Legislator Case Law & Legislation
369/2008 AI generated

369/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 369/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.09.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 101/2001 μη οριστική, 41/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 30/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 30.03.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 14.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

369/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η περιεχόμενη στο αναιρετήριο αποσπασματική αναφορά ελάχιστων παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν αρκεί για το ορισμένο των άνω λόγων αναίρεσης, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 369 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 369/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Πεπόνης.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χαρίλαος Καλπούζος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.09.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 101/2001 μη οριστική, 41/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 30/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 30.03.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 14.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ολόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το, κατά την εκδοχή τουαναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επί πλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολομ.

Α.Π. 32/1996, Ολομ. Α.Π. 27/1998). Η περιεχόμενη στο αναιρετήριο περιορισμένη και αποσπασματική αναφορά ορισμένων παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης δεν αρκεί για το ορισμένο του άνω εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης. Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης γιατί έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλήν άλλων: 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη πλημμέλεια (ανεπάρκεια αιτιολογίας), δηλαδή ποια στοιχεία (περιστατικά), αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας λείπουν, ενώ έπρεπε αυτά (ελλείποντα περιστατικά) να αναφέρονται στην προσβαλλομένη, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής (Ολομ.

Α.Π. 32/1996).

Εν προκειμένω, ο αναφεσείων, με τους εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε την έφεση του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει, ως κατ ουσίαν βάσιμη, την κατ αυτού (αναιρεσείοντος) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ευθεία παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 197, 198, 334 και 300 του Α.Κ., χωρίς να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της άνω αγωγής.

Η περιεχόμενη στο αναιρετήριο αποσπασματική αναφορά ελάχιστων παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν αρκεί για το ορισμένο των άνω λόγων αναίρεσης, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

έκτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, όσον αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογίες, όσον αφορά δε την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αόριστος , διότι δε αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος) που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα (και αποτελούντα πράγμα) ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 12/1991).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την προβληθείσα εκ του άρθρου 300 Α.Κ. ένσταση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), για συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος στη ζημία του, εξ . αιτίας της καταβολής από αυτόν, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και λόγω της σύνταξης του αναφερόμενου από ........ ιδιωτικού συμφωνητικού και της επικείμενης κατάρτισης της σύμβασης, ολοκλήρου του εκ δραχμών 36.000.000 τιμήματος της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη πώληση ακινήτων (ήτοι, τόσο του αρχικά καταβληθέντος μέρους του τιμήματος εκ δρχ. 10.000.000, όσο και του υπολοίπου εκ δρχ. 26.000.000 τιμήματος. καταβληθέντος μέχρι τον Νοέμβριο 1999 πριν από την κατάρτιση της σύμβασης), απέρριψε ως μη νόμιμη. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη την άνω εκ του άρθρου 300 Α.Κ. ένσταση του εναγομένου και την απέρριψε ως μη νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης και ο επί της διάταξης αυτής ερειδόμενος αντίθετος πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 261 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή νακρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ.2), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αναπό το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων του εναγομένου προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε ειδικώς τους συγκροτούντες τη βάση της αγωγής του αντιδίκου του (αναιρεσιβλήτου) πραγματικούς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα δεν αμφισβήτησε ειδικώς τους ακόλουθους αγωγικούς ισχυρισμούς, ήτοι 1) την ύπαρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ ενάγοντος και του αντιπροσώπου του εναγομένου .......

για την πώληση των αναφερόμενων ακινήτων, 2) την καταβολή από τον πρώτοστον δεύτερο του τιμήματος των 36.000.000 δραχμών, 3) τη ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης πώλησης των ακινήτων, εξ αιτίας της αντίθετης με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ζημιογόνας συμπεριφοράς του αντιπροσώπου του εναγομένου αρχικά και του ίδιουστη συνέχεια και 4) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της άνω συμπεριφοράς και της ζημίας του ενάγοντος.

Το Εφετείο έκρινε ότι, από τη μη ειδική αμφισβήτηση των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών ισχυρισμών, σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών του εναγομένου και τη γενική από αυτόν άρνηση της αγωγής συνάγεται έμμεση ομολογία (Κ.Πολ.Δ. 261) του εναγομένου για τα άνω, θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11β του Κ.Πολ.Δ.

και ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

IV. 'Εγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, είναι τα κατ' άρθρ, 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ. χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδια δίκης, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 980/2003, ΑΠ. 420/2002, ΑΠ 501/1992). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση , με την άνω συναχθείσα έμμεση ομολογία του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων του, ως εγγράφων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 30/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ