Legislator Case Law & Legislation
368/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding employer's right to withhold wages due to financial insolvency.

Case Number 368/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment in a labor dispute regarding unpaid wages. The court found the employer untrustworthy due to a long history of non-payment despite owning significant assets, while the employee had waited over two years for payment. Consequently, the court rejected the arguments that the employer should have used its assets to pay wages or that the employee's right to withhold work was abused.

Legislator headnote

AI generated

Articles 325, 329, 353, 656, 648, 281 of the Civil Code; The employer's obligation to pay agreed wages is absolute, and the employee's right to withhold work is not abused when the employer has failed to take necessary measures to address financial difficulties despite possessing substantial assets.

Keywords

AI generated
labor dispute unpaid wages right to withhold work employer insolvency abuse of rights financial difficulty substantial assets

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 648 of the Civil Code
Articles 325, 329, 353, 656 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 368 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. με την επωνυμία «Ε. Ε. Α. Γ. - Π.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Γιολδάση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Ά., κατοίκου Α. Π. Α., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθέριου Σεραφείμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1558/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7765/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7765/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 5-12-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 1558/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού μεταξύ άλλων και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 771/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1)αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών............6)αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση....Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των Ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 638/2019, 608/2015, 91/2015, 1870/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 638/2019, 313/2017, 608/2015).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α` του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίστασης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 79/2020, 171/2019, 130/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 9/2016, ΑΠ 79/2020, 401/2019, 293/2018).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα περιστατικά που δέχεται η απόφαση και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομική περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560 αρ.6, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1147/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί έφεσης του αναιρεσείοντος εργαζομένου, επί της προαναφερόμενης αγωγής του για καταβολή των αποδοχών του από την υπερημερία του αναιρεσιβλήτου εργοδότη του, στην οποία αυτό περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας του εξ αιτίας της μη καταβολής ληξιπροθέσμων απαιτήσεών του, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους του αναιρεσιβλήτου, τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 13-3-2006, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης καθηκόντων.

Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβαση εργασίας ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης. Από το Νοέμβριο του έτους 2010 έως το ...εναγόμενο σταμάτησε να καταβάλει τις αποδοχές του ενάγοντος, παρόλο που ο τελευταίος παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του, με αποτέλεσμα ο ενάγων να περιέλθει σε οικονομική δυσπραγία, οπότε ο ενάγων άσκησε σε βάρος του εναγομένου την από 11-10-2012 αγωγή του, με την οποία ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του από το Νοέμβριο του έτους 2010 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2012.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2049/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), με την οποία το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.162,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 22-1-2013 ο ενάγων αρνήθηκε την παροχή των υπηρεσιών του στο εναγόμενο και προχώρησε σε επίσχεση εργασίας κοινοποιώντας στο εναγόμενο το από 22-1-2013 επισχετήριο εργασίας. Την 1-8-2013 ο ενάγων διέκοψε την επίσχεση εργασίας και δήλωσε έτοιμος να αναλάβει τα καθήκοντα του, διότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.πρωτ. 1676/22-7-2013 έγγραφο, οι λόγοι που τον οδήγησαν στην επίσχεση εργασίας είχαν ικανοποιηθεί στο μεγαλύτερο μέρος μετά τα ασφαλιστικά μέτρα, στα οποία προσέφυγε και την αναγκαστική είσπραξη κάποιων ενοικίων.

Ο ενάγων νόμιμα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης αρνούμενος να παρέχει την εργασία του στο εναγόμενο μέχρι το τελευταίο να εκπληρώσει την υποχρέωση που το βάρυνε, ήτοι να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος, τις οποίες το εναγόμενο σταμάτησε να καταβάλει από το Νοέμβριο του έτους 2010, δεδομένου ότι κατά το χρόνο εκείνο (22-1-2013) δεν είχε ικανοποιηθεί η ως άνω αξίωση του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο δεν έχει καταβάλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 28-2-2014. Το εναγόμενο .......προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας που άσκησε ο ενάγων, διότι η μη καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος οφείλεται όχι σε υπερημερία ή δυστροπία του εναγομένου αλλά για το λόγο ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του ενάγοντος λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η Χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο, από το γεγονός ότι δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και τα μόνα έσοδα του προέρχονται από την εκμετάλλευση και την αξιοποίηση της περιουσίας του, η οποία όμως, λόγω των ευρύτερων οικονομικών προβλημάτων έχει ουσιαστικά αδρανήσει, με αποτέλεσμα να μη δύναται να καλύψει πλήρως τη μισθοδοσία των εργαζομένων του.

Όμως, ο λόγος αυτός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, διότι η γενικότερη κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας, η μείωση των εσόδων του εναγομένου από μισθώματα και δωρεές τρίτων προσώπων, καθώς και η μεγάλη ακίνητη περιουσία, που κατά τους ισχυρισμούς του διαθέτει και δεν μπορεί να αξιοποιήσει δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης του ενάγοντος καταχρηστική, καθώς το εναγόμενο ως εργοδότης όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέσει να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση την οποία αποδεχόταν μέχρι και το χρόνο επίσχεσης της εργασίας, χωρίς όμως να καταβάλει συγχρόνως και τις συμφωνηθείσες αποδοχές, δεν θα μπορούσε να εκτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει αναφορικά με τη φροντίδα των ηλικιωμένων, που φιλοξενεί σε αυτό.

Εξάλλου, το γεγονός ότι το εναγόμενο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κατά την επίδικη χρονική περίοδο, δεν κρίνεται ικανό να άρει την υπαιτιότητα του για τη μη εκπλήρωση των ένδικων υποχρεώσεών του προς τον ενάγοντα, αφού τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε σε απρόβλεπτες καταστάσεις ή αντιξοότητες, ούτε σε πρόσκαιρη δυσπραγία του, ούτε σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτό περιστάσεις.

Ειδικότερα η επικαλούμενη από το εναγόμενο οικονομική κρίση της Χώρας είχε αρχίσει να εκδηλώνεται αρκετά πριν από το άνω επίδικο διάστημα και δη από τα τέλη του έτους 2008 με αρχές του 2009, ως εκ τούτου το εναγόμενο, ενόψει και του ευαίσθητου τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής δυσκολίας με την επωφελέστερη και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του, ώστε να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του απέναντι στους εργαζόμενους, πλην όμως από υπαιτιότητα του δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να αναστρέψει την αρνητική πορεία των οικονομικών του δεδομένων, ενώ εξάλλου από την μακρόχρονη λειτουργία του από το έτος 1864 και την αξιοποίηση ικανών περιουσιακών του στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του όφειλε να έχει δημιουργήσει ισχυρά αποθεματικά για την αντιμετώπιση οικονομικών δυσκολιών, όπως στην ένδικη περίπτωση, ώστε να αντιμετωπίσει κατά δυνατόν τις βασικές του λειτουργικές υποχρεώσεις μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές του προσωπικού του, πλην όμως δεν είχε λάβει την αναγκαία μέριμνα νια το σκοπό αυτό, ως εκ τούτου από τη μη έγκαιρη και δη από την αρχή της οικονομικής κρίσης αντιμετώπιση των επερχόμενων οικονομικών δυσκολιών και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ικανών περιουσιακών στοιχείων του κατέστη μη αξιόπιστος και αξιόχρεος εργοδότης.

Ο δε ενάγων πριν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εξάντλησε τα όρια της υπομονής του, αφού ανέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2010 και παρείχε την εργασία του χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στο εναγόμενο η οικονομική του κατάσταση, αφού η εργασία του ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού του, ενώ αντίθετα η απαίτηση του εναγομένου να εξακολουθεί ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι να παρέχει την εργασία του χωρίς να πληρώνεται καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες του σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί να συνεχίζει τη δραστηριότητα του, έστω και φιλανθρωπική, αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η καθυστέρηση στην εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεων του εναγομένου εργοδότη προς την ενάγοντα-εργαζόμενο κρίνεται χρονικά αξιόλογη και εύλογα σημαντική γι' αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαντλήθηκαν τα όρια της οικονομικής του αντοχής. Εξάλλου, το εναγόμενο δεν επικαλείται, ούτε αποδείχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας του ενάγοντος προκάλεσε σε αυτό κάποια ζημιά.

Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι ο ενάγων καταχρηστικά άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης, καθώς όπως προκύπτει από την με απ. 3649/2020 επιστολή του ΟΑΕΔ, ο ενάγων έλαβε επίδομα ανεργίας από 21-6-2012 έως 6-8-2012 και από 24-1-2013 έως 31-7- 2013. Όμως, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, καθώς ακόμη και εάν θεωρηθεί αληθινό το γεγονός που επικαλείται το εναγόμενο δεν επαρκεί νια τη νομική θεμελίωση του άρθρου 281 Α.Κ.

σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι σε κάθε περίπτωση το ποσό που έχει λάβει ο εναγών από τον Ο.Α.Ε.Δ αφαιρείται από το οφειλόμενο από το εναγόμενο ποσό και ως εκ τούτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εναγόμενου. Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης, διότι είχε τη δυνατότητα να αναζητήσει εργασία σε άλλη επιχείρηση.

Όμως, ο ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί, διότι το εναγόμενο δεν επικαλείται την εργασία που ο ενάγων θα μπορούσε να αναζητήσει, ούτε επικαλείται ότι ο ενάγων κακόβουλα απέφυγε να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε εύκολα να ανεύρει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δικαίωμα επίσχεσης του ενάγοντος ασκήθηκε εύλογα και δικαιολογημένα και η άσκηση του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, διότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Αποτέλεσμα της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του ενάγοντος ήταν να περιέλθει το εναγόμενο σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών του για το όλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης, ήτοι από την 1-1-2013 έως και τις 22-7-2013..." Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή) και είχε κρατήσει την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., όπως του προσάπτει το αναιρεσείον με τον πρώτο, εκ του αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ.1) λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, δεν πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που να δικαιολογεί την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

α) ότι το αναιρεσείον ως εργοδότης όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, πράγμα το οποίο υπαιτίως δεν έπραξε, και ειδικότερα ότι τα επικαλούμενα οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να αποδοθούν σε απρόβλεπτες καταστάσεις ή αντιξοότητες, ούτε σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ούτε σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτό περιστάσεις, αφού η μεν γενικότερη οικονομική κρίση είχε αρχίσει να εκδηλώνεται από τα τέλη του έτους 2008 με αρχές του έτους 2009, ήτοι αρκετά πριν το ως άνω επίδικο διάστημα, αφότου και το αναιρεσείον ως εργοδότης όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής δυσκολίας, αξιοποιώντας επωφελέστερα και αποτελεσματικότερα τη μεγάλη ακίνητη περιουσία του, ενώ εξάλλου ένεκα της μακρόχρονης λειτουργίας του από το έτος 1864 και την αξιοποίηση ικανών περιουσιακών του στοιχείων όφειλε να έχει δημιουργήσει ισχυρά αποθεματικά για την αντιμετώπιση οικονομικών δυσκολιών και των βασικών λειτουργικών του υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων οι αποδοχές του προσωπικού του, πλην δεν έλαβε την αναγκαία μέριμνα προς τούτο, καθιστάμενο έτσι μη αξιόπιστος και αξιόχρεος εργοδότης, β) ότι ο ενάγων πριν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης ανέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού εργαζόταν χωρίς πληρωμή από το έτος 2010 μέχρι το χρόνο που άσκησε την επίσχεση, ήτοι για δύο και πλέον έτη, η δε εργασία του ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού του, πράγμα γνωστό στο εναγόμενο αναιρεσείον, γ) ότι η καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εναγομένου αναιρεσείοντος προς τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο κρίνεται χρονικά αξιόλογη και εύλογα σημαντική γι' αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαντλήθηκαν τα όρια της οικονομικής του αντοχής και δ) ότι η επίσχεση εργασίας του ενάγοντος δεν προκάλεσε στο εναγόμενο οποιαδήποτε ζημία.

Το γεγονός της κτήσεως μεγάλης ακίνητης περιουσίας από το αναιρεσείον δεν υποχρεώνει άνευ ετέρου τον εργαζόμενο αναιρεσίβλητο να υποβληθεί στη χρονοβόρα και πολυδάπανη διαδικασία εξοπλισμού της απαίτησής του με εκτελεστό τίτλο και ακολούθως της αναγκαστικής εκτέλεσης, πολλώ δε μάλλον όταν, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον διαλαμβάνει, αυτό (αναιρεσείον) έχει υψηλές οφειλές στο Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, παρόχους ενέργειας κλπ, με αμφίβολη συνεπώς την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εργαζομένων του.

Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για επίσχεση της εργασίας του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του νομικού κανόνα του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 (και όχι του 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, το οποίο ηττάται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-12-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 7765/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.