369/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2645/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8475/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/10/2004 αίτησή τους και τους από 14/7/2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 21/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated369/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με όσα πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3, 8 παρ.3 και 10 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 καθώς και των άρθρων 3 παρ. 5 εδ. ζ΄ και 7 εδ. ε΄ του Ν. 2602/1998. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 369 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 369/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 8 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρίας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2645/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8475/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/10/2004 αίτησή τους και τους από 14/7/2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 21/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 8 παρ. 3, 10 παρ. 2 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και η εξομοιούμενη προς αυτή διαιτητική απόφαση κατά το κανονιστικό της μέρος δεσμεύει το σύνολο των εργαζομένων στην εκμετάλλευση ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη της συμβληθείσης συνδικαλιστικής οργανώσεως.
Επίσης κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του ίδιου νόμου 1876/1990 "οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με διατάξεις ουσιαστικού νόμου, που αποσκοπούν στην προστασία ή την προαγωγή γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και ως εκ τούτου αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο με αμφιμερή ενέργεια, μπορεί οι όροι ισχύουσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας να γίνουν δυσμενέστεροι για τους εργαζόμενους που υπάγονται στη συλλογική αυτή σύμβαση, χωρίς τούτο να αντίκειται στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, που κυρώθηκε με το Ν. 2602/1998 "Για την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." και έχει ισχύ νόμου, ορίζεται ότι " ο παρών Κανονισμός αποσκοπεί στη ρύθμιση των όρων απασχόλησης του προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας με στόχο τη διασφάλιση της διαρκούς βιωσιμότητας της Εταιρείας, με βάση τα κριτήρια της ιδιωτικής οικονομίας και την επίτευξη ανταγωνιστικών συνθηκών λειτουργίας προς τις άλλες αεροπορικές εταιρείες" και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι " ...το έκτακτο προσωπικό δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού παρά μόνο όπου αυτό προβλέπεται ρητά".
Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι "το προσωπικό της Εταιρείας διακρίνεται σε μαθητευόμενο, έκτακτο, δόκιμο και τακτικό", στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι " έκτακτο προσωπικό είναι όσοι προσλαμβάνονται για την κάλυψη εποχιακών αναγκών ή αναγκών πρόσκαιρων ή επείγουσας φύσεως με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ....ότι το έκτακτο προσωπικό υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό μόνον όπου αυτό ορίζεται ρητά και ειδικά και ότι, για το έκτακτο προσωπικό εφαρμόζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας που προβλέπονται στις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, σύμφωνα με την ειδικότητα ή το επάγγελμά του, υπάγεται ο κάθε εργαζόμενος στο μέτρο που είναι ευνοϊκότεροι από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας τους" και τέλος, στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "...οι συμβάσεις εργασίας του τακτικού προσωπικού είναι αορίστου χρόνου και μπορούν να λυθούν με καταγγελία εκ μέρους της εταιρίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, ...ενώ οι αποδοχές και οι λοιποί όροι εργασίας του τακτικού προσωπικού καθορίζονται από τον παρόντα Κανονισμό Εργασίας, από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες, κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, αυτοί υπάγονται και ιδίως από τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που υπογράφει η Εταιρεία με την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση".
Οι πιο πάνω διατάξεις του Κανονισμού του Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίες, με τις οποίες αποκλείεται η εφαρμογή για το έκτακτο προσωπικό των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά επιβάλλεται η εφαρμογή για το προσωπικό αυτό των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας του κλάδου κάθε εργαζομένου (άρθρο 2 παρ. 4 και 3 4 και 5) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, γιατί θεσπίσθηκαν για την εξυγίανση του εθνικού αερομεταφορέα και αποσκοπούν στην προστασία και προαγωγή γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στο έκτακτο προσωπικό οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990 (άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 8 παρ. 3, 10 παρ. 2 και 16 παρ. 3), σύμφωνα με τις οποίες οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε όλους τους εργαζομένους της επιχείρησης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη εταιρία δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας οκτώ μηνών κατ' έτος , την αναφερόμενη στην απόφαση για τον καθένα από αυτούς ημερομηνία, για να εργασθούν ως οδηγοί στα πάσης φύσεως αυτοκίνητα της αναιρεσίβλητης, όπως σε λεωφορεία μεταφοράς επιβατών στην πίστα του αεροδρομίου, στα λεωφορεία μεταφοράς του προσωπικού κλπ.
Οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν ως έκτακτο προσωπικό με την παραπάνω ιδιότητα για την κάλυψη εποχιακών, πρόσκαιρων και επείγουσας φύσεως αναγκών της και αμείβονται με βάση την ισχύουσα εκάστοτε ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων. Στην αναιρεσίβλητη εργάζονται ως οδηγοί και άλλοι συνάδελφοι των αναιρεσειόντων, που αποτελούν το τακτικό προσωπικό αυτής και συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρέχουν την ίδια εργασία με τους αναιρεσείοντες.
Οι τελευταίοι αμείβονται από την αναιρεσίβλητη με βάση τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται μεταξύ της Ομοσπονδίας Σωματείων Πολιτικής Αεροπορίας (ΟΣΠΑ), της οποίας αυτοί (τακτικό προσωπικό) τυγχάνουν μέλη. Η αναιρεσίβλητη δηλαδή εφαρμόζει το μισθολόγιο που διαμορφώθηκε με βάση τις παραπάνω επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μόνο στο τακτικό προσωπικό της και όχι στο προσωπικό που προσλαμβάνεται ως έκτακτο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, γιατί οι πιο πάνω διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, που αποκλείουν την εφαρμογή και στους αναιρεσείοντες του μισθολογίου του τακτικού προσωπικού, είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά την πρώτη νομική της βάση, με την οποία αυτοί ζητούν να εφαρμοσθούν και σ' αυτούς οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ρυθμίζουν το μισθολόγιο του τακτικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης και περιέχουν ευνοϊκότερες μισθολογικές ρυθμίσεις σε σχέση με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας του κλάδου τους, για πληρωμή σ' αυτούς των διαφορών αποδοχών τους, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 31-12-2001, που προκύπτουν από την μη εφαρμογή σ' αυτούς του μισθολογίου αυτού του τακτικού προσωπικού.
Με όσα πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3, 8 παρ.3 και 10 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 καθώς και των άρθρων 3 παρ. 5 εδ. ζ΄ και 7 εδ. ε΄ του Ν. 2602/1998. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η συνταγματική αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (και ειδικώς για τις αμοιβές από εργασιακές σχέσεις ιδιωτικού δικαίου τη διάταξη του άρθρου 22παρ. 1β΄του Συντάγματος) δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. χρόνου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής:
Η μη εφαρμογή από την αναιρεσίβλητη στους αναιρεσείοντες του μισθολογίου που εφαρμόζει στους οδηγούς αυτοκινήτων που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της, δεν στοιχειοθετεί παραβίαση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και της αρχής της του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος περί ισότητας της αμοιβής των εργαζομένων, καθόσον η εξαίρεση των αναιρεσειόντων από το μισθολόγιο που προβλέπεται με τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους εκτελούντες την ίδια εργασία με αυτούς συναδέλφους τους δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών από απόψεως πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας και λύσεως της εργασιακής συμβάσεως συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι αναιρεσείοντες ως έκτακτο προσωπικό έναντι των συναδέλφων τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή των αναιρεσειόντων και κατά τη δεύτερη νομική της βάση για πληρωμή των πιο πάνω διαφορών αποδοχών, με βάση την αρχή της ισότητας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και αφού το τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης αποτελεί διαφορετική κατηγορία εργαζομένων σε σχέση με το έκτακτο προσωπικό, από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας και λύσεως της εργασιακής συμβάσεως, έτσι ώστε να δικαιολογείται η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται μόνο την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που χωρίς ανάγκη κρίθηκαν πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση έγινε πλεοναστικώς μνεία των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.1 του Συντάγματος και 1, 3, 8, 20, 21, 22 και 23 του Ν. 2190/1994, χωρίς να στηρίζεται το διατακτικό της στις διατάξεις αυτές. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων αυτών, ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον και γι' αυτό είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, (η προθεσμία αυτή παρατάθηκε για ένα ακόμη χρόνο), ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους - μέλους (ρήτρα 2) και ότι όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους και ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη την κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο (ρήτρα 4).
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας προσαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι απασχολούμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση με αυτούς που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι, η πιο πάνω κοινοτική οδηγία, ως προς τις παραπάνω ρήτρες της, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, πρώτο γιατί δεν καταλαμβάνει τις ένδικες αξιώσεις, που φθάνουν μέχρι τις 31-12-2001, ενώ η οδηγία άρχισε να ισχύει, μετά την παράταση της προθεσμίας, από 10-7-2002, δεύτερο γιατί δεν εκτείνεται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (η αναιρεσίβλητη έχει εξέλθει από το Δημόσιο τομέα, με βάση την παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2271/1994) και τρίτο γιατί δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους.
Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 4 της πιο πάνω Οδηγίας, επειδή αυτή, καίτοι δεν έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη, επιβάλλει την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων του εθνικού δικαίου με το πνεύμα του γράμματος και του σκοπού των διατάξεων της Οδηγίας αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1212/8-10-2004 αίτηση των (αναφέρονται 8 ονόματα) για αναίρεση της 8475/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα(770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ