Legislator Case Law & Legislation
368/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 368/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate specific documents regarding the company's financial status and legal irregularities. The court held that the appellate court had duly considered all submitted documents and evidence without being required to explicitly reference each one, thereby validating the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 528, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court has properly evaluated all evidence and the appellant fails to demonstrate a specific error in the assessment of facts or law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility appellate review evidence evaluation final judgment civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 368 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 368/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νταφούλη, που ανακάλεσε την από 15/2/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αστικής μη κερδοσκοπικής Εταιρείας, με νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩΩΝ" (Ε.Κ.Π.Α.Ζ.), που εδρεύει στο Μετόχι Αίγινας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Παντή και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποίηση: Α. Χ. του Ε., κάτοικος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκε η 2877/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4255/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 418/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 1-11-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 418/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 28-12-2017 έφεση του δεύτερου εναγομένου-εκκαλούντος, νυν δεύτερου αναιρεσίβλητου και έγινε δεκτή η ως άνω έφεση της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 4255/2017 ερήμην οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε δεχθεί για τους εκεί αναφερόμενους λόγους την από 23-12-2014 αγωγή του ενάγοντος, νυν αναιρεσείοντος, ως προς την πρώτη εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία και αναγνώρισε την ακυρότητα των από 21-9-2013 και 10-10-2013 αποφάσεων της έκτακτης γενικής συνέλευσής της, και, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή, την οποίαν απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη μόνον και όχι ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ως προς τον οποίο η ένδικη αναίρεση κρίνεται ως απαράδεκτη και απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, καθότι η έφεση του δευτέρου εναγομένου, νυν δευτέρου αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ελλείψει εννόμου συμφέροντος ως απαράδεκτη (συνεπώς ο νυν αναιρεσείων είχε νικήσει στην κατ' έφεση δίκη), καθότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) είχε εξέλθει νικητής ως προς την ένδικη αγωγή του ενάγοντος (άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ), δηλ.

είχε απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου ως προς αυτόν, και δεν βάλλεται με την αναίρεση αυτή η υπ' αριθμ. 4255/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.

δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Εξ άλλου, η εταιρία του Αστικού Κώδικα ρυθμίζεται στα άρθρα 741 επ., ως σύμβαση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία αναλαμβάνουν με αυτήν, την αμοιβαία υποχρέωση να επιδιώκουν με κοινές εισφορές, κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό.

Η αστική εταιρία αποτελεί τον κυριότερο τύπο προσωπικής ένωσης μικρού, κατά κανόνα, αριθμού προσώπων που ασκούν από κοινού τη διαχείρισή της, με ομόφωνες αποφάσεις, σ' αντίθεση, με το σωματείο που είναι ο κυριότερος τύπος κεφαλαιουχικής ένωσης προσώπων και διοικείται από ένα ολιγομελές διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση, ώστε οι διατάξεις του ΑΚ για την πρώτη να τυγχάνουν εφαρμογής για την πλήρωση κενών στις κατ' ιδίαν ρυθμίσεις των προσωπικών εταιριών και αντίστοιχες εκείνες για το δεύτερο, το σωματείο, εφαρμόζονται για την πλήρωση κενών στις ρυθμίσεις για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες.

Η αστική εταιρία αποτελεί έναν απλό και ευέλικτο τρόπο σύμπραξης και συνεργασίας για την επιδίωξη οικονομικών και όχι μόνο αποτελεσμάτων, καθώς η ίδρυσή της δεν απαιτεί την τήρηση ιδιαίτερων διατυπώσεων δημοσιότητας και ο σκοπός της εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, κερδοσκοπικών και μη.

Οι διατάξεις των άρθρων 741-783 ΑΚ αναφέρονται κατά κύριο λόγο στην αστική εταιρία ως μορφής ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα. Ο νομοθέτης του ΑΚ, έχοντας υπόψη του αυτή τη μορφή της εταιρικής οργάνωσης, θέσπισε ρυθμίσεις για ζητήματα, όπως η εταιρική διαχείριση, η εσωτερική και εξωτερική ευθύνη των εταίρων, η αναλογία στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας κλπ., ρυθμίσεις που είναι προσαρμοσμένες σε αυτή τη μορφή αστικής εταιρίας.

Τόσο όμως η πράξη, όσο και ο ίδιος ο ΑΚ αναγνωρίζουν και περιπτώσεις εταιρικής δραστηριοποίησης, οι οποίες διαφοροποιούνται σε αρκετά σημεία από τη βασική δομή της εταιρίας των άρθρων 741 επ. του ΑΚ. Από αυτές τις περιπτώσεις, η διάταξη του άρθρου 784 ΑΚ αναφέρεται ειδικά στην αστική εταιρία που αποκτά νομική προσωπικότητα.

Έτσι, η αστική εταιρία δεν έχει μεν νομική προσωπικότητα, μπορεί όμως να αποκτήσει, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τις ομόρρυθμες εταιρίες σύμφωνα με το άρθρο 784 του ΑΚ, δηλ. όσα προβλέπονται στο άρθρο 251 του Ν. 4072/2012 και συγκεκριμένα η επιδίωξη κυρίως οικονομικού σκοπού, ο έγγραφος τύπος και η καταχώριση της εταιρικής σύμβασης στο ΓΕΜΗ με τη σύμπραξη όλων των εταίρων.

Από την εν λόγω καταχώριση- συστατική πράξη για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας- η αστική εταιρία αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο δικαίου από τους εταίρους μέλη της. Ο οικονομικός σκοπός της εταιρίας δεν χρειάζεται να συνίσταται αποκλειστικά στην επιδίωξη κέρδους, υφίσταται δε όταν η πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού έχει ως αναγκαία ή δυνητική συνέπεια δικαιοπρακτική ή αδικοπρακτική ευθύνη ή παροχές, οι οποίες στα συναλλακτικά ήθη κατά κανόνα αμείβονται.

Σιωπηρή προϋπόθεση είναι η απουσία εμπορικού σκοπού γιατί τότε η εταιρία γίνεται ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη. Η αστική εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα δεν αποτελεί αντικείμενο ειδικής αναφοράς στον ΑΚ, υπονοείται ωστόσο στη διάταξη του άρθρου 741 ΑΚ, αφού η εταιρία μπορεί να επιδιώκει οποιονδήποτε σκοπό, άρα και μη κερδοσκοπικό, η επιδίωξη δε οικονομικού σκοπού δεν αποκλείει την εξυπηρέτηση μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων.

Το ρυθμιστικό πλαίσιο της εν λόγω εταιρίας καθορίζεται συνήθως από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέλη στο καταστατικό που συνοδεύει τη σύστασή της. Σε διαφορετική περίπτωση, επιφυλάσσεται η εφαρμογή των ενδοτικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 741 επ. ΑΚ, κατάλληλα προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα της.

Η διαχείριση των υποθέσεων της αστικής εταιρίας ανήκει, εκτός αντίθετης πρόβλεψης στο καταστατικό (καταστατική διαχείριση), σε όλους τους εταίρους, οπότε ασκείται συλλογικά (νόμιμη διαχείριση), εκτός αν προβλεφθεί διαφορετικά οι αποφάσεις να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 754 ΑΚ, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαχειριστών, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί εντολής των άρθρων 714-723 ΑΚ, οπότε ο διαχειριστής, μεταξύ άλλων, υποχρεούται σε λογοδοσία.

Ειδικά δε για την περίπτωση που η διαχείριση έχει ανατεθεί συμβατικά σε έναν ή περισσότερους από τους εταίρους, μπορεί αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 752 ΑΚ, να ανακληθεί μόνο για σπουδαίο λόγο και ιδίως για βαριά παράβαση καθηκόντων ή ανικανότητα για τακτική διαχείριση. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "Η πρώτη

εναγομένη με την επωνυμία "Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Αγρίων Ζώων" (ΕΚΠΑΖ) που εδρεύει στο Μετόχι Αίγινας, ιδρύθηκε ως αστική εταιρία, μη κερδοσκοπική, το έτος 1990 από τον Ι. Π. και άλλους εταίρους, οι οποίοι εξήλθαν αυτής τα επόμενα έτη, απέκτησε δε εξ αρχής νομική προσωπικότητα, αφού το καταστατικό της δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τις ισχύουσες τότε διατάξεις περί δημοσιότητας.

Από νωρίς η εναγομένη αντιμετώπισε προβλήματα οικονομικής φύσης οφειλόμενα σε κακοδιαχείριση, τα οποία κορυφώθηκαν με την πάροδο των ετών, ενώ το έτος 2006 ανατέθηκε, με απόφαση των εταίρων, η διαχείρισή της στον ενάγοντα του οποίου η επαγγελματική ενασχόληση ήταν εκτός των δραστηριοτήτων της εταιρίας, αφού αυτός διατηρούσε στην Αίγινα συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, ο δε Ι.

Π., γεωπόνος κατά το επάγγελμα, ασχολείτο αποκλειστικά με τις δραστηριότητές της που αφορούσαν την περίθαλψη αγρίων αλλά και οικόσιτων ζώων, επικουρούμενος από εθελοντές, ο δε τρίτος των εταίρων ως μόνιμος κάτοικος ... δεν ήταν παρών στην Αίγινα. Η θητεία του ενάγοντος ως διαχειριστή προβλέφθηκε να λήξει στις 31-12-2008.

Έκτοτε με μεταγενέστερες αποφάσεις των εταίρων, οι οποίες περιλαμβάνονταν σε αντίστοιχες τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρίας που δημοσιεύονταν νομότυπα, ορίστηκε ο ενάγων να παραμείνει διαχειριστής μέχρι 31-12-2015.... Στην διάρκεια των ετών αυτών και αφού είχαν αποχωρήσει από την εταιρία τα αρχικά ιδρυτικά μέλη, αναπτύχθηκε αντιπαλότητα μεταξύ του ενάγοντος και του Ι.

Π.υ. Ο μεν πρώτος, όπως διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς του και τα όσα έχει κατά καιρούς δηλώσει σε εξώδικα που απηύθυνε στον δεύτερο, απέδιδε σ' αυτόν, κατά κύριο λόγο, ότι δεν φροντίζει για υγιεινές συνθήκες διαβίωσης των ζώων και δεν επιτρέπει σε άλλους επιστήμονες να φροντίζουν τα ζώα, θεωρώντας, ότι λόγω της ενασχόλησής του επί σειρά ετών ο ίδιος γνωρίζει καλύτερα, ακόμα και από τους ειδικούς κτηνιάτρους.

Ο δε τελευταίος απέδιδε στον πρώτο συμπεριφορά που δεν συνάδει με το σκοπό και την λειτουργία της εταιρίας, δεν απέδιδε ενημέρωση για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας και επιδείκνυε αυταρχική συμπεριφορά προς τον ίδιο αλλά και τους εθελοντές με συνέπεια να επηρεάζεται η ομαλή λειτουργία του Κέντρου Περίθαλψης Αγρίων Ζώων που διατηρούσε η εταιρία στην Αίγινα.

Η κορύφωση της μεταξύ των ανωτέρω αντιπαράθεσης, σημειώθηκε στα μέσα του 2013 όταν ο ενάγων απέστειλε την από 29-8-2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση στον Ι. Π. με την οποία τον κατηγορεί ότι επανειλημμένα παραβιάζει το καταστατικό του ΕΚΠΑΖ με αποκορύφωμα την προ ολίγων ημερών (προ της αποστολής της εν λόγω δήλωσης) άρνησή του να παραδώσει οικόσιτα ζώα σε ανθρώπους που ο ίδιος του υπέδειξε, περιστατικό που ο εξωδίκως δηλών το θεώρησε ως περιφρόνηση από μέρους του I.

Π. για τους όρους λειτουργίας του Κέντρου και στο πρόσωπο του ίδιου ως διαχειριστή. Τον καλούσε δε για τελευταία φορά να λειτουργεί μέσα στα όρια που θέτει το καταστατικό του Κέντρου και να του παραδώσει τα οικόσιτα ζώα που διατηρεί, αφού δεν προβλέπεται στους σκοπούς του Κέντρου η φύλαξη τέτοιων ζώων.

Σύμφωνα με την ιδρυτική σύμβαση του ΕΚΠΑΖ σκοπός του είναι κυρίως η φροντίδα και η περίθαλψη αγρίων ζώων, ενώ με την από 12-2- 2009 τροποποίησή της, ο σκοπός αυτός εμπλουτίστηκε πάντα προς την κατεύθυνση της προστασίας, διάσωσης και διατήρησης των άγριων ζώων και πτηνών και του φυσικού περιβάλλοντος τους, χωρίς ωστόσο να έχει συμπεριληφθεί στο καταστατικό της εταιρίας ρητά αποκλεισμός της φιλοξενίας οικόσιτων ζώων, η οποία, όπως αποδεικνύεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις, συνέβαινε επί σειρά ετών στα πλαίσια της εν γένει φροντίδας των ζώων.

Πλέον αυτού, από την ανάγνωση του κειμένου της άνω εξώδικης διαμαρτυρίας του ενάγοντα προς τον I. Π., προκύπτει ότι ο πρώτος αποδίδει στον δεύτερο συνεχή παραβίαση του καταστατικού του Κέντρου που αποκορυφώθηκε με την μη παράδοση κάποιων οικόσιτων ζώων σε ανθρώπους που αυτός του υπέδειξε, θεωρώντας ότι αυτό συνιστά περιφρόνηση στους όρους λειτουργίας του Κέντρου, ωστόσο δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση του καταστατικού ενέργεια που δεν ρυθμίζεται από αυτό.

Καμία άλλη ωστόσο παραβίαση καταστατικού όρου δεν αποδίδει στον προς ον απευθύνεται η δήλωση. Στη συνέχεια και ενώ διαμαρτυρήθηκε επειδή ο I. Π. δεν παρέδωσε τα οικόσιτα ζώα σε ανθρώπους της επιλογής του, παραβιάζοντας με την άρνησή του αυτή τους όρους λειτουργίας του Κέντρου, στην αμέσως επόμενη παράγραφο, όλως αντιφατικά με την προηγούμενη, του ζητά να του παραδώσει τα ζώα αυτά επειδή δεν προβλέπεται η φιλοξενία τους στο Κέντρο.

Ο Ι. Π. απέστειλε στον ενάγοντα την από 5-9- 2013 εξώδικη διαμαρτυρία - κλήση - δήλωση με την οποία απάντησε στην προηγηθείσα εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, αφού διαμαρτύρεται για τις αόριστες κατηγορίες περί παραβίασης του καταστατικού που αυτός του αποδίδει, αρνείται ότι δεν θέλησε να παραδώσει τα οικόσιτα ζώα και συνεχίζει εκθέτοντας μια σειρά από ενέργειες του ενάγοντος με τις οποίες ο τελευταίος παραβίασε τους όρους λειτουργίας του Καταστατικού, ενέργειες που διαταράσσουν την ομαλή διαβίωση των φιλοξενούμενων στο Κέντρο ζώων αλλά και ενέργειες που διατάραξαν την συνεργασία εθελοντών καθώς και μελών της εταιρίας, οι οποίοι κατέληξαν να αποχωρήσουν εξαιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντος, με περαιτέρω συνέπεια να δημιουργηθούν προβλήματα στην εν γένει λειτουργία του Κέντρου.

Αποδίδει στον ενάγοντα την, κατ' απαίτησή του, παραμονή στις εγκαταστάσεις του Κέντρου προσώπων της επιλογής του (του ενάγοντος), είτε προσώπων που το χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα χωρίς να παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία σ' αυτό και μάλιστα ορισμένα εξ αυτών αφαιρούσαν μηχανήματα και υλικά από τους χώρους του, είτε προσώπων που παρείχαν υπηρεσίες αλλά ήταν όλως ακατάλληλα προς τούτο με συνέπεια να συμβάλουν στη δυσλειτουργία του Κέντρου επεμβαίνοντας μάλιστα στην φροντίδα των ζώων χωρίς να έχουν την κατάλληλη εμπειρία.

Του αποδίδει επίσης ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο ζώων, παραβίαση της προσωπικής του αλληλογραφίας αλλά και αυταρχική συμπεριφορά και ταύτιση των προσωπικών του οικονομικών συμφερόντων με αυτά του Κέντρου. Τέλος, τον ενημερώνει με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωση ότι, επειδή η συμπεριφορά του κι η εν γένει στάση του δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή δράση και λειτουργία της εταιρίας, επειδή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των υπολοίπων μελών της εταιρίας και ενεργεί ως απόλυτος άρχων και επειδή, τέλος, καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της εξυπηρέτησης των σκοπών της εταιρίας, συγκαλεί γενική συνέλευση στις 21-9-2013, στην οποία τον καλεί να παρασταθεί.

Πράγματι η γενική συνέλευση των κατά τον χρόνο εκείνο τριών εταίρων της εναγομένης έγινε με την παρουσία των δυο προαναφερόμενων εταίρων και του τρίτου, Α. Χ., και αφού προηγουμένως κλήθηκε ο ενάγων (και) με έτερη, ξεχωριστή, κλήση να παρασταθεί στην έκτακτη γενική συνέλευση της 21-9-2013 με θέμα την αφαίρεση της εταιρικής του ιδιότητας κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του καταστατικού και την εκλογή νέου διευθυντή, εκπροσώπου και διαχειριστή της εναγομένης....

Ο Ι. Π. νόμιμα προέβη στην σύγκληση της γενικής συνέλευσης, όπως είχε δικαίωμα ως εταίρος, δεδομένου ότι οι εταίροι είναι αρμόδιοι να αποφασίζουν για την συγκρότηση και οργάνωση της εταιρίας, την ανώτατη λειτουργία της εταιρίας. Άλλωστε στο καταστατικό υπήρχε σαφής και ρητή πρόβλεψη στον όρο 15 σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον κάποιο μέλος δημιουργεί με την εν γένει στάση του πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας και δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των υπολοίπων μελών, ότι, σ' αυτήν την περίπτωση, είναι αποδεκτή η αφαίρεση της εταιρικής ιδιότητας με απόφαση όλων των υπολοίπων μελών, γραπτώς και αιτιολογημένα, απόφαση που λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία.

Με βάση αυτή τη διάταξη του καταστατικού νομότυπα ο I. Π. με την ιδιότητα του εταίρου προχώρησε στη σύγκληση της γενικής συνέλευσης των εταίρων στην οποία κλήθηκε και παρέστη ο ενάγων, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει τα όσα του απέδιδε ο συνεταίρος του. Από την εκτίμηση της απάντησης που έδωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνέλευσης και του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα των κατηγοριών που απέδωσε ο I.

Π. στον ενάγοντα, μάλιστα ο ίδιος εμμέσως πλην σαφώς αποδέχεται ότι ευθύνεται για τη θανάτωση ζώων, με την αφαίρεση για λόγους οικονομίας των λυχνιών που ζέσταιναν τα ιγκουάνα τα οποία μετά ταύτα απεβίωσαν, ενώ σε κανένα σημείο δεν αρνείται κατηγορηματικά και ρητά τα υπόλοιπα περιστατικά, τα οποία προσπάθησε να αιτιολογήσει μη πειστικά ωστόσο, ενώ, τέλος, αποδέχεται ότι δεν παρέδωσε στην εταιρία τη δωρηθείσα σ' αυτήν συλλογή νομισμάτων την οποία παρανόμως κρατούσε στο σπίτι του, την διαμονή προσώπων της επιλογής του στο Κέντρο και την ασυνέπεια ως προς την τήρηση των οικονομικών και φορολογικών υποθέσεων της εταιρίας (μη τήρηση βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ.).

Από τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της μη τακτοποίησης των οφειλών της εταιρίας επιβλήθηκαν από την οικεία φορολογική αρχή πρόστιμα...ενώ εκδόθηκαν και Πράξεις Επιβολής Προστίμων από την αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές περιόδου από 1-8-2003 οπότε ήταν το οφειλόμενο ποσό μαζί με τα πρόσθετα τέλη 60.886,57 ευρώ έως 30-6- 2017 με το οφειλόμενο ποσό να έχει ανέλθει στο ποσό των 78.250,44 ευρώ μετά την έκδοση δυο Π.Ε.Ε. (45/2006) στις 8-1-2007 που προσέθεσαν στο αρχικό ποσό (των 60.886,57 ευρώ) πλέον 15.273,77 ευρώ.

Τα ανωτέρω περιστατικά επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες της εναγομένης ενώ δεν αντικρούονται πειστικά από τους μάρτυρες του ενάγοντος οι οποίοι περιγράφουν τον Ι.. Π. ως έναν δυσλειτουργικό άνθρωπο, απόλυτο και μη ανεχόμενο άλλους ειδικούς να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Κέντρο στο οποίο οι συνθήκες διαβίωσης των ζώων ήταν εξαιτίας του ίδιου άθλιες.

Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι καμία εποπτεύουσα δημόσια αρχή δεν επιβεβαιώνει την εικόνα αυτή του I.. Π., παρά τις καταγγελίες που είχαν γίνει προς δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες, αφού έλεγξαν το Κέντρο δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη ανθυγιεινών συνθηκών φιλοξενίας των ζώων σ' αυτό. Συγκεκριμένα με το 3654/2013 έγγραφό του το Τμήμα Υγειονομικού και Περιβαλλοντικού Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Αττικής, απαντώντας στην από 5-11-2013 καταγγελία της Α.

Χ. και σε προηγηθείσα καταγγελία του ίδιου του ενάγοντος, αναφέρει ότι εντός και εκτός των κλωβών των φιλοξενούμενων ζώων και πτηνών δεν διαπιστώθηκε ύπαρξη ανθυγιεινής εστίας και προχώρησε μόνο σε συστάσεις για τον χώρο προετοιμασίας της τροφής των ζώων και για τον εξαερισμό του ιατρείου. Η Διεύθυνση Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής εξετάζοντας την ίδια ως άνω καταγγελία της Α.

Χ., απάντησε με το ... έγγραφο ότι κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησε στις εγκαταστάσεις του Κέντρου της εναγομένης και στο χρονικό διάστημα που η καταγγέλλουσα αναφέρει στην καταγγελία της δεν διέγνωσε την (καταγγελόμενη) έκθεση νεκρών πτηνών και ζώων. Κατά την γενική συνέλευση της 21-9-2013 αποφασίστηκε νόμιμα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του καταστατικού της εναγομένης πλειοψηφία των λοιπών εταίρων, η αφαίρεση της εταιρικής ιδιότητας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο, για συμπεριφορά που διαταράσσει την ομαλή λειτουργία και δράση της εταιρίας και μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις των υπόλοιπων μελών της εταιρίας.

Για την απόφαση αυτή καθώς και για τον ορισμό του Ι. Π. ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου, συντάχθηκε πρακτικό και αιτιολογήθηκε πλήρως ο σπουδαίος λόγος αφαίρεσης της ιδιότητας του διαχειριστή από τον ενάγοντα, αφού καταγράφηκαν η αντίθετη με τους σκοπούς και τα συμφέροντα της εναγομένης συμπεριφορά αυτού, οι απαντήσεις των συμμετεχόντων εταίρων και η απόφαση που αυτοί έλαβαν καθώς και το σκεπτικό της.

Με αυτήν την τελευταία ιδιότητά του, ο I. Π. συγκάλεσε στη συνέχεια, στις 10-10-2013, νέα γενική συνέλευση, όπου ομόφωνα σύμφωνα με το άρθρο 18 του καταστατικού, αποφασίστηκε η τροποποίησή του ώστε να καταστεί εφικτή η είσοδος στην εταιρία νέων μελών. Επομένως, ...αφού αυτοί ενήργησαν σύμφωνα με όσα ορίζονταν στο καταστατικό της εταιρίας και αφού είχαν διαπιστώσει ότι υφίστατο σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την αφαίρεση από τον ενάγοντα της εταιρικής του ιδιότητας καθώς ο τελευταίος, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της εναγομένης, επί σειρά ετών, επιδείκνυε αυταρχική και απότομη συμπεριφορά θεωρώντας ότι η εξ ιδίων πόρων μερική κάλυψη των εξόδων της εταιρίας του παρέχει τέτοιο δικαίωμα, περαιτέρω δε με την συμπεριφορά του παραβίαζε υπαίτια τις εταιρικές του υποχρεώσεις, ήτοι την υποχρέωση συμβολής του στην επίτευξη των σκοπών της εταιρίας και την υποχρέωση πίστης προς αυτήν.

Η ίδια ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος συνιστούσε συγχρόνως και βαριά παράβαση των καθηκόντων του ως διαχειριστή και επομένως σπουδαίο λόγο για την ανάκληση της διαχείρισης που του είχε ανατεθεί, σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτίθενται παραπάνω". Στη συνέχεια το Εφετείο , αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4255/2017 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και κράτησε και δίκασε κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ την αγωγή του ενάγοντος απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι ως άνω από 21-9-2013 και 10-10-2013 αποφάσεις της γενικής συνέλευσης της πρώτης εναγομένης ήταν σύννομες και ότι υπήρχε σπουδαίος λόγος, κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με το καταστατικό της για την αφαίρεση της εταιρικής ιδιότητας του ενάγοντος δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου τους οποίους ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένως, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008, 684/2019). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 9/2014).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, όπως όταν το δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι συντρέχουν ή δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, μεταξύ των οποίων η μη νόμιμη δικαστική εκπροσώπηση εταιρείας (ΟλΑΠ 42/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον νομίμως προβληθέντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστάμενο στην έλλειψη της νόμιμης εκπροσώπησης της πρώτης εναγομένης, εν όψει του ότι ο Ι.

Π. που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά τη δικάσιμο της 3-6-2021 είχε βάσει του καταστατικού της εκπροσωπευτική εξουσία μέχρι τις 31-12-2015 και δεν απέρριψε την έφεσή της απαράδεκτη. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός προτάθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη στις προτάσεις που αυτός κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, όπως παραδεκτώς αυτές επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και όχι με το δικόγραφο των προτάσεων, κατά τα προαναφερθέντα στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε σιγή, εφόσον δέχθηκε τη συνδρομή όλων των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και στη συνέχεια εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4255/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 684/2019).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθμ. 15617/2005 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (καταδίκη Π.), β) φωτογραφίες που δείχνουν την απαράδεκτη κατάσταση εντός της ΕΚΠΑΖ, γ) το από 3-6-2007 έγγραφο του Σ.

Κ. που περιέχει σύσταση για τη μη ενασχόληση του Ι.. Π. με τη φροντίδα των ζώων, δ) η από 21-6-2017 εξουσιοδότηση του Ι.. Π. προς τους δικηγόρους του για την εκδίκαση της έφεσης στο Β τριμελές πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ε) η απόφαση του ΙΚΑ για τη ρύθμιση χρεών, στ) η κατάσταση εσόδων εξόδων 2007 και οι δηλώσεις φορολογίας των ετών 2007, 2009-2011, ζ) το από 30-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού υπογεγραμμένο από τα μέλη πλην του Ι..

Π.υ, η) το από 11-8-2008 συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού, όπου ο ενάγων είναι διαχειριστής και εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και θ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Δήμου Αίγινας για οφειλές ύδρευσης της πρώτης εναγομένης. Ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ενώ αποδείκνυαν την ορθή διαχείριση της τελευταίας από τον ενάγοντα κατά το χρόνο 2006-2013 και ότι αντιμετώπισε άσχημη οικονομική κατάσταση και ότι οι δύο επίδικες αποφάσεις της γενικής συνελεύσεις της είναι μη νόμιμες και δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την αφαίρεσης της εταιρικής του ιδιότητας.

Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι μερικά από τα ως άνω έγγραφα αναφέρονται και αφορούν στον δεύτερο εναγόμενο Ι.. Π., ως προς τον οποίον η αγωγή και στη συνέχεια η ασκηθείσα έφεση από μέρους του απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνεπώς, αφού απορριφθεί και ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση της αντιδίκου του ως μη νόμιμη και ουσία αβάσιμη και απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του προς απόκρουση της .έφεσης και οι λόγοι αυτής έπρεπε να κριθούν ως αλυσιτελείς, "διότι δεν οδηγούν στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης...

και το δικόγραφο δεν είναι ευσύνοπτο ούτε χαρακτηρίζεται με πληρότητα και σαφήνεια ώστε να μπορεί να οριοθετεί την εξουσία του Εφετείου και να είναι σε θέση να κρίνει τη νομιμότητα και τη βασιμότητά τους", ως προδήλως απαράδεκτος, διότι βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι το Εφετείο εφαρμόζοντας το άρθρο 528 ΚΠολΔ εξήτασε μόνον το παραδεκτό της έφεσης από άποψη συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και εξαφάνισε αυτόθροα την πρωτοβάθμια ερήμην απόφαση που είχε εκδοθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δίχως να ασχοληθεί με την εξέταση της βασιμότητας των σχετικών λόγων έφεσης, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση.

Πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 418/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ