το τυπικά παραδεκτό αυτών και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα: (i). Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως. Με την 11099/30.12.1994 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων διετείνετο, ιδία, (i) ότι με την εδρεύουσα στην ... εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία, που είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), συνήψε διαδοχικές συμβάσεις, με τις οποίες ανέθεσε σ'αυτήν, κατόπιν εντολών του, την διαπραγμάτευση των αναφερομένων λεπτομερώς, αποκλειστικά, ανωνύμων μετοχών και (ii) ότι η εναγομένη, πραγματοποίησε, στο όνομα και για λογαριασμό του, τις αναφερόμενες ειδικώς χρηματιστηριακές συναλλαγές και εξέδωσε προς τούτο στο όνομά του τα αντίστοιχα πινακίδια εκτελέσεως εντολών, δηλωτικά των ανωτέρω χρηματιστηριακών πράξεων, προσέτι δε η ιδία εισέπραξε καθ' ολοκληρία το τίμημά τους και την αντίστοιχη προμήθειά της, χωρίς όμως να του παραδώσει, ως είχε νόμιμη υποχρέωση, τα αποθετήρια έγγραφα, (τίτλους των μετοχών), που αυτή είχε αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό του, με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη, κύρια να του αποδώσει αυτούσιες τις αναφερόμενες κατά κατηγορία ανώνυμες μετοχές, τις οποίες αγόρασε για λογαριασμό του, ή να προβεί στη φυσική τους αποκατάσταση (ΙΝ NATURA) και επικουρικώς να του καταβάλει την αξία των μετοχών μετά του αναλογούντος μερίσματος, λόγω της αδικοπρακτικής της ευθύνης και επικουρικότερον κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής, λόγω αοριστίας της κατά την κύρια και τις επικουρικές της βάσεις, 3526/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 10592/17-10-1996 εφέσεως του ενάγοντος με τον με ιδιαίτερο, 241/20-2-1997, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 3976/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη κατά την δεύτερη επικουρική της βάση και ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια και πρώτη επικουρική της βάση, ως ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 719, 361 και 914 επ.
Α.Κ., κεφάλαια κατά τα οποία και ανέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκασή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επακολούθησε η έκδοση της 1548/1998 μη οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των διαπραχθεισών δι' αυτής αποδείξεων, η 5156/2006 οριστική αυτού απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατά παραδοχή της ερειδόμενης στο άρθρο 15 § 6 του ν. 3632/1928, ενστάσεως (ετήσιας) παραγραφής εν επιδικία κατά την επικουρικώς διατυπούμενη βάση της, θεμελιούμενης στον ισχυρισμό ότι παρήλθε έτος, κύρια (α) από του πέρατος της διεξαγωγής των αποδείξεων (15-5-2003) μέχρι της επιδόσεως στις 11-3-2005 της από 11-3-2005 κλήσεως του ενάγοντος για περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως και επικουρικώς (β) από της επιδόσεως της τελευταίας κλήσεως των διαδίκων στις 16-3-2005 και 22-3-2005, αντίστοιχα, μέχρι την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως (24-5-2006).
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις (i) 9186/8-11-2006 και (ii) 9193/9-11-2006, αντίστοιχα, εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 7193/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, κατά παραδοχή της περί παραγραφής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης κατά τη με στοιχ. (α) κύρια αυτής βάση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της και αιτιολογίες της, κατ'ακριβή κατά τούτο αντίγραφή της, "Από τα μετ' επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια έγγραφα, καθώς και από τα όσα συνομολογούνται απ' αυτούς αποδεικνύεται ότι ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη από 29-12-1994 [με αρ.
καταθ. 11099/1994] αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 3526/1996 οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου που την απέρριψε ως αόριστη. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε η από 12-10-1996 έφεση του ενάγοντος και οι από 8-1-1997 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, εκδοθείσης επ'αυτών της με αρ. 3976/1997 απόφασης του παρόντος Εφετείου Αθηνών που αφού εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την με αριθμ. 1548/1998 μη οριστική του απόφαση ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασης, διατάσσοντας αποδείξεις με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες.
Αφού ολοκληρώθηκαν οι αποδείξεις στις 15-5-2003, ο ενάγων κατέθεσε στις 2-6-2003 στην Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 30-5-2003 κλήση του για μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, ορισθείσης δικασίμου της 9-6-2004. Η εν λόγω κλήση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 4-6-2003. Περαιτέρω ο ενάγων με την από 22-4-2004 νέα κλήση του που κατέθεσε στην παραπάνω γραμματεία στις 22-4-2004 για επίσης μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, οπότε το πρώτον παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30-5-2003 κλήσης του και το δεύτερον ορίστηκε δικάσιμος η 17η-3-2005, επίσης η εν λόγω κλήση επιδόθηκε στην εναγομένη.
Ακολούθως ο ενάγων στις 11-3-2005 κατέθεσε στην ίδια παραπάνω γραμματεία την από 11-3-2005 νέα κλήση του, με την οποία και πάλιν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 22-4-2004 κλήσης του και προσδιορίστηκε δικάσιμος για μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως η 24-5-2006. Η εν λόγω κλήση επιδόθηκε στις 16-3-2005 στην εναγομένη.
Οι δηλώσεις του ενάγοντος στις από 22-4-2004 και 11-3-2005 κλήσεις του περί παραιτήσεώς του από τα δικόγραφα των από 30-5-2003 και 22-4-2004 κλήσεών του είναι ισχυρές και έχουν ως συνέπεια το ότι βάσει των διατάξεων των άρθρων 294, 295 - 298 και 299 ΚΠολΔ να θεωρούνται πως οι παραπάνω κλήσεις [από 30-5-2003 και 22-4-2004] δεν ασκήθηκαν, οπότε ο διαδραμών χρόνος υπολογίζεται για την παραγραφή, εφόσον με τις προαναφερθείσες παραιτήσεις, η επελθούσα επανειλημμένη διακοπή αυτής [παραγραφής] ματαιώθηκε.
Συνεπώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι μεταξύ του πέρατος διεξαγωγής των αποδείξεων που έλαβε χώρα στις 16-5-2003 που αποτελεί την τελευταία διαδικαστική πράξη του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διέκοψε την παραγραφή μέχρι τις 16-3-2005 που επιδόθηκε στην εναγομένη η από 11-3-2005 κλήση του ενάγοντος, είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής της επίδικης αξίωσης δηλαδή το έτος που προβλέπει το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 χωρίς να μεσολαβήσει κανένα διακοπτικό γεγονός της παραγραφής, στη συνέχεια αφού γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής εν επιδικία της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω αφού ο παραπάνω ειδικός νόμος [Ν. 3632/1928] ορίζει βραχύτερο χρόνο παραγραφής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές στον ίδιο χρόνο υπάγεται και η ερειδομένη, επικουρική βάση της αγωγής, στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αξίωση του ενάγοντος, εφόσον η εξαιρετική ρύθμιση υπερισχύει της πενταετούς παραγραφής της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ.
Μετά ταύτα, αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία κατέληξε στο ίδιο [ορθό] αποτέλεσμα, απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, πρέπει κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ να αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης με την παραπάνω αιτιολογία και να απορριφθεί η έφεση της εκκαλούσης εταιρίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου ότι η αντικαθιστούσα αιτιολογία δεν επάγεται δυσμενέστερες για την εκκαλούσα συνέπειες αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για το αυτό [ουσιαστικό] δεδικασμένο καθώς επίσης να απορριφθεί και η έφεση του εκκαλούντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, Πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον η παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής που πρότεινε η εναγομένη και επαναφέρει με την έφεση της στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως, περί απορρίψεως της ένδικης αγωγής του ενάγοντος λόγω παραγραφής της αγώγιμης αξίωσης, είναι άνευ αντικειμένου η έρευνα των άλλων λόγων της έφεσης του ενάγοντος".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια, κατ' αξιολογική σειρά, οι διατυπώμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστηρίχθηκε ότι η φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή του ( αναιρεσείοντος) κατά της αναιρεσίβλητης θεμελιώνεται στη σύμβαση παρακαταθήκης.
Από το ιστορούμενο όμως στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο της αγωγής αβίαστα προκύπτει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμησή του, ότι δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά συνομολογήσεως μεταξύ των διαδίκων ξεχωριστής ιδίας και αυτοτελούς συμβάσεως παρακαταθήκης γεννώσης αξιώσεις ανεξάρτητες εκείνων που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση της χρηματιστηριακής παραγγελίας (εντολής), και με την έννοια αυτή ο σχετικός λόγος εφέσεως δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση ερευνήθηκε και αρνητικά αξιολογήθηκε, ως αβάσιμος, με την αντίθετη παραδοχή του Εφετείου, ότι πρόκειται περί συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, με παράλληλη θεμελίωση της αγωγής στις περί αδικαιοπραξιών διατάξεις.
Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύτπεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις προϋποθέτουν παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου σε αντιδιαστολή προς τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο και ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 (που δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ) "πάσα αξίωση πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή". Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου (15 ν. 3632/1928) "χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι αι δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμενοι και έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα".
Κατ' άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 "Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων".
Και κατ' άρθρο 1 παρ. 26 Ν. 2533/1997 "ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται"..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται απ' αυτόν", δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε, όμως, η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.
Αλλ' η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, στην ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, υπό στοιχ. (α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.
Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη", ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, που είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.
Ενώ εξ άλλου και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφ' ετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.
Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.
Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδάφ.
ε' Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κύριας σύμβασης δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεοτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο.
Από το ότι δε ο ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της καταρτίσεως αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τέλος, ενισχύεται περαιτέρω η παραπάνω άποψη και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών" (ΟλΑΠ 28/2007, Β' Ολ.
ΑΠ 16/2008). Και στη περίπτωση κατά την οποία η αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων από τη χρηματιστηριακή παραγγελία από μέρους της εντολοδόχου χρηματιστηριακής εταιρείας συνιστά και αδικοπραξία σε βάρος του παραγγελέως (εντολέως) κατά τις ΑΚ 914 και 919 εφαρμόζεται μόνο η διάταξη του άρθρου 15 § 6 του ν. 3632/1928, κατ' αποκλεισμό εκείνης από το άρθρο 937 ΑΚ, έναντι της οποίας υπερισχύει ενόψει του επιδιωκομένου δι'αυτής σκοπού της ασφαλείας των Χρηματιστηριακών συναλλαγών, με ταχύτερη εκκαθάριση των εξ αυτών συναλλαγών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής για την αξίωση, η δε παραγραφή που διακόπηκε μ'αυτόν τον τρόπο αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Τέτοια πράξη θεωρείται κάθε διαδικαστική ενέργεια που κατά το νόμο είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης, αποβλέπει δε και κατευθύνεται στην επιτυχία του σκοπού της.
Ενδεικτικά αναφέρονται οι κατ' ιδίαν κλήσεις προς συζήτηση της υποθέσεως, ο ορισμός δικασίμου, η έκδοση αποφάσεως. Κάθε μία από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις επιφέρει αυτοτελώς την διακοπή της παραγραφής, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και η κοινοποίησή της. Σε περίπτωση διακοπής της παραγραφής, η ίδια ακριβώς παραγραφή, δηλαδή όμοια με εκείνη που έχει διακοπεί, αρχίζει κατ' αρχάς, ανεξάρτητα από το είδος της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς αμέσως μετά την πραγματοποίηση της διακοπτικής της παραγραφής διαδικαστικής ενέργειας.
Ειδικότερα όμως, σε περίπτωση κατά την οποία το αφετήριο χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής τοποθετείται από την προβλέπουσα αυτή διάταξη στη λήξη του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, όπως στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 § 6 του ν. 3632/1928, η νέα παραγραφή, μετά την διακοπή της, αρχίζει από το τέλος του έτους κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η διαδικαστική ενέργεια, με την οποία διακόπηκε, με συμπληρωματική κατά τούτο εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 270 § 2 ΑΚ. (Ολ ΑΠ 15/1992, αντιθ.
ΑΠ 358, 359/2008). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 295 § 1 εδ. 1 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η νομότυπη παραίτηση από την αγωγή και τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κλήση προς συζήτηση (η παραίτηση από της οποίας είναι επιτρεπτή και ισχυρή) ανατρέπει αναδρομικά τις δεκτικές παραιτήσεως δικονομικές και ουσιαστικές έννομες συνέπειες, που επάγεται η άσκησή τους.
Ειδικότερα, όμως, από απόψεως ουσιαστικού δικαίου η παραγραφή που διακόπηκε από την επίδοση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, εφόσον ο ενάγων επανασκήσει την αγωγή εντός έξι (6) μηνών, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε από την επίδοση της πρώτης αγωγής (ΑΚ 263). Η εξαιρετική αυτή διάταξη περιοριστικά αναφέρεται στην αγωγή, με την οποία οριοθετείται κατά τρόπο οριστικό και επίσημο το αντικείμενο της δίκης και επέρχονται από την κατάθεσή της οι δικονομικές και από την επίδοσή της οι κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου συνέπειές της (ΚΠολΔ 221 § 1), και με την έννοια αυτή αποκλείεται η αναλογική αυτής εφαρμογή και επί των λοιπών, πλην εκείνης, διαδικαστικών πράξεων.
Η παραγραφή, που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, μπορεί να συμπληρωθεί και με την πάροδο του ισχύοντος γι' αυτήν χρόνου, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια άλλη διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής της παραγραφής, αν η αξίωση βρίσκεται ήδη σε επιδικία, πριν να περατωθεί η δίκη τελεσιδίκως. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (α) ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας, οι από την οποία φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις του αναιρεσείοντος, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, κρίθηκε ότι υπόκεινται στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 15 § 6 του ν. 3632/1928 ετήσια παραγραφή και κατά την θεμελίωσή τους στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (β) ότι οι δηλώσεις του αναιρεσείοντος στις από 22-4-2004 και 11-3-2005 κλήσεις του περί παραιτήσεώς του από τα δικόγραφα των από 30-5-2003 και 22-4-2004 κλήσεών του, είναι ισχυρές και έχουν ως συνέπεια, κατά τα άρθρα 294, 295, 299 ΚΠολΔ, μετά την επίδοσή τους στην αναιρεσίβλητη στις 4-6-2003 και 16-3-2005, αντίστοιχα, να θεωρούνται αναδρομικώς πως δεν ασκήθηκαν, οπότε ο διαδραμών χρόνος υπολογίζεται για την παραγραφή, λόγω της αναδρομικής καταλύσεως (ματαιώσεως) της δι' αυτών επελθούσης διαδοχικής διακοπής της παραγραφής, απορρίπτοντας την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής δι'αυτών της παραγραφής και (γ) ότι από του πέρατος της διεξαγωγής των αποδείξεων (16-5-2003), με έναρξη της παραγραφής εν επιδικία από 1-1-2004, μέχρι της από 11-3-2005 κλήσεως αυτού προς περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως με επίδοσή της στην αναιρεσίβλητη στις 16-3-2005, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούταν την αποδοχή της περί παραγραφής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης κατά την χαρακτηριζόμενη με στοιχ. (α) κύρια αυτής βάση.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1, 8, 19 ΚΠολΔ, (α) ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση, του άρθρου 263 ΑΚ (δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου), (β) ευθεία παραβίαση των άρθρων 90 Εμπ.Ν., 15, 16 ν. 3632/1928, 249, 250, 937 ΑΚ (τέταρτος και πέμπτος κατά σειρά λόγοι αναιρέσεως), ανεξάρτητα από την παράλληλη εκτίμηση, αναφορικά με το άρθρο 937 ΑΚ, ότι η αποδιδόμενη αδικοπραξία εντοπίζεται και περιορίζεται στην αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης, σε απόδοση των μετοχών, χωρίς η τυχόν προβολή από την τελευταία, κατά το ιστορικό της αγωγής, του υπό αίρεση ισχυρισμού ότι η αδυναμία αποδόσεως των μετοχών οφείλεται σε ύστερη απώλεια ή κλοπή τους από τον προστηθέντα υπάλληλό της ... (αν η εναγομένη επέρριπτε ευθύνες σε τρίτους) να αρκεί για τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και με την έννοια αυτή, ως μη νόμιμη κρίνεται η αγωγή κατά την εν λόγω επικουρική της βάση, η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ελλείψει του εντεύθεν απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος, επιτρεπτώς ερευνωμένου αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 68, 73 βλ.
Ολ. ΑΠ 8/1993, 371/1996, 30/1998), και (γ) ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας η περί διακοπής της παραγραφής αντένστασή του (τρίτος κατά σειρά λόγος) ελέγχονται ως αβάσιμοι. Οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που προϋποθέτουν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, απαραδέκτως συνδέονται με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295-298, 299 ΚΠολΔ (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου).
Η υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ κατά το μέρος της που πλήττεται η κρίση του Εφετείου για παραβίαση των προαναφερόμενων δικονομικών διατάξεων είναι αβάσιμη, κατά το μέρος της δε που πλήττεται το, πραγματικό της απορρίψεως της περί διακοπής της παραγραφής αντενστάσεως του αναιρεσείοντος, που έγινε όμως κατ' εφαρμογή των ουσιαστικών περί παραγραφής και διακοπής αυτής κανόνων δικαίου είναι απαράδεκτη.
(ii). Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 556 §§ 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υπέστη βλάβη από την απόφαση.
Ο νικήσας διάδικος μπορεί να έχει έννομο συμφέρον και στην περίπτωση κατά την οποία βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της.
Τέτοια όμως περίπτωση δεν υπάρχει αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά τα άρθρα 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ για τη δημιουργία δεδικασμένου σε βάρος του διαδίκου, που νίκησε από τη μη ορθή αιτιολογία. Δεδικασμένο παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει ότι στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα που με αυτό κρίθηκε.
Δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, από την διατύπωση νομικών παραδοχών, και μάλιστα πλεοναστικώς, κατά την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου. Όπως προαναφέρθηκε η θεμελιούμενη στο άρθρο 15 § 6 του ν. 3632/1928 περί παραγραφής ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση ως μη νόμιμη κατά τη με στοιχ. (α) κύρια βάση και έγινε δεκτή κατά τη με στοιχ. (β) επικουρική της βάση.
Αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφαση αξιολογήθηκε, μετά τη με στοιχ. (ii) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ως νόμιμη κατά τη με στοιχ. (α) κύρια βάση της, με απόρριψη, κατ' αποδοχή της και κατ' ουσίαν, της κατ' αυτής απευθυνομένης αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, χωρίς έρευνα, και ορθά, της επικουρικής της βάσεως.
Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι κατά την διατύπωση της μείζονος νομικής της προτάσεως αναφέρθηκε πλεοναστικώς στο άρθρο 270 § 2 ΑΚ, με το οποίο συνδέεται η με στοιχ. (β) επικουρική βάση, δεχόμενη ανάλογη εφαρμογή του και επί της ερειδομένης στο άρθρο 15 § 6 του ν. 3632/1928 ετήσιας παραγραφής, χωρίς βέβαια να δημιουργείται εκ τούτου δεδικασμένο κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, δικαιολογούσα την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσείουσας, που νίκησε.
Επομένως η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως με την οποία προβάλλεται ο αναιρετικός λόγος της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 270 § 2, 261 εδ. 2 ΑΚ (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη, για έλλειψη της επιτρεπτώς αυτεπαγγέλτως ερευνωμένης διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως εννόμου προς τούτο συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, τόσο κατά την ευθεία άσκησή της όσο και για εκείνη την επικουρική, υπό τον όρο ευδοκιμήσεως της με στοιχ.
Α αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσίβλητου αναφορικά με τη με στοιχ. (α) κύρια βάση της περί παραγραφής ενστάσεως, προεχόντως για τον λόγο ότι από την πληττόμενη αιτιολογία αυτή του Εφετείου δεν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του αναιρεσιβλήτου σε άλλη μελλοντική μεταξύ τους δίκη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με παράλληλη κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου τούτων και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις Α. 747/9-6-2008 και Β. 10741/4-9-2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 7193/30-12-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ